Ο Robert Smith διατηρεί μια εικόνα που εύκολα μπορεί να σε ξεγελάσει. Το κόκκινο κραγιόν και το ανακατεμένο μαλλί κρύβουν έναν τύπο από το Crawley που αρνήθηκε πεισματικά να παίξει το παιχνίδι των δισκογραφικών. Ο ηγέτης των The Cure δεν επιδίωξε ποτέ να γίνει το πρόσωπο μιας ολόκληρης υποκουλτούρας ή ο αγαπημένος των media.
Έχοντας διανύσει δεκαετίες αδιάλειπτης παρουσίας στα μουσικά δρώμενα, στέκεται απέναντι στο σύστημα με την ίδια νοοτροπία από τα 70s. Η πορεία του χτίστηκε πάνω με μια αυθεντικότητα που προσέφερε άμεσα καταφύγιο στο κοινό του. Αυτή η ξεκάθαρη στάση απέναντι στη βιομηχανία τον κρατάει μακριά από κάθε είδους γραφικότητα, κάνοντάς τον να μοιάζει πιο επίκαιρος από ποτέ.
Αρχικά, ο βασικός του ρόλος στο συγκρότημα αφορούσε κυρίως τη σύνθεση και την κιθάρα. Η μετάβασή του στο μικρόφωνο προέκυψε από καθαρή ανάγκη όταν οι προηγούμενοι τραγουδιστές αποχώρησαν. Παρά την αρχική του διστακτικότητα για τη φωνή του, αποφάσισε να αναλάβει τα φωνητικά επειδή ένιωθε ότι μπορούσε να αποδώσει καλύτερα το συναίσθημα των στίχων του.
Η επιρροή από το punk κίνημα της εποχής του έδωσε την αυτοπεποίθηση να αγνοήσει τους κανόνες και να δημιουργήσει έναν εντελώς δικό του ήχο. Σημαντικό ρόλο έπαιξε η επαφή του με το άλμπουμ “Low” του David Bowie, το οποίο του άλλαξε τον τρόπο που αντιλαμβανόταν τον ήχο. Ο συνδυασμός της μελωδίας με τον θόρυβο έγινε το σήμα κατατεθέν του.
Οι μουσικές διαδρομές και η ταυτότητα
Πολλοί βιάστηκαν να τον χαρακτηρίσουν αποκλειστικά ως εκπρόσωπο της goth σκηνής λόγω της εμφάνισης και των σκοτεινών στίχων. Ο ίδιος φρόντιζε συχνά να ανατρέπει αυτές τις προσδοκίες γράφοντας κομμάτια με έντονη pop διάθεση, όπως τα “Friday I‘m In Love” και “Boys Don’t Cry“. Η ικανότητά του να περνάει από τη μελαγχολία του “Disintegration” σε πιο φωτεινά μονοπάτια δείχνει έναν δημιουργό που αρνείται να εγκλωβιστεί.
Ο Βρετανός καλλιτέχνης έχει ξεκαθαρίσει τη θέση του, σημειώνοντας πως «δεν θέλω να με θυμούνται για τίποτα άλλο, παρά μόνο ότι ήμουν σε μια μπάντα που ήταν καλή». Η ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα είναι που κάνει τη δισκογραφία των The Cure τόσο ανθεκτική. Το κοινό τραγούδησε αυτούς τους στίχους με το ίδιο πάθος που αγκάλιασε και τις πιο εσωστρεφείς στιγμές τους στις συναυλίες.

Παράλληλα με το τραγούδι, η τεχνική του στην κιθάρα διαμόρφωσε μια ολόκληρη σχολή για τους μεταγενέστερους μουσικούς. Η χρήση οργάνων όπως το Fender Bass VI και η συνήθειά του να ξεκουρδίζει ελαφρώς τις χορδές έδωσαν στον ήχο του μια χαρακτηριστική αίσθηση. Αυτή η ηχητική υπογραφή τον έκανε περιζήτητο συνεργάτη για πολλά σχήματα εκτός της βασικής του μπάντας.
Η συμμετοχή του σε projects όπως οι The Glove και οι εμφανίσεις του με τους Gorillaz αποδεικνύουν τη διάθεσή του να πειραματίζεται διαρκώς. Ακόμα και όταν βοηθούσε άλλους καλλιτέχνες, η παρουσία του έδινε αμέσως το δικό του στίγμα στο τελικό αποτέλεσμα, κρατώντας τον ίδιο ενθουσιασμό όπως την πρώτη μέρα. Η κιθάρα στα χέρια του έγινε ένα εργαλείο έκφρασης που ξέφυγε από τα τετριμμένα, προσφέροντας νέες κατευθύνσεις στον εναλλακτικό ήχο.
Η λογοτεχνία ως πηγή έμπνευσης
Σταθερός τροφοδότης της έμπνευσής του υπήρξε από τα πρώτα χρόνια η λογοτεχνία. Τα βιβλία λειτουργούν ως ένας ανοιχτός δρόμος για να εξερευνήσει φιλοσοφικά ερωτήματα. Από τον Albert Camus μέχρι τον Ray Bradbury, τα διαβάσματά του καθοδηγούν συχνά τη θεματολογία των δίσκων του συγκροτήματος. Ακόμα και στις πιο πρόσφατες συνθέσεις της μπάντας, ποιήματα δημιουργών όπως ο Ernest Dowson βρίσκουν τον δικό τους χώρο.
Η μετατροπή της υπαρξιακής αγωνίας σε τραγούδι γίνεται μέσα από μια διαδικασία όπου οι λέξεις των ποιητών συναντούν τις προσωπικές του εμπειρίες. Η μουσική του θυμίζει ένα ημερολόγιο όπου οι σκέψεις συνομιλούν με τα κλασικά κείμενα, δίνοντας στους στίχους μια μοναδική ποιότητα.
