Τα ραδιόφωνα στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ζητούσαν επίμονα αισιόδοξα τραγούδια και χαρούμενες μελωδίες. Το “Paint It Black” προσγειώθηκε σε αυτή την εποχή γεμάτο μαυρίλα και απελπισία. Η αφετηρία του στα RCA Studios στις αρχές του 1966 υπήρξε εντελώς αθόρυβη. Το κομμάτι έμοιαζε με έναν αδύναμο και άχαρο μουσικό σκελετό. Εκείνη την περίοδο η μπάντα ένιωθε τεράστια πίεση να αποδείξει πως η εμπορική της έκρηξη με το “Satisfaction” βασιζόταν στο αληθινό συνθετικό της ταλέντο.
Το γκρουπ έψαχνε απεγνωσμένα μια νέα ταυτότητα μακριά από τις γνώριμες blues φόρμες. Ο Keith Richards έφερε μια μελαγχολική μελωδία από την περιοδεία στην Αυστραλία και ο Mick Jagger γέμισε τα κουπλέ με σκοτεινούς στίχους. Οι πρώτες δοκιμές στο στούντιο έβγαζαν ένα εντελώς αδιάφορο αποτέλεσμα. Η ειρωνεία και η σιγουριά των προηγούμενων ηχογραφήσεων απουσίαζαν. Η απογοήτευση κυρίευσε τους μουσικούς σε τέτοιο βαθμό που έφτασαν μια ανάσα πριν πετάξουν την ιδέα στα σκουπίδια.
Βρίσκοντας τον ρυθμό μέσα στην απελπισία
Τότε συνέβη κάτι απρόσμενο. Το “Paint It Black” άλλαξε μορφή μέσα από μερικές αυθόρμητες αποφάσεις της στιγμής στο στούντιο. Κάτι αντίστοιχο έγινε και σε άλλα τραγούδια από τον δίσκο “Aftermath”, δείχνοντας μια γενικότερη διάθεση για δοκιμές. Το “Lady Jane” απέκτησε dulcimer και τσέμπαλο, και το “Under My Thumb” έφερε μπροστά τη μαρίμπα. Οι Rolling Stones βρήκαν τον τρόπο να ανατρέψουν τις προσδοκίες μέσα από τη δημιουργική τους αμηχανία. Μια σειρά από ασυνήθιστες και εντελώς τυχαίες ηχητικές επιλογές μεταμόρφωσαν το τραγούδι ριζικά.
Στα μέσα του 1966, οι Rolling Stones είχαν ξεφύγει από τον ρόλο του blues αντίβαρου απέναντι στους Beatles. Είχαν αρχίσει να διαμορφώνουν μια ξεκάθαρα πιο σκοτεινή και βαριά ταυτότητα. Τα νέα τους τραγούδια πουλούσαν ευθέως απογοήτευση και κυνισμό. Έγιναν η μπάντα που φώναζε στον κόσμο πως είχε κάθε δικαίωμα να νιώθει θυμό για όσα συνέβαιναν γύρω του. Η πρόκληση πλέον αφορούσε την εξέλιξη του ήχου τους και την αποφυγή της επανάληψης.

Το “Paint It Black” στην αρχική του μορφή έμοιαζε αδύναμο. Ξεκίνησε ως ένα τελείως απλό κομμάτι με έναν συνηθισμένο, τετριμμένο ρυθμό. «Θα ήταν απλώς αστείο», παραδέχτηκε ο Mick Jagger, περιγράφοντας τα πρώτα takes. Ο τραγουδιστής θεωρούσε το αρχικό demo απλά ένα ακόμα αδιάφορο τραγούδι μιας συνηθισμένης beat μπάντας.
