Με μία ματιά...
Νέον μοτέλ, άδειες εθνικές και μια φωνή που δεν βιάζεται ποτέ. Η Lera Lynn δούλεψε δεκαπέντε χρόνια χωρίς δίχτυ, άλλαξε δέρμα σε κάθε δίσκο και μίλησε ανοιχτά για όσα κρύβει η βιομηχανία. Η πιο ειλικρινής περίπτωση της αμερικανικής εναλλακτικής σκηνής.
- Δείχνει πώς επιβιώνει ένας ανεξάρτητος δημιουργός όταν η αγορά, η ηλικία και οι αλγόριθμοι δουλεύουν εναντίον του.
- Μετέτρεψε μια τηλεοπτική ετικέτα σε αφετηρία, αρνούμενη να ξαναγράψει τον ήχο που περίμενε το καινούργιο της κοινό.
- Ντεμπούτο σε αχούρι, σεζόν στο HBO, δίσκος ντουέτων, άλμπουμ φτιαγμένο ολομόναχη και μια επιστροφή μετά την παραίτηση.
Φέτος συμπληρώνονται δεκαπέντε χρόνια από το ντεμπούτο της Lera Lynn και δέκα από το “Resistor”, τον δίσκο με τον οποίο ξεκόλλησε από τον ρόλο που της είχε φορτώσει η τηλεόραση. Ανάμεσα στα δύο χωράει μια διαδρομή χωρίς ευθεία γραμμή. Πτυχίο ανθρωπολογίας, βάρδιες σε μπαρ, ένα αχούρι που έγινε στούντιο, μετακόμιση στο Nashville, μια σειρά του HBO και μια στιγμή που πούλησε τα μουσικά όργανά της για να σταματήσει. Η πορεία της δείχνει πόσο λίγο έχει να κάνει η καριέρα της με το ταλέντο και πόσο με την επιμονή.
Σήμερα το όνομά της κινείται σε δύο παράλληλα κανάλια. Από τη μία το κοινό που την ανακάλυψε ως τη μελαγχολική τραγουδίστρια ενός φτηνού μπαρ στο “True Detective”. Από την άλλη μια βάση ακροατών που την παρακολουθεί δίσκο με δίσκο, από τα country περιγράμματα των πρώτων χρόνων μέχρι το σκοτεινό, ηλεκτρονικό βάθος των τελευταίων. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ίδια πάλεψε μια ολόκληρη δεκαετία για να μην τη μπερδεύουν με τον ρόλο της, και αυτή η πάλη καθόρισε μεγάλο κομμάτι της δισκογραφίας της.
Πώς ξεκίνησε όλο αυτό πριν από το Nashville;
Γεννημένη στο Houston το 1984 και μεγαλωμένη στη Georgia, σπούδασε ανθρωπολογία στο University of Georgia. Η οικογένεια την πίεζε για κάτι πιο πρακτικό, εκείνη διάλεξε το αντικείμενο επειδή της άρεσε η έρευνα και το γράψιμο. Το βασικό μάθημα της ανθρωπολογίας, να παρατηρείς ανθρώπους αφήνοντας έξω τις προκαταλήψεις σου, πέρασε αυτούσιο στον τρόπο που γράφει τραγούδια. Δουλεύει με χαρακτήρες και σκηνές αντί για ημερολόγιο, κάτι που αργότερα αποδείχθηκε χρυσή δεξιότητα όταν της ζητήθηκε να γράψει για κάποια που δεν ήταν η ίδια.
Πριν από τον πρώτο δίσκο σέρβιρε σε μπαρ της Athens, στη Georgia, και έπαιζε σε ένα σχήμα με το όνομα Birds and Wire. Η πρώτη της ηχογράφηση με τον C.k. Koch ξεκίνησε σαν πείραμα, δυο κομμάτια για πλάκα, μετά άλλα δυο, μέχρι που μαζεύτηκε ολόκληρο άλμπουμ. Έτσι βγήκε το “Have You Met Lera Lynn?” το 2011, γραμμένο και ηχογραφημένο σε ένα ανακαινισμένο αχούρι. Ο τίτλος λειτουργούσε ως ερώτηση προς το κοινό, και χρειάστηκαν χρόνια για να απαντηθεί.

