Με μία ματιά...
Όταν ο θόρυβος της Φλόριντα συνάντησε τις διαστημικές μελωδίες, γεννήθηκε ένα ανεπανάληπτο αριστούργημα. Το ντεμπούτο των Cynic που αποτέλεσε μια ηχητική “ιεροσυλία” για κάποιους στα 90s, τρεις δεκαετίες μετά, παραμένει ένα αίνιγμα που γοητεύει.
- Οι οραματιστές Paul Masvidal και Sean Reinert αψήφησαν τους κανόνες, δημιουργώντας ένα πρωτοποριακό ηχητικό σύμπαν με ρομποτικά φωνητικά.
- Το άλμπουμ άλλαξε τον ακραίο ήχο, εισάγοντας περίπλοκες jazz αρμονίες σε μια εποχή που κυριαρχούσε η ηχητική βία.
Φαντάσου να βρίσκεσαι στη Φλόριντα στις αρχές της δεκαετίας του 90, τον ιδανικό προορισμό για όσους έψαχναν τον πιο ακραίο ήχο της εποχής. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι Cynic κυκλοφόρησαν το “Focus”, έναν δίσκο που κυριολεκτικά μπέρδεψε κοινό και κριτικούς. Οι Paul Masvidal και Sean Reinert είχαν ήδη τραβήξει τα βλέμματα με τη συμμετοχή τους στο ιστορικό “Human” των Death.
Παρόλα αυτά, προτίμησαν να απορρίψουν τη μόνιμη θέση στο συγκρότημα για να ρίξουν το βάρος στο δικό τους σχήμα. Η ριψοκίνδυνη αυτή απόφαση φάνηκε αρχικά τρελή, αλλά τελικά άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία ενός εντελώς νέου μουσικού υβριδίου που κανείς δεν είχε φανταστεί. Επρόκειτο για μια κίνηση ματ που έφερε στο προσκήνιο πρωτοποριακές ιδέες.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, τα demo τους έδειχναν μια μπάντα που πατούσε γερά στο thrash και στο death metal. Η πορεία τους όμως πήρε μια απρόσμενη τροπή. Ο τυφώνας Andrew χτύπησε την πολιτεία το 1992, αναγκάζοντας τα μέλη να καθυστερήσουν σημαντικά τις προγραμματισμένες ηχογραφήσεις.

Αυτός ο νεκρός χρόνος τους έδωσε την ευκαιρία να αναθεωρήσουν το υλικό τους και να ενσωματώσουν την αγάπη τους για την jazz fusion. Επίσης, οι γιατροί απαγόρευσαν στον Masvidal να ξαναφωνάξει, καθώς οι φωνητικές του χορδές είχαν υποστεί σοβαρή ζημιά. Αυτή η ιατρική επιπλοκή οδήγησε στην επιστράτευση του Tony Teegarden στα φωνητικά.
Εκείνη την περίοδο, η ενσωμάτωση ρομποτικών φωνητικών σε έναν σκληρό δίσκο φάνταζε εξωγήινη ιδέα. Αντί να προσπαθήσουν να κρύψουν το πρόβλημα, οι Cynic έκαναν το vocoder βασικό στοιχείο της ταυτότητάς τους. Συνδύασαν αυτή την ψηφιακή χροιά με τα κλασικά growls του είδους, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που ξένισε πολλούς.
Το πάντρεμα μηχανικών και επιθετικών φωνών έδωσε στα κομμάτια μια φουτουριστική διάσταση που κανείς δεν είχε φανταστεί. Σύμφωνα με τις μουσικολογικές αναλύσεις της εποχής, αυτό το φωνητικό πείραμα ήταν ίσως ο κυριότερος λόγος που ο δίσκος δίχασε αρχικά τον κόσμο. Η πρωτοτυπία τους ωστόσο αποδείχτηκε διαχρονική.