Καθώς ο χρόνος πίεζε ασφυκτικά για ένα νέο hit, ο μπασίστας Bill Wyman αποφάσισε να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό. Σύρθηκε κάτω από ένα όργανο Hammond και άρχισε να χτυπά τα πεντάλ με τις γροθιές του στο πάτωμα. Δημιούργησε έτσι μια δεύτερη γραμμή μπάσου, γεμίζοντας το κομμάτι με χαμηλές συχνότητες και δυναμική. Αυτή η εντελώς αυθόρμητη κίνηση χάρισε στο τραγούδι έναν παλλόμενο, υπνωτικό ρυθμό, σπρώχνοντάς το έξω από τα όρια του κλασικού rock ‘n’ roll.
Ο απόκοσμος ήχος που ανέδειξε τη σκοτεινή εμμονή
Εκείνη την περίοδο ο Brian Jones, ο πολυοργανίστας της μπάντας, ένιωθε όλο και πιο αποξενωμένος από τους υπόλοιπους. Η επιρροή του στους Rolling Stones μειωνόταν συνεχώς, με το δίδυμο Jagger-Richards να παίρνει τα ηνία των συνθέσεων. Η χρήση ναρκωτικών είχε αυξηθεί και η ασταθής συμπεριφορά του έφερνε εμπόδια στις συναυλίες και στο στούντιο. Ο Jones προσπαθούσε να βρει διέξοδο μέσα από τον ίδιο τον ήχο, δοκιμάζοντας διαρκώς καινούργια πράγματα. Είχε χάσει το ενδιαφέρον του για την κλασική κιθάρα, τα ακόρντα και τα riffs, εστιάζοντας πια αποκλειστικά στις περίεργες ηχητικές υφές. Ο άλλοτε βασικός κιθαρίστας είχε μετατραπεί στον απόλυτο ηχητικό εξερευνητή της μπάντας, επιλέγοντας το ινδικό σιτάρ για το “Paint It Black”.
Ο Jones μαγεύτηκε από τον μυσταγωγικό ήχου του σιτάρ ακούγοντας τον George Harrison να παίζει ινδικούς ήχους στο “Norwegian Wood”. Αποφάσισε να μελετήσει το όργανο με προσήλωση, παίρνοντας μαθήματα από τον Harihar Rao, μαθητή του Ravi Shankar. Χωρίς να φτάσει σε επίπεδο βιρτουόζου, κατάλαβε γρήγορα τον τρόπο για να το εντάξει στη ροκ. Το σιτάρ γέμισε το τραγούδι με μια περίεργη ένταση και έναν ανατριχιαστικό εξωτισμό. Ο κύριος στόχος του Jones ήταν να εντείνει μια μόνιμη αίσθηση ανησυχίας στον ακροατή.
Αυτός ο απόκοσμος ήχος του σιτάρ μετατράπηκε γρήγορα στη ραχοκοκαλιά του τραγουδιού. Το όργανο ακολουθούσε τη μελωδία των φωνητικών και έχτισε το πασίγνωστο riff της εισαγωγής. Ο ρόλος του ξεπέρασε κατά πολύ την αισθητική φανφάρα, δίνοντας στο κομμάτι τον σκοτεινό και χαρακτηριστικό του παλμό. Ο Jones πρότεινε πρακτικά μια εντελώς νέα οπτική για τα όρια ενός ροκ τραγουδιού. «Ήταν κάτι περισσότερο από ένα ηχητικό εφέ», δήλωσε αργότερα ο παραγωγός Andrew Loog Oldham, τονίζοντας πως ο Brian λειτουργούσε ως η συγκολλητική ουσία ολόκληρου του δίσκου.