Μετά το ντεμπούτο ήρθε η μετακόμιση στο Nashville, το 2012. Η ίδια περιέγραφε τότε τον εαυτό της ως την επιτομή του DIY, με δική της εταιρεία, δική της προώθηση, δικό της μάνατζμεντ. Για να παίξει μισή ώρα σε μια από τις μικρότερες σκηνές ενός μεγάλου φεστιβάλ, οδήγησε δεκατέσσερις ώρες και μετά πέρασε πέντε ώρες σε συνεντεύξεις. Η Athens είχε κοινότητα και ζεστασιά, αλλά ήταν μικρή για όσα ήθελε. Το Nashville είχε το δίκτυο.
Lera Lynn και “True Detective”
Το μάνατζμέντ της έστελνε καιρό υλικό στον T Bone Burnett, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για ένα κομμάτι από το EP “Lying In The Sun”. Ακολούθησε ένα μακροσκελές γεύμα στο Nashville και αμέσως μετά ένα αεροπορικό εισιτήριο για Los Angeles. Σε δύο μέρες έγραψαν και ηχογράφησαν τέσσερα τραγούδια, και αυτά τα τέσσερα τραγούδια άλλαξαν την τροχιά της. Η διαδικασία ήταν λιτή, ένα μικρόφωνο στην κιθάρα, ένα στη φωνή, ζωντανές λήψεις και ελάχιστες οδηγίες.
Παράξενο στοιχείο της δουλειάς ήταν ότι δεν της επιτράπηκε να δει σενάριο. Το μόνο υλικό αναφοράς που πήρε ήταν ένας δίσκος της Mexicana τραγουδοποιού Lydia Mendoza. Δούλευε με σύντομες σημειώσεις από τον δημιουργό της σειράς, τύπου «ένας εραστής πεθαίνει και γυρίζει ως κοράκι», που γέννησε το “My Least Favorite Life”. Η εντολή του Burnett ήταν μία, να το πάει όσο πιο σκοτεινά αντέχει, κάτι που εκείνη δεν είχε δοκιμάσει ποτέ στα δικά της κομμάτια.
Όταν οι υπεύθυνοι άκουσαν το υλικό, προέκυψε η ιδέα να παίξει η ίδια την τραγουδίστρια του μπαρ. Το μακιγιάζ την έκανε ναρκομανή με χαλασμένα δόντια, σε μια σειρά όπου όλοι εμφανίζονταν στη χειρότερη εκδοχή τους. Την πρώτη μέρα γυρισμάτων ο Colin Farrell δάκρυσε στο πλατό ακούγοντας τη μουσική, και όλοι νόμισαν ότι υποκρινόταν. Από εκεί προέκυψε και το υλικό που κατέληξε αργότερα σε δίσκο της Rosanne Cash.
Γιατί άλλαξε ήχο η Lera Lynn μετά τη σειρά;
Η επιτυχία έφερε και μια παγίδα. Ο κόσμος άκουγε τα κομμάτια του χαρακτήρα και υπέθετε ότι έτσι ακούγεται η ίδια, σαν να μην καταλάβαινε ότι επρόκειτο για ρόλο. Κανείς δεν πίστεψε ότι ο Farrell ήταν στ’ αλήθεια διεφθαρμένος μπάτσος, αλλά για τη μουσικό όλοι υπέθεσαν ότι έβλεπαν τον πραγματικό άνθρωπο. Το δίλημμα ήταν πρακτικό, πώς κρατάς το νέο κοινό χωρίς να φτιάξεις δίσκο που δεν σου μοιάζει.
