Ενώ συνολικά βλέπω τις δουλειές των Fuath με καλό μάτι, δεν είναι λίγες οι φορές που αναρωτιέμαι ποιος είναι ο ουσιαστικός λόγος ύπαρξης του project, από τη στιγμή που πίσω του βρίσκεται ο Andy Marshall των Saor. Ωστόσο, το “III” μοιάζει να είναι η πρώτη κυκλοφορία όπου το τοπίο ξεκαθαρίζει. Από νωρίς γίνεται σαφές ότι πρόκειται για έναν συνειδητά εστιασμένο δίσκο, ο οποίος κινείται αυστηρά εντός του πλαισίου του ατμοσφαιρικού black metal και κρίνεται από το πόσο πειθαρχημένα και αποτελεσματικά καταφέρνει να καλλιεργήσει, να διατηρήσει και να αρθρώσει αυτή τη μουσική γλώσσα.
Ουσιαστικά, το “III” χτίζεται πάνω στην «οικονομία» και την επανάληψη, οι οποίες λειτουργούν ως δομικά εργαλεία. Με μόλις τέσσερα κομμάτια που ξεπερνούν συνολικά τα σαράντα λεπτά, το άλμπουμ βασίζεται σε επαναλαμβανόμενα riffs, σταδιακές μεταβολές στο τέμπο και διακριτικές ηχητικές πινελιές, ώστε να διατηρεί το ενδιαφέρον. Αυτή η προσέγγιση, ωστόσο, ελλοχεύει κινδύνους, καθώς από τη μία ανταμείβει όποιον της δώσει χρόνο, την ίδια στιγμή που το ενδεχόμενο οι ιδέες να παρατείνονται περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται παραμένει υπαρκτό. Σε αυτό το σημείο παρεμβαίνει ο προσεκτικός χειρισμός του ρυθμού. Για να μην πέσει στην παγίδα, ο Andy Marshall αποφεύγει τόσο τις ξεκάθαρες κορυφώσεις όσο και τη στασιμότητα, αξιοποιώντας μικρές ρυθμικές ή μελωδικές μετατοπίσεις που επαναφέρουν την προσοχή του ακροατή πριν αρχίσει να βαριέται.
Η κιθάρα αποτελεί τον βασικό κινητήριο μοχλό του άλμπουμ. Το «ξύσιμο» κυριαρχεί, αλλά χρησιμοποιείται με ποικιλία στον τρόπο παιξίματος και την πυκνότητα, ώστε το υλικό να μην καταλήγει μονότονο. Κατά στιγμές, η σύνθεση στρέφεται προς ένα πιο σκληρό black metal, ενώ αλλού υποχωρεί σε πιο αργά περάσματα που δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην ατμόσφαιρα. Οι αντιθέσεις αυτές είναι απαραίτητες ώστε να δώσουν στο άλμπουμ μια αίσθηση κίνησης. Για παράδειγμα, κομμάτια όπως το “The Cailleach” αποτυπώνουν καθαρά αυτή την ισορροπία, μεταβαίνοντας από δυναμικά τμήματα σε πιο τμοσφαιρικά, χωρίς να διαταράσσεται η συνοχή.

Τα φωνητικά αντιμετωπίζονται ως ένα ακόμη όργανο και τοποθετούνται χαμηλά στη μίξη, συχνά θαμμένα κάτω από τις κιθάρες και τα τύμπανα, κάτι που ενισχύει την συνολική αίσθηση απόστασης του άλμπουμ. Η επιλογή αυτή λειτουργεί υπέρ του χαρακτήρα του “III”, καθώς εντείνει τον ψυχρό τόνο του χωρίς να αποσπά την προσοχή από τη ροή των συνθέσεων. Παρότι σε ορισμένα σημεία μια πιο έντονη φωνητική παρουσία θα μπορούσε να βοηθήσει τον όγκο του άλμπουμ, η απόφαση να παραμείνουν τα φωνητικά στο περιθώριο δείχνει απόλυτα συνειδητή επιλογή αισθητικής.
