Ανάμεσα στα συγκροτήματα που συνέβαλαν σημαντικά στην αναβίωση του ευρωπαϊκού power metal από τα τέλη των ’90s και βοήθησαν να διατηρηθεί ζωντανό μέχρι σήμερα, οι HammerFall έχουν κερδίσει τη δική τους ξεχωριστή θέση. Από το ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1997 μέχρι το πιο πρόσφατο “Avenge the Fallen” του 2024, η μπάντα από το Gothenburg έχει χτίσει μια σταθερή παρουσία με περισσότερα από 13 στούντιο άλμπουμ και headlining εμφανίσεις σε φεστιβάλ όπως το Wacken Open Air και το Sweden Rock.
Αλλά ας μιλήσουμε με αριθμούς: η δισκογραφία τους στη Nuclear Blast -από το “Glory to the Brave” μέχρι και το “[r]Evolution”- έχει καταφέρει να ξεπεράσει τα 1,5 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως. Στη χώρα τους, που έχει τη δική της σημασία στον σκληρό ήχο, ορισμένα άλμπουμ τους, όπως το “Crimson Thunder” έγιναν πλατινένια με πάνω από 60.000 πωλήσεις, ενώ τα “Renegade”, “No Sacrifice, No Victory” και “Chapter V: Unbent, Unbowed, Unbroken” έγιναν χρυσά.
Χωρίς πολλά-πολλά, μπορεί να τους λατρεύεις, μπορεί απλώς να τους σέβεσαι. Ίσως τους βρίσκεις βαρετούς ή και φλώρους — γούστα είναι αυτά. Το μόνο σίγουρο είναι πως οι HammerFall δεν περνούν απαρατήρητοι. Και πώς να το κάνουν, αφού λίγο-πολύ τα έχουν όλα: εμπορική επιτυχία, παγκόσμια αναγνώριση και εντυπωσιακή δισκογραφική συνέπεια. Όλα αυτά δείχνουν πως είναι ένα από τα πιο σημαντικά συγκροτήματα της σύγχρονης metal σκηνής. Μέσα από αυτή τη διαδρομή, υπάρχουν πέντε άλμπουμ που για μένα ξεχωρίζουν λίγο παραπάνω, και είναι αυτά που ακολουθούν.
Legacy of Kings
Το power metal, από τη φύση του ρε παιδί μου, ακροβατεί ανάμεσα στο αστείο και τον θρύλο, κι αυτό καμιά φορά μας κάνει να ξεχνάμε πως υπήρξε μια εποχή που χρειαζόταν επειγόντως μια νέα αρχή. Μέρος αυτής της επανεκκίνησης ήρθε ντυμένο με πανοπλία και κρατώντας ένα σφυρί “να” με το συμπάθειο: το “Legacy of Kings” των HammerFall. Κυκλοφόρησε το 1998, μόλις έναν χρόνο μετά το “Glory to the Brave”, που είχε φέρει πίσω τον παραδοσιακό ήχο σε μια σκηνή τότε γεμάτη με νέα ρεύματα. Το “Legacy of Kings “επιβεβαίωνε αυτό που είχαμε ήδη υποψιαστεί από τον πρώτο τους δίσκο: αυτός είναι ο ήχος τους και δεν σκοπεύουν να τον αλλάξουν για κανέναν.
Αυτό που κάνει το “Legacy of Kings” να ξεχωρίζει από άλλα άλμπουμ του είδους, είτε μιλάμε για το πιο νεοκλασικό στυλ των Stratovarius είτε για την επικούρα των Rhapsody, είναι η επιλογή του να κρατήσει τα πράγματα απλά. Ανθεμικά ρεφρέν που σου μένουν και τα τραγουδάς, διπλές κιθάρες, ρυθμοί που σε κουνάνε και μια πίστη στη δυναμική του riff. Κι αν κάνει «μπαμ» ότι οι Joacim Cans και Oscar Dronjak είχαν ακούσει πολύ Iron Maiden και Manowar στα μικράτα τους, καταφέρνουν να φιλτράρουν τις επιρροές τους τόσο καλά, που τις φέρνουν τελείως στα μέτρα τους.

Αυτή η «ευκολία» που έχουν στο αυτί έχει φέρει και αγάπη και κράξιμο. Κάποιοι λένε ότι αρκετά από τα κομμάτια ακούγονται στην αρχή πολύ απλά ή «παιδικά». Αλλά άλλο απλότητα, άλλο προχειρότητα. Τα κομμάτια του “Legacy of Kings” γιατί τα hooks είναι φτιαγμένα επίτηδες έτσι, τα ρεφρέν έχουν γραφτεί για να τα τραγουδάς σε συναυλίες, και οι δομές τους είναι κομμένες και ραμμένες για να τα ακούς ξανά και ξανά.
Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του “Legacy of Kings” είναι ο ρυθμός του. Η μπάντα αποφεύγει την κλασική παγίδα του είδους, της εξάρτησης από την ταχύτητα, και σπάει τα πιο γρήγορα κομμάτια με mid-tempo στιγμές όπως στο “Let the Hammer Fall” ή ακόμα και μελωδικές μπαλάντες όπως το “The Fallen One”. Όμως, το κύριο ερώτημα είναι «είναι το “Legacy of Kings” καινοτόμο»; Και η απάντηση σε αυτήν την απορία είναι απλή, λιτή και μονολεκτική: «Καθόλου». Κι αυτό ακριβώς είναι το νόημα, οι HammerFall δημιούργησαν ένα που δεν επιδιώκει να μετρηθεί με βάση την πρωτοτυπία του. Την ώρα που πολλές μπάντες στα τέλη της δεκαετίας του ’90 προσπαθούσαν να διασφαλίσουν την πορεία τους μέσα από πειραματισμούς, οι Σουηδοί επέλεξαν να μείνουν πιστοί στις ρίζες και να το αντιμετωπίσουν σαν ένα είδος που αξίζει να διατηρηθεί ζωντανό.
No Sacrifice, No Victory
Μέχρι το 2009, οι HammerFall δεν είχαν πια πολλά να αποδείξουν, αλλά είχαν αρκετά να ξανακερδίσουν. Αν και κάποτε θεωρήθηκαν η μπάντα που έδωσε νέα πνοή στο παραδοσιακό metal, τα μέσα της δεκαετίας του 2000 τους βρήκαν κολλημένους σε μια πορεία χωρίς εκπλήξεις, κυκλοφορώντας άλμπουμ που, αν και ικανοποιητικά, έμεναν προσκολλημένα σε μια συνταγή που αρκετοί θεωρούσαν ξαναζεσταμένο φαγητό. Το “No Sacrifice, No Victory” ήταν ένα στοίχημα αναγκαίας επανατοποθέτησης, το οποίο σε μεγάλο βαθμό κέρδισαν.
Βασικό κομμάτι αυτής της αλλαγής ήταν η αντικατάσταση του κιθαρίστα Stefan Elmgren από τον Pontus Norgren. Και δεν είναι μόνο τα solos που έφεραν έναν άνεμο αλλαγής αλλά και η συμβολή του στη σύνθεση (ξεχωρίζει ιδιαίτερα στο ορχηστρικό “Something for the Ages”) πρόσθεσαν φρέσκες λεπτομέρεις που όμως δεν αλλοώσαν τον χαρακτήρα της μπάντας. Παράλληλα, η επιστροφή του αρχικού μπασίστα Fredrik Larsson έδωσε μια αίσθηση συνέχειας που συνδέει διακριτικά το άλμπουμ με την παλιότερη, πιο αναγνωρίσιμη περίοδο των HammerFall.
Το εναρκτήριο κομμάτι, “Any Means Necessary“, μπαίνει κατευθείαν στο ψητό και βάζει τις βάσεις: βαριά riff σε mid-tempo, sing-along ρεφρέν και προσεγμένη παραγωγή από τον Charlie Bauerfeind. Και ναι, πάλι δεν κάνουν κάτι ανατρεπτικό, όμως αυτή τη φορά, η σιγουριά είναι ξανά παρούσα. Κομμάτια όπως τα “Punish and Enslave” και “Legion” το αποδεικνύουν. Το πρώτο διαθέτει κοφτό ρυθμό και επιβλητική δυναμική, ενώ το δεύτερο θυμίζει την ικανότητα των HammerFall να γράφουν γρήγορο power metal και μία επίσης, μία από τις καλύτερες ερμηνείες του Cans τα τελευταία χρόνια.
Σε αντίθεση με τους δύο προηγούμενους δίσκους, το “No Sacrifice, No Victory” αποφεύγει τη μπανανόφλουδα των fillers. Σίγουρα, υπάρχουν κάποια κομμάτια που θα μπορούσαν να λείπουν (η διασκευή του “My Sharona” λόγου χάρη), παρ’ όλα αυτά, αυτά τα σημεία δεν χαλάνε τη συνολική ροή του άλμπουμ. Ακόμα και η μπαλάντα “Between Two Worlds“, παρόλο που δεν φέρνει κάτι ριζικά νέο, αποφεύγει τις υπερβολές και επιλέγει μια πιο ήπια, ακουστική προσέγγιση που ταιριάζει με τον πιο σκοτείνο ήχο του δίσκου. Επίσης, η παραγωγή του άλμπουμ δίνει μια αίσθηση φρεσκάδας, καθώς κάποια από τα προηγούμενα άλμπουμ των HammerFall ήταν «παραγυαλισμένα», όμως εδώ η ισορροπία είναι η σωστή.