Η απάντηση ήρθε το 2016 με το “Resistor”, που κυκλοφόρησε από τη δική της εταιρεία. Εκεί τα country περιγράμματα υποχώρησαν και μπροστά βγήκαν τα κρουστά και οι κιθάρες με το reverb, ένα τοπίο από νέον μοτέλ και άδειες εθνικές. Συμπαραγωγός ήταν ο Joshua Grange, τον οποίο είχε γνωρίσει όταν άνοιγε συναυλίες της k.d. lang. Τα περισσότερα όργανα τα έπαιξαν οι δυο τους, με την ίδια να κάθεται και στα τύμπανα.
Τότε ήρθαν και οι πρώτες μεγάλες ευρωπαϊκές περιοδείες, με εμφανίσεις από το Δουβλίνο μέχρι τη Σκανδιναβία. Για να περιγράψει το ύφος της είχε χρησιμοποιήσει έναν χαρακτηρισμό που της έμεινε, ανατριχιαστικό και όμορφο μαζί. Μέσα σε αυτή την περιοχή εντόπισε πολλές διαφορετικές αποχρώσεις, από το θλιμμένο μέχρι το εκδικητικό, και τις δούλεψε συστηματικά στους επόμενους δίσκους.
Τι άλλαξε η συνάντηση με τον Rodney Crowell;
Παρότι το Nashville είναι η πρωτεύουσα του co-writing, εκείνη το απέφευγε συστηματικά όταν πρωτοήρθε. Της φαινόταν αδιανόητο να μοιραστεί κάτι τόσο προσωπικό με κάποιον άλλον μέσα σε ένα δωμάτιο. Η αλλαγή στάσης ήρθε όταν συνειδητοποίησε πόσο καλοί καλλιτέχνες την περιτριγύριζαν και πόσο λίγο τους είχε αξιοποιήσει. Από εκεί ξεκίνησε η ιδέα για έναν δίσκο ντουέτων με τραγούδια γραμμένα από την αρχή, όχι διασκευές.
Καταλύτης στάθηκε μια κουβέντα με τον Rodney Crowell, ο οποίος της είπε ότι άκουγε τους δίσκους της στο αυτοκίνητο επί μήνες και τη χαρακτήρισε ποιήτρια. Εκείνη το εκμεταλλεύτηκε για να του ζητήσει να γράψουν μαζί. Το κομμάτι που προέκυψε ήταν το πρώτο ντουέτο που είχε γράψει ποτέ στη ζωή της, και το ύφος εκείνης της συνεργασίας το κουβάλησε σε όλες τις υπόλοιπες, με τους Andrew Combs, Dylan LeBlanc, John Paul White και Shovels and Rope.
Το “Plays Well With Others” γράφτηκε μέσα σε έναν χρόνο και ηχογραφήθηκε σε λίγο παραπάνω από μια βδομάδα στη Florence της Alabama. Ο βασικός κανόνας ήταν ένας, μόνο ακουστικά όργανα, ώστε εννέα κομμάτια με εννέα διαφορετικές φωνές να ακούγονται σαν δίσκος και όχι σαν συλλογή. Το παράδοξο είναι ότι η ίδια λάτρευε τις ηλεκτρικές κιθάρες και τα πλήκτρα, και τα έκοψε όλα για να κρατήσει τη συνοχή.
Γιατί έφτιαξε έναν δίσκο εντελώς μόνη της;
Ο επόμενος δίσκος ξεκίνησε από ένα δώρο, μια φτηνή κάρτα ήχου τεσσάρων εισόδων. Έγραψε ένα κομμάτι για έναν φίλο που περνούσε δύσκολα, το ηχογράφησε για να δοκιμάσει το μηχάνημα, και μετά ήρθε δεύτερο και τρίτο. Έτσι προέκυψε το “On My Own”, όπου έγραψε, έπαιξε, ηχογράφησε και έκανε η ίδια τη μίξη σε κάθε κομμάτι. Το δύσκολο κομμάτι δεν ήταν η παραγωγή, ήταν το τεχνικό σκέλος και τα μικρά λάθη που σκότωναν τη ροή.