Focus: Γιατί οι Cynic δίχασαν τόσο πολύ το κοινό;
Πέρα από τα φωνητικά, η δομή των συνθέσεων απείχε παρασάγγας από τα πρότυπα που είχαν θέσει οι Obituary ή οι Morbid Angel. Ο μπασίστας Sean Malone έφερε στο στούντιο ένα fretless μπάσο και ένα Chapman Stick, προσφέροντας έναν ζεστό, ογκώδη ήχο. Αυτή η επιλογή έδωσε χώρο στις μπασογραμμές να αναπνεύσουν και να λειτουργήσουν αυτόνομα μέσα στο ρυθμικό χάος.
Οι κιθάρες των Masvidal και Jason Gobel απέφευγαν τον τυπικό θόρυβο και εστίαζαν σε πολύπλοκες αρμονίες και καθαρά jazz περάσματα. Η ικανότητα του συγκροτήματος να περνάει από τον death metal ρυθμό σε ήρεμα, ατμοσφαιρικά τοπία μέσα σε δευτερόλεπτα, έκανε το αποτέλεσμα να θυμίζει ρευστό ποτάμι. Ο ακροατής βρισκόταν διαρκώς προ εκπλήξεως.
Το κομμάτι “Veil Of Maya” αποτελεί το ιδανικό παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας. Ξεκινάει με μια απόκοσμη εισαγωγή, συνεχίζει με δυναμικά riffs και καταλήγει σε ένα αέρινο φινάλε. Αντίστοιχα, το ορχηστρικό “Textures” ρίχνει τους τόνους και αφήνει το jazz στοιχείο να κυριαρχήσει πλήρως, αδιαφορώντας για τους τότε κανόνες του death metal.
Σε αυτά τα τραγούδια ο Reinert πίσω από τα τύμπανα έδειξε ότι μπορείς να παίξεις σκληρή μουσική χωρίς να καταφεύγεις συνεχώς σε blast beats. Η πολυπλοκότητα των ρυθμών του απαιτούσε αυτοσυγκέντρωση και απίστευτη τεχνική κατάρτιση, ανεβάζοντας τον πήχη για κάθε ντράμερ της γενιάς του.
Θεματικά, ο δίσκος γύρισε την πλάτη στα συνηθισμένα μοτίβα της βίας, του αίματος και του αποκρυφισμού που κυριαρχούσαν τότε. Οι στίχοι καταπιάστηκαν με φιλοσοφικά ερωτήματα, τον διαλογισμό και την εσωτερική αναζήτηση, αντλώντας έμπνευση από αρχαίες θρησκείες και σύγχρονα πνευματικά ρεύματα.
Αυτή η προσέγγιση ταίριαζε γάντι και με το εξώφυλλο του δίσκου. Ο καλλιτέχνης Robert Venosa, τον οποίο ο Masvidal θαύμαζε από παιδί, είχε δημιουργήσει τον πίνακα “Angelic Manifestation” το 1974. Η μπάντα ταυτίστηκε αμέσως με το αιθέριο ον του πίνακα, θεωρώντας ότι οπτικοποιεί τέλεια την ελευθερία των συνθέσεών τους. Το τελικό αποτέλεσμα εξέπεμπε μια μυστηριώδη ηρεμία.
Cynic: Ποια ήταν η επιρροή τους στη metal σκηνή;
Όταν ο δίσκος έφτασε στα ράφια των καταστημάτων, το κοινό δεν ήξερε πώς να τον αντιμετωπίσει. Η εταιρεία τους έστειλε σε περιοδεία με τους Cannibal Corpse, μια κίνηση που αποδείχτηκε καταστροφική για την ψυχολογία των μελών. Το κοινό αποδοκίμαζε έντονα τις καινοτομίες, τα καθαρά κιθαριστικά μέρη και την έλλειψη παραδοσιακής επιθετικότητας.
Οι αντιδράσεις μπροστά στη σκηνή ήταν τόσο εχθρικές που το γκρουπ τελικά δεν άντεξε την τεράστια πίεση. Η απογοήτευση από την αδυναμία της σκηνής να κατανοήσει το όραμά τους οδήγησε στη διάλυση του σχήματος μόλις ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία. Έμοιαζε σαν μια πρωτοποριακή ιδέα να πεθαίνει πριν καν ανθίσει.
Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια για να καταλάβει ο κόσμος το πραγματικό μέγεθος του έργου τους. Με την έλευση του ίντερνετ και την άνοδο σχημάτων που πειραματίζονταν ανοιχτά με τη φόρμα, ο δίσκος ανακαλύφθηκε ξανά από μια νέα γενιά μουσικών και ακροατών. Η κληρονομιά του άρχισε να φαίνεται παντού, από τις μπάντες που πήραν τα ονόματά τους από τα τραγούδια του, μέχρι την έκρηξη του τεχνικού death metal. Σήμερα, το “Focus” θεωρείται το βασικό εγχειρίδιο για όποιον θέλει να συνδυάσει την ακρότητα με τον αυτοσχεδιασμό.
Aκούγοντας κομμάτια όπως το “How Could I”, είναι προφανές ότι η μουσική αυτή γράφτηκε κάποια στιγμή στην επόμενη δεκαετία. Το συγκεκριμένο κλείσιμο περιλαμβάνει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κιθαριστικά σόλο που ηχογραφήθηκαν ποτέ στον σκληρό ήχο. Η παραγωγή του Scott Burns έπαιξε και αυτή καθοριστικό ρόλο, καθώς κατάφερε να χωρέσει όλες αυτές τις ιδέες χωρίς να χαθεί η παραμικρή λεπτομέρεια.
Ήταν ίσως το πιο δύσκολο έργο της καριέρας του, αλλά το έφερε εις πέρας με χαρακτηριστική άνεση. Το γεγονός ότι κάθε όργανο ακούγεται καθαρά και έχει τον δικό του χώρο στη μίξη αποτελεί πραγματικό επίτευγμα για τα τεχνολογικά δεδομένα της εποχής.
Focus: Διατηρείται η μαγεία του σήμερα;
Μιλάμε για μια δουλειά που απαιτεί την αμέριστη προσοχή αυτού που θα πατήσει το play, καθώς δεν είναι μουσική για χαλί ούτε προσφέρεται για γρήγορη κατανάλωση. Όπως παραδέχτηκε αργότερα ο Masvidal, έπαιζαν απλώς καλή μουσική και δεν υπήρχαν κανόνες για εκείνους. Ο δίσκος σε καλεί να κάτσεις αναπαυτικά, να βάλεις τα ακουστικά σου και να ανακαλύψεις τις κρυμμένες στρώσεις των συνθέσεων.
Η επιστροφή του σχήματος στη δράση το 2006 επιβεβαίωσε πανηγυρικά ότι ο κόσμος είχε πια φτάσει στο δικό τους, προχωρημένο επίπεδο. Είναι πραγματικά σπάνιο ένα έργο να αποδοκιμάζεται τόσο έντονα στην εποχή του και τρεις δεκαετίες μετά να αποτελεί από τους βασικούς πυλώνες ενός ολόκληρου ιδιώματος.
Δυστυχώς, αυτή η μαγεία φέρει πλέον και ένα βαρύ, μελαγχολικό φορτίο. Η απώλεια του Sean Reinert το 2020, αλλά και του Sean Malone την ίδια χρονιά, άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό στον χώρο της σκληρής μουσικής. Ο Reinert ήταν ένας πραγματικός οραματιστής που άλλαξε τον ρόλο των κρουστών στο metal, μπλέκοντας την τεχνική με το συναίσθημα. Αν και αυτοί οι σπουδαίοι μουσικοί δεν είναι πια κοντά μας, η κληρονομιά τους ζει και αναπνέει μέσα από κάθε νότα του “Focus”. Το έργο τους θα συνεχίσει να εμπνέει τις επόμενες γενιές, αποδεικνύοντας ότι η αληθινή τέχνη νικάει πάντα τον χρόνο.