Βγαίνοντας από το στούντιο, η καθημερινή του ζωή διέπεται από τις ίδιες αρχές που διαπνέουν τη μουσική του. Ο γάμος του με τη Mary Poole, την οποία γνώρισε σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, παραμένει ένας ισχυρός πυρήνας για εκείνον. Το ζευγάρι επέλεξε να μην κάνει παιδιά, μια απόφαση που συνδέεται άμεσα με την απαισιόδοξη οπτική του για την ανθρώπινη ύπαρξη.
Η συνέπεια ανάμεσα στην κοσμοθεωρία του και στον τρόπο που επέλεξε να ζήσει δείχνει έναν άνθρωπο που δεν υιοθέτησε το σκοτάδι απλώς ως μια καλλιτεχνική πόζα. Η ειλικρίνεια με την οποία αντιμετωπίζει τη ματαιότητα της ζωής τον κάνει να ξεχωρίζει στον συχνά επιφανειακό κόσμο του θεάματος. Η ζωή του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας επιβεβαιώνει τη βαθιά ανάγκη του για ιδιωτικότητα και ουσιαστικές σχέσεις.
Το punk attitude στην πράξη
Σημαντικό στοιχείο του χαρακτήρα του είναι ο βαθύς σεβασμός προς τους ανθρώπους που ακούνε τη μουσική του. Πρόσφατα, η στάση του απέναντι στην αύξηση των τιμών των εισιτηρίων μέσω δυναμικής τιμολόγησης επιβεβαίωσε αυτή τη στάση. Ο ίδιος συγκρούστηκε με τις πλατφόρμες πώλησης για να εξασφαλίσει ότι οι συναυλίες της μπάντας θα παραμείνουν προσιτές για όλους, ειδικά για τους νεότερους θαυμαστές του.
Η κατανόηση της οικονομικής πραγματικότητας του κοινού ύστερα από σαράντα πέντε χρόνια καριέρας φανερώνει ότι διατηρεί ακέραιη την αρχική του punk νοοτροπία. Αυτή η γειωμένη προσέγγιση είναι σπάνια για έναν καλλιτέχνη αυτού του βεληνεκούς και ενισχύει τον δεσμό του με το κοινό. Οι αντιδράσεις του απέδειξαν ότι η μουσική βιομηχανία μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά, αρκεί οι δημιουργοί να υψώσουν το ανάστημά τους.
Φυσικά, η επιρροή του υπερβαίνει τη δισκογραφία των Cure και αγγίζει ολόκληρη την ποπ κουλτούρα. Η εμβληματική του εμφάνιση ενέπνευσε δημιουργούς από διαφορετικος χώρους να χτίσουν τους δικούς τους φανταστικούς κόσμους. Ο σκηνοθέτης Tim Burton βάσισε εν μέρει την αισθητική του χαρακτήρα στην ταινία “Edward Scissorhands” στο δικό του στυλ, ενώ αντίστοιχες αναφορές υπάρχουν στα κόμικς “The Sandman” και “The Crow”.
Ο εμβληματικός του ρόλος σε ένα επεισόδιο της σειράς “South Park” παραμένει μια από τις πιο διασκεδαστικές στιγμές της καριέρας του και τον έκανε γνωστό σε νέο κοινό. Παραμένει ένας άνθρωπος που κατάφερε να γίνει σύμβολο διατηρώντας απλώς την ταυτότητά του. Η σκοτεινή αισθητική του βρήκε γόνιμο έδαφος σε πολλές μορφές τέχνης, αποδεικνύοντας τη δύναμη που έχει μια καλλιτεχνική περσόνα.
Ένα τέλος που διαρκώς αναβάλλεται
Πολλές φορές στο παρελθόν είχε αφήσει να εννοηθεί ότι η μπάντα θα διαλυθεί ύστερα από μια μεγάλη περιοδεία ή μια νέα κυκλοφορία. Η κούραση από τις συνεχόμενες ζωντανές εμφανίσεις και την καθημερινή τριβή με τους γύρω του τον οδηγούσε συχνά στη σκέψη της οριστικής απόσυρσης.
Παρόλα αυτά, η βαθιά αγάπη του για τη ζωντανή επαφή με τον κόσμο τον έφερνε πάντα πίσω στη σκηνή. Η ενέργεια που αντλεί από τις συναυλίες των τελευταίων ετών φαίνεται να του έχει δώσει μια νέα πνοή, ανανεώνοντας ουσιαστικά τη σχέση του με το συγκρότημα. Αντιμετωπίζει κάθε ζωντανή εμφάνιση ως μια μοναδική ευκαιρία επικοινωνίας.
Διαβάστε επίσης: Cure: A Forest | Ένα δάσος που μας κατάπιε
Ο Robert Smith παραμένει ένα glitch μέσα στη βιομηχανία του θεάματος. Ένας τύπος της μεσαίας τάξης από το Sussex που αρνήθηκε να ξεπουληθεί, διατηρώντας το όραμα που είχε ως έφηβος. Η επιμονή του να βάζει ακόμα το παλιό του μακιγιάζ και να ανεβαίνει στη σκηνή κρύβει μια τεράστια αξιοπρέπεια. Η πραγματική του κληρονομιά είναι η απόδειξη πως μπορείς να κατακτήσεις τον κόσμο παραμένοντας απλώς ο εαυτός σου, χωρίς να κάνεις εκπτώσεις στην αισθητική σου.