Σημαντική λεπτομέρεια, την είχαν αποθαρρύνει από το να το κάνει μόνη. Το κράτησε ως κίνητρο, με τη λογική ότι ο πιο σίγουρος τρόπος να πιστέψουν οι γυναίκες ότι μπορούν είναι να δουν άλλες γυναίκες να το κάνουν. Στον δίσκο βρίσκεται και το “Make You OK”, γραμμένο σε μισή ώρα για τον αλκοολικό πατέρα της που πέθανε όταν εκείνη ήταν στα είκοσι. Μόλις διάβασε τους στίχους, έβαλε τα κλάματα από ανακούφιση.
Λίγο αργότερα ήρθε η μητρότητα και μαζί ένας νέος τρόπος δουλειάς. Ο επόμενος δίσκος ηχογραφήθηκε σε μπλοκ δύο ωρών, ανάμεσα σε θηλασμούς, με τη μητέρα της να καλύπτει τα κενά. Χωρίς χρόνο για αναζήτηση έμπνευσης μέσα στο στούντιο, όλα έπρεπε να αντιμετωπιστούν σαν κανονική δουλειά με ωράριο. Το αποτέλεσμα, παραδόξως, ακούγεται από τα πιο ελαφριά και ανοιχτά πράγματα που έχει κάνει.
Τι σημαίνει να κηδεύεις την καριέρα σου στα σαράντα
Μετά το 2020 τα νούμερα έπαψαν να βγαίνουν. Μια καριέρα που ήταν βιώσιμη πριν την πανδημία έγινε μια εξίσωση με εισιτήρια που δεν πουλιούνται, περιοδείες που κοστίζουν και ένα παιδί που περιμένει στο σπίτι. Σε κάποια φάση πούλησε όργανα, έβαλε τα ρούχα της σκηνής σε αποθήκη και δεν άντεχε καν να βρίσκεται σε δωμάτιο με κιθάρα. Η απόφαση να σταματήσει ήταν ειλικρινής, όχι δραματική εξαγγελία.
Εκείνη την περίοδο η ψυχολόγος της της είπε κάτι που έμεινε, να δώσει στην καριέρα της μια κανονική κηδεία. Στα γενέθλια των σαράντα, ένας φίλος τραγουδοποιός της απάντησε στο ερώτημα γιατί δικαιούται να μιλάει με το απλούστερο επιχείρημα, ότι κανείς άλλος δεν κάθεται να το αναρωτηθεί. Την επόμενη μέρα έγραψε το “Cherry Tree” και κατάλαβε ότι είχε ξεκινήσει ήδη καινούργιος δίσκος. Έτσι γεννήθηκε το “Comic Book Cowboy”.
Το θέμα που την απασχολεί πλέον περισσότερο είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Δεν την απορρίπτει, αλλά στάθηκε από τις πρώτες που έδειξαν δημόσια τι σημαίνει να ζητάς από ένα μοντέλο τραγούδι «στο ύφος της Lera Lynn». Είκοσι χρόνια δουλειάς για φωνή, φράση και στίχο μπορούν να αντιγραφούν σε δευτερόλεπτα, χωρίς πιστοποίηση, χωρίς δικαιώματα και χωρίς αναφορά.
Η παρακαταθήκη της, λοιπόν, δεν βρίσκεται σε έναν συγκεκριμένο δίσκο. Βρίσκεται στο ότι κράτησε τον έλεγχο σε κάθε στάδιο, άλλαξε ήχο όποτε βαρέθηκε, και μίλησε ανοιχτά για το πόσο κοστίζει στην πράξη να είσαι ανεξάρτητη μουσικός. Για μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών της εναλλακτικής αμερικανικής σκηνής, η διαδρομή της λειτουργεί ταυτόχρονα ως οδηγός και ως προειδοποίηση.