Μέσα σε αυτό το παράξενο ηχητικό τοπίο, οι στίχοι του Jagger βρήκαν επιτέλους τη θέση τους. Τα λόγια του μιλούν για θλίψη και απώλεια, αντανακλώντας ταυτόχρονα την πολιτισμική αμηχανία εκείνης της περιόδου. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, η δυτική κοινωνία έβλεπε το μεταπολεμικό όνειρο να καταρρέει. Τραγούδια σαν το “Paint It Black” έφεραν στην επιφάνεια το βάρος του πολέμου και την κοινωνική αποξένωση.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, τέτοιες αναφορές στον θάνατο και στο πένθος έμοιαζαν απαγορευτικές για τη μαζική ποπ κουλτούρα. Με το σιτάρ να σέρνεται σαν φίδι και τα τύμπανα του Charlie Watts να χτυπούν επίμονα, οι στίχοι φόρεσαν μια τρομακτική ένταση. Ο στίχος “I see a red door and I want it painted black” πήρε τη μορφή μιας επικίνδυνης, σκοτεινής εμμονής πέρα από την επιφανειακή θλίψη.
Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ποιητικότητα και την ψύχωση θολώνει επικίνδυνα καθώς το κομμάτι προχωράει προς το τέλος. Αυτό ήταν πιθανότατα και το ζητούμενο της μπάντας. Το τραγούδι αρνείται να προσφέρει κάποια λύτρωση ή να εξηγήσει το βαθύτερο νόημά του. Το μόνο που κάνει είναι να παρασύρει τον ακροατή σε μια σκοτεινή μουσική δίνη.
Μια κοινωνία που καταρρέει
Το “Paint It Black” κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1966, ξεκινώντας από τις ΗΠΑ και φτάνοντας έπειτα στο Ηνωμένο Βασίλειο, αμέσως μετά την κυκλοφορία του δίσκου “Aftermath”. Η χρονική συγκυρία έδεσε αναπάντεχα τέλεια με το γενικότερο κλίμα της εποχής. Η Αμερική βυθιζόταν όλο και πιο βαθιά στη φρίκη του πολέμου στο Βιετνάμ, αφήνοντας πίσω της κάθε ψευδαίσθηση για ένα καλοκαίρι ειρήνης. Ολόκληρη η αμερικανική κοινωνία ζούσε εγκλωβισμένη σε μια καθημερινότητα γεμάτη φόβο, σύγχυση και αβεβαιότητα.
Το τραγούδι σκαρφάλωσε αμέσως στην κορυφή των charts και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Οι Αμερικανοί στρατιώτες στο Βιετνάμ βρήκαν στο “Paint It Black” έναν καθρέφτη της δικής τους ψυχικής φθοράς. Ο νευρικός του ρυθμός και η καταθλιπτική ατμόσφαιρα περιέγραφαν το χάος και την απόγνωση του μετώπου. Αυτός ο ήχος της παραφροσύνης περιέγραφε τη φρίκη του μετώπου πολύ καλύτερα από οποιοδήποτε κλασικό τραγούδι διαμαρτυρίας.

Φτάνοντας στα τέλη της δεκαετίας του 1980, το κομμάτι καθιερώθηκε ως το κορυφαίο κινηματογραφικό soundtrack της ψυχικής κατάρρευσης. Η χρήση του στην ταινία “Full Metal Jacket” και στη σειρά “Tour Of Duty” σφράγισε τη σύνδεσή του με τα πολεμικά τραύματα. Το “Paint It Black” φόρτωσε στις πλάτες του πολύ περισσότερα νοήματα από όσα είχαν αρχικά στο μυαλό τους οι δημιουργοί του το 1966. Ο Stanley Kubrick το διάλεξε σοφά για τους τίτλους τέλους, ενώ το “Tour Of Duty” το έκανε σήμα κατατεθέν του. Αυτές οι σπουδαίες σκηνοθετικές επιλογές φώτισαν το σκοτάδι του κομματιού, αναδεικνύοντας όλη την κρυμμένη δύναμη των στίχων του.
