Σε ένα ιδεατό παράλληλο σύμπαν, οι Arctic Monkeys θα κυκλοφορούσαν σήμερα μια επετειακή έκδοση του “Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not”, με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ στο εξώφυλλο, όπως ήταν στο “Η αρχόντισσα κι ο αλήτης”. Επειδή, όμως, δεν βρισκόμαστε σε αυτό το σύμπαν, αξίζει να ειπωθούν μερικά πράγματα για έναν δίσκο που, παρότι ντεμπούτο, δεν σύστησε τη μπάντα στο κοινό. Αντίθετα, εδραίωσε μια φήμη που είχε ήδη διαμορφωθεί μέσα από την ανταλλαγή αρχείων, το στόμα με στόμα και μια μικρή περιοδεία η οποία, σταδιακά, απέκτησε εθνική εμβέλεια.

Η ιστορία μας, παρότι σήμερα μπορεί να ακούγεται περίεργο, ξεκινά μακριά από τα φώτα της μουσικής βιομηχανίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, το Sheffield, μια λαϊκή πόλη, δεν θεωρούνταν ιδανικό σημείο εκκίνησης. Μικροί χώροι και λίγα, υποεξοπλισμένα προβάδικα από τη μία, κι από την άλλη ένα πυκνό, έστω χαμηλόφωνο, δίκτυο που τα συνέδεε. Εκεί σχηματίστηκαν οι Arctic Monkeys το 2002, ως μια τυπική σχολική μπάντα: φίλοι που έμεναν κοντά, αντάλλασσαν ιδέες και έπαιζαν μαζί, πριν ο Alex Turner αισθανθεί άνετα να αναλάβει τον ρόλο του τραγουδιστή. Η πρώτη τους περίοδος κύλησε σε γνώριμους ρυθμούς, συναυλίες στις γειτονιές τους, δανεικός εξοπλισμός και μια αυτοπεποίθηση που χτιζόταν μέσα από την επανάληψη και όχι από κάποιο μεγάλο σχέδιο. Αυτό που άλλαξε ήταν η ταχύτητα με την οποία αυτή η τοπική δραστηριότητα άρχισε να ξεφεύγει από τα στενά του Sheffield.

Όλα ξεκινούν από τα 2fly Studios, ένα μικρό στούντιο κρυμμένο στην αυλή ενός παλιού εργοστασίου μαχαιριών. Ο χώρος, αν και η όψη του δεν πρόδιδε τον ρόλο του, λειτουργούσε ως σημείο συνάντησης για το underground μουσικό δίκτυο της πόλης. Ο Turner και ο drummer Matt Helders περνούσαν ήδη από το 2fly Studios στο πλαίσιο ενός άλλου project, όταν ο Turner ανέφερε ότι έπαιζε και σε μια δεύτερη μπάντα. Το είπε στον άνθρωπο που κρατούσε τον χώρο ζωντανό, έναν από τους βασικούς συνδετικούς κρίκους της τοπικής σκηνής, τον Alan Smyth. Μη φανταστεί κανείς κάποια παρουσίαση με ppt, απλώς του ζήτησε να έρθει να τους δει σε μια συναυλία. Αυτή η μπάντα ήταν οι Arctic Monkeys. Από εκεί και πέρα ακολούθησαν demo sessions με ρυθμό που όριζε η ανάγκη: λίγα χρήματα, περιορισμένος χρόνος και αποφάσεις της στιγμής.

Arctic Monkeys: Whatever People Say I Am, That's What I'm Not | To Sheffield, o Alex Turner και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ

Τα demo άρχισαν να κυκλοφορούν στις συναυλίες των Arctic Monkeys ως μια πρακτική λύση και όχι ως κομμάτι κάποιου οργανωμένου σχεδίου. Τα κομμάτια ανέβαιναν στο διαδίκτυο, μετονομάζονταν, μοιράζονταν και τελικά συγκεντρώθηκαν σε αυτό που αργότερα έγινε γνωστό ως “Beneath the Boardwalk”. Μέχρι το τέλος του 2004, τα τραγούδια είχαν αποκτήσει μια παράλληλη ζωή online, διαδίδονταν μέσω των πρώτων κοινωνικών πλατφορμών και φόρουμ, σε μια περίοδο όπου η ανταλλαγή αρχείων παρέμενε αμφισβητήσιμη. Το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι η ίδια η μπάντα δεν καλλιεργούσε ενεργά αυτό το οικοσύστημα. Αντιθέτως, βρέθηκε στη θέση του αποδέκτη μιας αλλαγής που δεν είχε σχεδιάσει, με τους οπαδούς να λειτουργούν ως διανομείς, δημιουργοί τάσεων και αρχειοθέτες.