Crimson Thunder
To 2002 οι HammerFall είχαν ήδη καθιερωθεί ως μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μπάντες του είδους. Το τέταρτο στούντιο άλμπουμ τους, το “Crimson Thunder”, είχε διπλό στόχο: να ενισχύσει τη θέση τους και να απαντήσει στις -αδικαιολόγητες- κριτικές που είχε δεχτεί το “Renegade”. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που αναδεικνύει τα δυνατά στοιχεία της συνταγή των HammerFall, και, σε ορισμένα σημεία, δείχνει μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτός ο δρόμος.
Και αν αρχή ήμισυ παντός, τότε το έμπα του “Crimson Thunder” είναι επικό. Σε πιάνει κατευθείαν από τα μούτρα με τα “Riders of the Storm“, “Hearts on Fire” και “On the Edge of Honour“, riffάρες, σφιχτοδεμένα σόλο και τα ρεφρέν γραμμένα για να τραγουδιούνται από το κοινό. Μπορεί τίποτα από όλα αυτά να μη φανερώνει κάποια νέα δοκιμή, αλλά δείχνουν ξεκάθαρα την ικανότητα των HammerFall να γράφουν άμεσο, μελωδικό και ειλικρινές metal. Το “Hearts on Fire”, ειδικά, βρίσκει τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στο πιασάρικο και το βαρύ, καθιερώνοντάς το ως ένα από τα πιο κλασικά τους anthems.
Το ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ κινείται σε λίγο διαφορετικό ρυθμό, με πιο αργό τέμπο σε μια προσπάθεια για αντίθεση που, σε γενικές γραμμές, λειτουργεί. Φυσικά, υπάρχουν πάλι σημείμα με «κενά», με κομμάτια όπως το “Lore of the Arcane“, που μοιάζει περισσότερο σαν να υπάρχει απλώς για να γεμίσει τη ροή. Κάποιοι σε αυτην την κατηγορία βάζουν και το “Dreams Come True” καθώς το υπερβολικά υποτονικό, ενώ άλλοι, σαν τον γράφοντα, κάποιοι εκτιμούν την ακουστική λιτότητά της.
Εν κατακλείδι, το “Crimson Thunder” αποτελεί μια από τις πιο στιβαρές στιγμές των HammerFall, συνδυάζοντας ώριμη εκτελεστική προσέγγιση με προσεγμένη παραγωγή και εικαστική συνέπεια. Η παρουσία του Charlie Bauerfeind εξασφαλίζει έναν καθαρό ήχο, ενώ το εξώφυλλο του Samwise Didier παραμένει πιστό στην αισθητική που συνοδεύει σταθερά τη μπάντα. Αν και το δεύτερο μισό του δίσκου χάνει κάπως σε ένταση και τα φωνητικά του Joacim Cans δεν έχουν πάντα το ίδιο βάθος, το υλικό παραμένει εξαιρετικό και με ξεκάθαρη ταυτότητα.
Renegade
Όταν το “Renegade” κυκλοφόρησε το 2000, οι HammerFall είχαν ήδη καθιερώσει το ύφος τους και συγκεντρώσει μεγάλο ενδιαφέρον γύρω από το όνομά τους μέσα από τους δύο πρώτους δίσκους. Αυτό που κάνει το τρίτο τους άλμπουμ καθοριστικό για την πορεία τους δεν είναι κάποια απότομη στροφή, αλλά η επιλογή να τελειοποιήσουν τη φόρμα τους. Το “Renegade” μαλακώνει συγκριτικά με τα “Glory to the Brave” και “Legacy of Kings”, αλλά το αντισταθμίζει με άψογη εκτέλεση, πιο σφιχτές συνθέσεις και ένα επίπεδο συνοχής που το κατατάσσει στα πιο μεστά άλμπουμ της δισκογραφίας τους.
Με μια πρώτη ματιά, η πιο προσεγμένη παραγωγή και το πιο συγκρατημένο τέμπο μπορεί να μοιάζουν σαν προσπάθεια προσέγγισης ευρύτερου κοινού. Όμως το να χαρακτηριστεί το “Renegade” ως εμπορική στροφή θα ήταν άστοχο. Εδώ έχουμε ακόμα τους HammerFall όπως τους ξέρουμε: έμφαση στα riff, δυνατά ρεφρέν, διπλές κιθάρες που δένουν αρμονικά, και φυσικά, ψηλά φωνητικά. Αυτό που έχει διαφοροποιηθεί είναι ο ρυθμός και η δομή των τραγουδιών. Αντί να στηρίζεται σε σταθερά γρήγορες ταχύτητες, το “Renegade” διαθέτει μεγαλύτερη ποικιλία, φέρνοντας μαζί mid-tempo anthems, ξεσηκωτικά power metal κομμάτια και ακόμα και ακουστικές μπαλάντες, όλα δεμένα σε ένα εντυπωσιακά ομοιογενές σύνολο.