Η ιστορία του τίτλου έκρυβε και αυτή μια μικρή περιπέτεια, με την Decca Records να τυπώνει το εξώφυλλο βάζοντας ένα εντελώς λανθασμένο κόμμα ως “Paint It, Black”. Αυτό το τυπογραφικό λάθος γέννησε διάφορες φήμες για δήθεν ρατσιστικά υπονοούμενα, κάτι που η μπάντα διέψευσε γρήγορα. «Σημαίνει ακριβώς αυτό που λέει, αφορά την ανάγκη να γίνει ο κόσμος γύρω μας μαύρος», ξεκαθάρισε ο Jagger. Σήμερα το κομμάτι μοιάζει να έχει αυτονομηθεί πλήρως από τους γονείς του. Ακόμα και ο ίδιος ο Richards παραδέχεται πως νιώθει αποστασιοποιημένος, νιώθοντας συχνά πως πρόκειται για ένα τραγούδι που γράφτηκε από κάποια αόρατη εξωτερική δύναμη.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο παραμένει η τεράστια συνεισφορά των μελών που βρίσκονταν ένα βήμα πίσω από τους προβολείς. Τα χτυπήματα του Wyman στο Hammond, το απόκοσμο σιτάρ του Jones και τα σκοτεινά τύμπανα του Watts έδωσαν πνοή στο κομμάτι. Σε ένα συγκρότημα που στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στο δίδυμο Jagger-Richards, αυτή η ηχογράφηση αποτελεί ένα σπάνιο δείγμα ομαδικής προσπάθειας.
Η αιώνια σφραγίδα της “μαύρης πόρτας”
Το “Paint It Black” παραμένει με άνεση ένα από τα σπουδαιότερα και πιο ανθεκτικά τραγούδια των Rolling Stones στον χρόνο. Αρκετά κομμάτια τους, όπως τα “Sympathy For The Devil” και “Gimme Shelter”, κουβαλούν τεράστιο πολιτισμικό βάρος και ιστορία. Το συγκεκριμένο όμως συνεχίζει να ξεχωρίζει χάρη στον πρωτοποριακό του ήχο, τη βαριά μελαγχολία και την αστείρευτη εφευρετικότητα της στιγμής. Η ενέργειά του πηγάζει κατευθείαν από τα νεύρα, τη σκόρπια έμπνευση και τον μαγικό συγχρονισμό των μουσικών. Ο τεράστιος αριθμός διασκευών του, από άγρια punk σχήματα μέχρι τεράστιες συμφωνικές ορχήστρες, αποδεικνύει την ικανότητά του να σκεπάζει μόνιμα την ποπ κουλτούρα.
Για μια παρέα μουσικών που έβγαζε προς τα έξω μια εικόνα επικίνδυνη και ατίθαση, αυτό ήταν το ιδανικό μουσικό όχημα. Το τραγούδι απέφευγε τη λάμψη, την ομορφιά και την ασφάλεια των ραδιοφωνικών επιτυχιών της εποχής. Θύμιζε περισσότερο το σήμα κινδύνου κάποιου ανθρώπου που στέκεται στην άκρη του γκρεμού, αδυνατώντας να περιγράψει τον φόβο του. Το “Paint It Black” παραμένει μια βαθιά ρωγμή στην επιφάνεια της ροκ μουσικής, διατηρώντας ακέραια την αξία του. Το κομμάτι αρνείται να ωραιοποιήσει τον πόνο και να εκλογικεύσει τη θλίψη. Επιλέγει να αφήσει όλα τα σκοτεινά συναισθήματα να ξεσπάσουν ελεύθερα, με έναν τρόπο βίαιο, αλλόκοτο και γεμάτο αναπάντητα ερωτήματα.
Η πραγματική ιστορία πίσω από τη δημιουργία του “Paint It Black” κρύβει μέσα της μια αφοπλιστική απλότητα. Έχουμε να κάνουμε με ένα μισοτελειωμένο demo, μια παρέα στα όριά της, ένα ινδικό σιτάρ στη γωνία του δωματίου και μερικούς τύπους που πείσμωσαν να βρουν τη λύση. Οι μεγαλύτερες ανατροπές στην ιστορία της μουσικής γεννιούνται συνήθως μέσα από το καθαρό χάος και την παντελή απουσία οποιουδήποτε οργανωμένου σχεδίου.