Αυτή η πρώιμη «κυκλοφορία» δημιούργησε μια σπάνια ανισορροπία. Το ενδιαφέρον της βιομηχανίας εμφανίστηκε με καθυστέρηση και, όταν τελικά εκδηλώθηκε, συνάντησε μια μπάντα με ήδη διαμορφωμένο κοινό. Η διαχείριση, η προσοχή των δισκογραφικών εταιρειών και η κάλυψη από τον Τύπο ακολούθησαν τα demo, αντί να προηγηθούν. Όταν, λοιπόν, οι Arctic Monkeys υπέγραψαν με την Domino Records το 2005, το άλμπουμ δεν λειτουργούσε ουσιαστικά ως ντεμπούτο, αλλά ως επισημοποίηση. Τα τραγούδια είχαν ήδη δοκιμαστεί, συζητηθεί και αφομοιωθεί από ένα κοινό που ένιωθε ότι του ανήκαν. Κρατήστε το αυτό, διότι το πλαίσιο αυτό επρόκειτο να καθορίσει κάθε επόμενη απόφαση.

Έτσι, στην ηχογράφηση του “Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not”, η πρόκληση δεν αφορούσε την αναζήτηση του ήχου της μπάντας, αλλά τη διατήρησή του και την προσαρμογή του ώστε να αποτυπωθεί σε μια πλήρη κυκλοφορία. Και εκεί, ο χρόνος έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Οι ηχογραφήσεις πραγματοποιήθηκαν σκόπιμα με γρήγορους ρυθμούς, με έμφαση στις ζωντανές λήψεις και ελάχιστο overdubbing. Το μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ ολοκληρώθηκε σε περίπου δύο εβδομάδες στα Chapel Studios, στην επαρχία του Lincolnshire, μια τοποθεσία που επιλέχθηκε τόσο για την απομόνωση όσο και για την ακουστική της.

Αυτή η προσέγγιση είχε συγκεκριμένες συνέπειες. Ο δίσκος αποτυπώνει τους Arctic Monkeys ως μια ομάδα που λειτουργεί κυρίως με βάση το ένστικτο και όχι τον σχεδιασμό. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν γρήγορα, συχνά χωρίς να υπάρχει χρόνος για επανεξέταση. Αυτή η αίσθηση «φούριας» μεταφέρθηκε και στις ίδιες τις εκτελέσεις. Τα φωνητικά ολοκληρώνονταν συχνά σε ελάχιστες λήψεις και οι ατέλειες κρίνονταν αποδεκτές, εφόσον διατηρούσαν τη δυναμική. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τμήματα από τις πρώτες ηχογραφήσεις των demo διατηρήθηκαν, καθώς περιείχαν ήδη μια εκδοχή του τραγουδιού που έμοιαζε οριστική. Έτσι, προέκυψε ένα άλμπουμ που ακουγόταν συνεκτικό, όχι λόγω προσεκτικής σμίλευσης, αλλά επειδή απέφευγε την υπερβολική διόρθωση.

Στιχουργικά, ο Alex Turner γράφει στίχους που αποτελούν αποτέλεσμα προσεκτικής παρατήρησης. Αντλεί έμπνευση σε μεγάλο βαθμό από τη νυχτερινή ζωή του Sheffield, καταγράφοντας καταστάσεις όπως οι ουρές έξω από κλαμπ, ανταλλαγές με πορτιέρηδες, διακοπές των μεταφορών αργά τη νύχτα και τελετουργικά που περιστρέφονται γύρω από το αλκοόλ και την κοινωνική τριβή. Το “When the Sun Goes Down”, για παράδειγμα, βασίζεται σε σκηνές που εκτυλίσσονταν γύρω από τον χώρο πρόβας της μπάντας στη γειτονιά του Neepsend, εκεί όπου η νυχτερινή ζωή συνυπήρχε με πιο σκοτεινές μορφές δραστηριότητας. Αντίστοιχα, το “Fake Tales of San Francisco” γεννήθηκε την περίοδο που ο Turner δούλευε πίσω από το μπαρ, ακούγοντας συζητήσεις γεμάτες υπερβολή και επιτηδευμένη αυτοπεποίθηση.