Ανοίγει με το “Templars of Steel“, πιο αργό απ’ ό,τι συνήθως (τότε), αλλά με ξεκάθαρη πρόθεση και βάρος, δημιουργώντας ατμόσφαιρα αντί να πηγαίνει κατευθείαν στο ρεφρέν. Στη συνέχεια, κομμάτια όπως τα “Renegade” και “Living in Victory” ανεβάζουν ρυθμό, ενώ τα “The Champion” και “Keep the Flame Burning” διατηρούν ζωντανή την ενέργεια του πρώιμου power metal της μπάντας. Πιο πειραματική διάθεση φέρνει το “A Legend Reborn“, που δοκιμάζει ακουστικά intros και πιο σύνθετες ενορχηστρώσεις χωρίς να απομακρύνεται από τον πυρήνα της ταυτότητάς τους.
Και ναι, το “Renegade” δεν έχει την ένταση του ντεμπούτου ή τη φαντασμαγορία του “Crimson Thunder”, αλλά κερδίζει με τη σαφήνεια, τη συνοχή και την τεχνική του αρτιότητα. Επίσης,δε γίνεται να μη γίνει αναφορά στη χημεία των κιθαριστών Stefan Elmgren και Oscar Dronjak, που με το μελωδικό τους ένστικτο και τις ισορροπημένες επιλογές στα σόλο δίνουν ζωή ακόμα και στις πιο προβλέψιμες στιγμές.
Glory to the Brave
Γεννημένος το 1986, μεγάλωσα με μπάντες όπως οι Iron Maiden και οι Metallica, ήδη θρύλοι όταν άρχισα να τους ακούω. Αυτό τους έκανε να μοιάζουν σχεδόν… μακρινοί. Η πρώτη φορά που ένιωσα μέρος μιας ιστορίας ήταν όταν ανακάλυψα το “Glory to the Brave” των HammerFall. Ένα ντεμπούτο που σε έβαζε μέσα, από την αρχή.
Οι HammerFall δεν ξεκίνησαν με βλέψεις παγκόσμιας καριέρας. Ο Oscar Dronjak, μετά την αποχώρησή του από τους Ceremonial Oath, ξεκίνησε το συγκρότημα μαζί με τον Jesper Strömblad (τότε In Flames) στα τύμπανα. Πρώτος τραγουδιστής ήταν ο Mikael Stanne των Dark Tranquillity, ενώ μέλη των In Flames και Dark Tranquillity συμπλήρωναν τη σύνθεση. Όμως ταυτόχρονα, όλοι τους είχαν υποχρεώσεις σε μπάντες που εκείνη την εποχή απογειώνονταν. Η συμμετοχή στον διαγωνισμό Rockslaget λειτούργησε καταλυτικά: ο Stanne δεν μπορούσε να εμφανιστεί, και τότε μπήκε στην εξίσωση ο Joacim Cans.
Ο Cans είχε ήδη δοκιμάσει τη μουσική, τα είχε παρατήσει, είχε σπουδάσει στο Musicians Institute του Λος Άντζελες και είχε επιστρέψει. Όταν τον κάλεσαν ως προσωρινό τραγουδιστή, η χημεία ήταν τόσο άμεση που έγινε αμέσως μόνιμο μέλος. Το συγκρότημα ηχογράφησε ένα demo, υπέγραψε με τη Vic Records και ξεκίνησε την παραγωγή του πρώτου άλμπουμ. Η ηχογράφηση στο Studio Fredman ήταν γεμάτη αλλαγές και αυθορμητισμό, κάτι που τελικά ενίσχυσε τη φυσικότητα του ήχου.
Η κυκλοφορία του “Glory to the Brave” έφτασε γρήγορα στα αυτιά της Nuclear Blast, και σύντομα οι HammerFall έβλεπαν τον δίσκο τους να σημειώνει απρόσμενες πωλήσεις σε Γερμανία και Ιαπωνία. Το εξώφυλλο παρουσίασε για πρώτη φορά τον Hector, που έμελλε να γίνει η μασκότ της μπάντας. Χωρίς να ανακυκλώνει το παρελθόν, το άλμπουμ απέδειξε ότι το heavy metal μπορεί να παραμείνει αυθεντικό χωρίς να ζητά νοσταλγία για επιβεβαίωση. Οι HammerFall απλώς έπαιξαν όπως ήξεραν, και τελικά, αυτό ήταν αρκετό.