Το rhythm section του νέου δίσκου των Fuath παίζει καθοριστικό ρόλο στο πώς κυλά το άλμπουμ. Τα τύμπανα μένουν κυρίως σε σταθερά blast beats και mid-tempo μοτίβα που δένουν άμεσα με τις κιθάρες. Αυτή η επιλογή κρατά τις μεγάλες συνθέσεις όρθιες, ακόμη και όταν τα riffs επαναλαμβάνονται για αρκετή ώρα. Οι λίγες παύσεις σε καθαρότερα ή πιο χαμηλών τόνων σημεία. όπως στο “Embers of the Fading Age” ή αργότερα στο “The Sluagh”, λειτουργούν περισσότερο σαν ανάσες παρά σαν ξεχωριστές ιδέες, βοηθώντας τη ροή χωρίς να κόβουν τη φόρα του δίσκου.
Το σημείο στο οποίο το “III” ξεκάθαρα χωλαίνει, η έλλειψη έντονων στιγμών που να μένουν στο μυαλό. Παρότι αρκετά περάσματα και riffs λειτουργούν αποτελεσματικά τη στιγμή που ακούγονται, δεν καταφέρνουν να σου μείνουν μετά το τέλος του άλμπουμ. Το “Possessed by Starlight” αποτελεί την πιο χαρακτηριστική εξαίρεση, καθώς εκεί η δομή, ο ρυθμός και η κατεύθυνση του κομματιού κουμπώνουν πιο καθαρά από οπουδήποτε αλλού, δείχνοντας μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο δίσκος όταν όλα ευθυγραμμίζονται.
Από πλευράς παραγωγής, το “III” κινείται κάπου ανάμεσα στο «βρόμικο» και το «καθαρό». Ο ήχος παραμένει κρύος και άγριος, χωρίς όμως να δίνει την εντύπωση ημιτελούς δουλειάς, ενώ τα διακριτικά πλήκτρα προσθέτουν βάθος χωρίς να σπρώχνουν τον δίσκο προς υπερβολικά συμφωνικές κατευθύνσεις. Αυτή η ισορροπία υπηρετεί ξεκάθαρα τον στόχο του άλμπουμ: ατμοσφαιρικό black metal που κρατά το μέτρο, αντί να απλώνεται προς άλλες φόρμες.
Συνολικά, το “III” είναι ένας πειθαρχημένος δίσκος που δίνει ξεκάθαρα προτεραιότητα στη συνοχή και όχι στο εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Δεν καινοτομεί σε κανένα σημείο, προσφέρει όμως μια συνεπή ακουστική εμπειρία που επιβραβεύει την προσοχή χωρίς να τη διεκδικεί σε κάθε της στιγμή. Σε τελική ανάλυση, μιλάμε για ατμοσφαιρικό black metal, ένα είδος που χτίζεται πάνω στην επανάληψη και τη σταδιακή εξέλιξη, και εδώ οι Fuath προσφέρουν ακριβώς αυτό: έναν δίσκο που θα βρει εύκολα τη θέση του σε όσους κινούνται ήδη σε αυτά τα ακούσματα.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Artist: Fuath
Album: Gild The Lily
Release Date: 02/01/2026
Label: Northern Silence Records
Genre: Atmospheric Black Metal
1. The Cailleach
2. Embers of the Fading Age
3. Possessed by Starlight
4. The Sluagh
Fuath: ΙΙΙ
Το “III” δεν επιχειρεί να ξεφύγει από τα όρια του είδους, αλλά τα χειρίζεται με συνέπεια και έλεγχο. Πρόκειται για έναν δίσκο που στηρίζεται στη διάρκεια, τη ροή και τη σωστή διαχείριση της έντασης, περισσότερο παρά στις στιγμιαίες κορυφώσεις, και απευθύνεται σε ακροατές που εκτιμούν αυτήν την έκφανση του ακραίου ήχου.