Ο τίτλος του άλμπουμ ενίσχυσε αυτή τη στάση. Δανεισμένος από τη βρετανική λογοτεχνία και τον κινηματογράφο των μέσων του 20ού αιώνα, το “Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not” λειτούργησε ως ξεκάθαρη δήλωση σε μια περίοδο κατά την οποία η εικόνα της μπάντας διαμορφωνόταν σχεδόν αποκλειστικά από τρίτους. Όταν το άλμπουμ χρειαζόταν όνομα, οι Arctic Monkeys βρίσκονταν ήδη περικυκλωμένοι από αφηγήσεις που δεν είχαν γράψει οι ίδιοι. Ο τίτλος αναγνώριζε αυτή την απόσταση και τη μετέτρεπε σε στάση αδιαφορίας. Παράλληλα, αντικατόπτριζε τη χαλαρή εσωτερική δομή του άλμπουμ, η οποία ακολουθεί την πορεία ενός Σαββατοκύριακου χωρίς, ωστόσο, να το μετατρέπει σε concept album με την τυπική έννοια.

Η οπτική παρουσίαση ακολούθησε την ίδια λογική. Το εξώφυλλο του άλμπουμ, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός φίλου της μπάντας (και όχι του Δημήτρη Παπαμιχαήλ), τραβηγμένη μετά από μια βραδινή έξοδο, απέρριπτε κάθε ίχνος γοητείας. Η άμεση αναγνωσιμότητά του (επειδή είχε Παπαμιχαήλ vibes) το κατέστησε ταυτόχρονα αποτελεσματικό και αμφιλεγόμενο. Οι συζητήσεις γύρω από το αν η εικόνα προωθούσε συγκεκριμένες συμπεριφορές ανέδειξαν την ευρύτερη θέση στην οποία είχε βρεθεί η μπάντα: από ένα σημείο και μετά, η ερμηνεία γίνεται αναπόφευκτη. Ακόμη και η απόφαση να αφαιρεθεί το τσιγάρο από ορισμένα διαφημιστικά υλικά υπογράμμισε την ένταση που το συνόδευε.

Όταν το άλμπουμ κυκλοφόρησε, η ανταπόκριση υπήρξε δυσανάλογη για τα δεδομένα ενός ντεμπούτου. Τα ρεκόρ πωλήσεων κατέρρευσαν μέσα σε λίγες ημέρες. Την πρώτη εβδομάδα, το άλμπουμ πούλησε περισσότερα αντίτυπα από όλα τα άλμπουμ του Top 20 του Ηνωμένου Βασιλείου μαζί, ενώ παρόμοια μοτίβα καταγράφηκαν και διεθνώς. Δύο singles που είχαν ήδη φτάσει στο νούμερο ένα είχαν διαμορφώσει ισχυρή δυναμική, όμως η συνολική πορεία του άλμπουμ επιβεβαίωσε ότι οι Arctic Monkeys δεν λειτουργούσαν απλώς ως φαινόμενο των singles. Παρ’ όλα αυτά, στο εσωτερικό της μπάντας είχε ήδη ξεκινήσει μια μεταβατική φάση Η αποχώρηση του Andy Nicholson λίγο μετά την κυκλοφορία είχε ως αποτέλεσμα η σύνθεση που αποτυπώθηκε στο άλμπουμ να παραμείνει μοναδική στη δισκογραφία της μπάντας.

Σε τοπικό επίπεδο, οι επιπτώσεις ήταν εξίσου σημαντικές με τις εθνικές. Το Sheffield έζησε την κυκλοφορία ως ένα συλλογικό γεγονός. Μια ανεπίσημη συναυλία στο Leadmill, με τη συμμετοχή αποκλειστικά τοπικών σχημάτων, λειτούργησε ως γιορτή της σκηνής της πόλης. Την ίδια στιγμή, οπαδοί περίμεναν όλη τη νύχτα για το άνοιγμα ενός καταστήματος HMV στο κέντρο της πόλης για να αγοράσουν τον δίσκο με το που κυκλοφόρησε. Η εικόνα αυτή ενίσχυσε την αίσθηση ότι το άλμπουμ ανήκε τόσο στο Sheffield όσο και στους ίδιους τους Arctic Monkeys, γειώνοντας ένα φαινόμενο που συχνά περιγράφεται μόνο μέσα από την ψηφιακή του διάσταση.

Καθώς η επίδραση του άλμπουμ μεγάλωνε, οι Arctic Monkeys κράτησαν μια επιλεκτική στάση απέναντι στα mainstream μέσα. Απέφευγαν ορισμένες πλατφόρμες υψηλού προφίλ και αντιμετώπιζαν τις τελετές απονομής βραβείων με εμφανή απόσταση, που κατά στιγμές έμοιαζε σχεδόν σατιρική. Οι κινήσεις αυτές ήταν μια προσπάθεια να διατηρήσουν τον έλεγχο μιας αφήγησης που είχε ήδη ξεφύγει από τον ρυθμό τους. Σε αυτό έπαιξε ρόλο και η ηλικία τους. Με λίγα να χάσουν και χωρίς βαριά προσδοκία για το μέλλον, δεν ένιωσαν την πίεση που συχνά οδηγεί στη συμμόρφωση.

Ενώ η αντίδραση των Arctic Monkeys ήταν πρωτοφανής, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για αυτήν της μουσικής βιομηχανίας. Οι δισκογραφικές έσπευσαν να αναζητήσουν τους «επόμενους» Arctic Monkeys, εστιάζοντας σε στοιχεία όπως οι τοπικές προφορές, οι γρήγορες κιθάρες και η διαδικτυακή φήμη, αγνοώντας τις συνθήκες που είχαν ουσιαστικά επιτρέψει στη μπάντα να αναπτυχθεί. Το αποτέλεσμα ήταν μια πληθώρα νέων συμβολαίων που γέμισε προσωρινά το βρετανικό μουσικό τοπίο και οδήγησε σε κορεσμό, μειώνοντας το ενδιαφέρον του κοινού σχεδόν με την ίδια ταχύτητα που είχε προηγουμένως αυξηθεί.

Αυτό που τελικά διακρίνει το άλμπουμ είναι ο ρόλος του ως σημείο εκκίνησης και όχι ως πρότυπο προς αναπαραγωγή. Οι Arctic Monkeys δεν επιχείρησαν να το επαναλάβουν. Οι επόμενες δισκογραφικές τους δουλειές απομακρύνθηκαν συνειδητά από το θεματικό πλαίσιο του ντεμπούτου, διευρύνοντας την παλέτα της μπάντας. Το ντεμπούτο παραμένει σημαντικό επειδή καταγράφει μια ακριβή σύγκλιση: μια τοπική σκηνή, μια τεχνολογική μεταβολή, μια συμπιεσμένη διαδικασία ηχογράφησης και μια μπάντα αρκετά νέα ώστε να προχωρήσει μπροστά χωρίς φόβο.

Το “Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not” μπορεί να ιδωθεί ως ντοκουμέντο μιας στιγμής κατά την οποία η βρετανική μουσική διέφυγε, έστω προσωρινά, από τον έλεγχο της βιομηχανίας. Η διατύπωση ίσως ακούγεται υπερβολική, ωστόσο οι ιστορίες που το συνοδεύουν παραμένουν ζωντανές επειδή αποκαλύπτουν συστήματα σε κίνηση: τον τρόπο με τον οποίο ταξίδευε η μουσική, το πώς συγκροτούνταν το κοινό και το πώς ο έλεγχος διαπραγματευόταν και, τελικά, χανόταν. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πιο διαχρονική συμβολή του άλμπουμ δεν εντοπίζεται σε κάποιο συγκεκριμένο τραγούδι, αλλά στην απόδειξη που προσφέρει ότι μια μπάντα μπορεί να φτάσει στο αποκορύφωμα της επιτυχίας πριν ακόμη προλάβει να αποφασίσει ποια είναι.

Artist: Sober On Tuxedos

Album: Good Intentions

Label: Heaven Music

Release Date: 11/12/2020

Genre: Nu Metal, Metalcore

Artist: Arctic Monkeys

Album: Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not

Label: Domino Records

Genre: Indie Rock

Release Date: 23/01/2006

1. The View from the Afternoon

2. I Bet You Look Good on the Dancefloor

3. Fake Tales of San Francisco

4. Dancing Shoes

5. You Probably Couldn’t See for the Lights but You Were Staring Straight at Me

6. Still Take You Home

7. Riot Van

8. Red Light Indicates Doors Are Secured

9. Mardy Bum

10. Perhaps Vampires Is a Bit Strong But…

11. When the Sun Goes Down

12. From the Ritz to the Rubble

13. A Certain Romance

Producer: Alan Smyth, Jim Abbiss

Arctic Monkeys: Alex Turner (Φωνή, κιθάρα, πλήκτρα), Andy Nicholson (Μπάσο), Matt Helders (Τύμπανα), Jamie Cook (Κιθάρα)

 

Share.
Χρησιμοποιούμε cookies για να εξατομικεύουμε το περιεχόμενο και τις διαφημίσεις, να παρέχουμε λειτουργίες κοινωνικών μέσων και να αναλύουμε την επισκεψιμότητά μας. Μοιραζόμαστε επίσης πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του ιστότοπού μας με συνεργάτες μας στα κοινωνικά μέσα, τη διαφήμιση και την ανάλυση δεδομένων. View more
Cookies settings
Αποδοχή
Απόρριψη
Πολιτική Απορρήτου
Privacy & Cookies policy
Cookie name Active

Όροι Χρήσης

Η εταιρεία DEPART (εφεξής «Εταιρεία»), ιδιοκτήτρια του παρόντος διαδικτυακού τόπου (εφεξής «Διαδικτυακός Τόπος»), προσφέρει τις υπηρεσίες της υπό τους κάτωθι όρους χρήσης. Η Εταιρεία διατηρεί το δικαίωμα να ενημερώνει ή να τροποποιεί τους όρους χρήσης οποτεδήποτε χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Παρακαλείστε να ελέγχετε τακτικά τους όρους χρήσης για τυχόν αλλαγές. Η χρήση του Διαδικτυακού Τόπου συνιστά αποδοχή των παρακάτω όρων.

1. Χρήση του Διαδικτυακού Τόπου

Η πρόσβαση και η χρήση του Διαδικτυακού Τόπου υπόκεινται στους παρόντες όρους χρήσης. Οι χρήστες οφείλουν να διαβάσουν προσεκτικά τους όρους αυτούς. Σε περίπτωση που δεν συμφωνούν, καλούνται να μην κάνουν χρήση των υπηρεσιών ή του περιεχομένου του Διαδικτυακού Τόπου.

2. Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας

Όλο το περιεχόμενο του Διαδικτυακού Τόπου, συμπεριλαμβανομένων κειμένων, γραφικών, εικόνων και αρχείων, αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του DEPART και προστατεύεται από την ελληνική και διεθνή νομοθεσία. Η αναπαραγωγή, διανομή, τροποποίηση ή χρήση του περιεχομένου για εμπορικούς σκοπούς απαγορεύεται χωρίς την έγγραφη άδεια της Εταιρείας. Επιτρέπεται η αποθήκευση και χρήση τμημάτων του περιεχομένου αποκλειστικά για προσωπική και μη εμπορική χρήση, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρείται η ένδειξη προέλευσης από τον Διαδικτυακό Τόπο.

3. Ευθύνη Χρήστη

Οι χρήστες φέρουν την ευθύνη για οποιαδήποτε ζημία προκαλείται στον Διαδικτυακό Τόπο ή στην Εταιρεία λόγω αθέμιτης ή κακής χρήσης του περιεχομένου ή των υπηρεσιών του.

4. Περιορισμός Ευθύνης

To DEPART δεν φέρει ευθύνη για οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση ζημία προκύψει από τη χρήση του Διαδικτυακού Τόπου. Το περιεχόμενο παρέχεται «ως έχει» και χωρίς εγγύηση ως προς την ακρίβεια, την πληρότητα ή τη διαθεσιμότητά του. Η Εταιρεία δεν εγγυάται ότι οι υπηρεσίες θα παρέχονται αδιάλειπτα ή χωρίς σφάλματα.

5. Υπερσύνδεσμοι (Links)

Ο Διαδικτυακός Τόπος ενδέχεται να περιέχει συνδέσμους προς άλλους ιστότοπους. Το DEPART δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο, τις υπηρεσίες ή την πολιτική προστασίας προσωπικών δεδομένων των ιστότοπων αυτών. Ο χρήστης έχει την ευθύνη να ενημερώνεται για τους όρους χρήσης των εν λόγω ιστότοπων.

6. Cookies

Ο Διαδικτυακός Τόπος ενδέχεται να χρησιμοποιεί cookies για τη βελτίωση της εμπειρίας πλοήγησης. Ο χρήστης μπορεί να ρυθμίσει τον περιηγητή του ώστε να απορρίπτει τα cookies ή να ειδοποιείται για τη χρήση τους. Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να επικοινωνήσετε στο privacy@depart.gr.

7. Εφαρμοστέο Δίκαιο και Δικαιοδοσία

Οι παρόντες όροι διέπονται από το ελληνικό δίκαιο. Οποιαδήποτε διαφορά προκύψει από τη χρήση του Διαδικτυακού Τόπου, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Αθήνας.

Επικοινωνία

Για οποιαδήποτε ερώτηση ή ζήτημα που άπτεται νομικών ή ηθικών θεμάτων, μπορείτε να επικοινωνήσετε με την Εταιρεία μέσω email στο privacy@depart.gr.
Save settings
Cookies settings
Exit mobile version