Το 1996 οι κανόνες του τρόμου γράφτηκαν από την αρχή. Το franchise του “Scream” κατάφερε κάτι μοναδικό στην ιστορία του σινεμά, καταφέρνοντας να παραμείνει φρέσκο, ειρωνικό και απόλυτα συνδεδεμένο με την ποπ κουλτούρα για τρεις ολόκληρες δεκαετίες. Ο Ghostface έγινε το σύμβολο μιας σειράς ταινιών που σχολίαζε την ίδια της την ύπαρξη, τα γνώριμα μοτίβα των slasher και την τοξικότητα της υπερβολικής αγάπης των οπαδών. Η μάσκα άλλαζε πρόσωπα με το πέρασμα των χρόνων, κρατώντας την ουσία κοφτερή σαν το μαχαίρι του εκάστοτε δολοφόνου.
Φτάνοντας αισίως στην έβδομη ταινία, με τον Kevin Williamson να κάθεται πλέον στην καρέκλα του σκηνοθέτη, η προσδοκία ήταν εξαρχής τεράστια. Ο άνθρωπος που έγραψε το αρχικό σενάριο καλείται να κλείσει τον κύκλο ή να ανοίξει έναν ολοκαίνουργιο, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο την επιβίωση. Το στοίχημα μοιάζει τεράστιο, ειδικά μετά από τις ηχηρές απουσίες που αφήνουν ένα εμφανές κενό στην ιστορία των δύο προηγούμενων κεφαλαίων. Η επιστροφή στις ρίζες δείχνει να αποτελεί μονόδρομο, με το “Scream 7” να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον τρόμο και την κινηματογραφική του κληρονομιά.
Το παρελθόν δεν ξεχνά ποτέ
Η Sidney Prescott έχει αφήσει οριστικά πίσω της το τραυματικό παρελθόν. Ζει μια ήρεμη και απομονωμένη ζωή στο Pine Grove της Indiana, χιλιόμετρα μακριά από τις σκιές του Woodsboro. Έχει ανοίξει το δικό της καφέ, είναι παντρεμένη με τον τοπικό σερίφη Mark και η βασική της έγνοια παραμένει η προστασία της έφηβης κόρης της, Tatum. Τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας λείπουν προσωρινά, αφήνοντας τις δυο τους να διαχειριστούν την καθημερινότητα και την αναπόφευκτη τριβή ανάμεσα σε μια υπερπροστατευτική μητέρα και μια κόρη που αναζητά τη δική της ανεξαρτησία.

Η φαινομενική ηρεμία διαλύεται βίαια όταν μια νέα σειρά άγριων φόνων ξεκινά στην περιοχή τους. Ο Ghostface βάζει στο στόχαστρο την Tatum και τον στενό της κύκλο, αναγκάζοντας τη Sidney να μπει ξανά στη μάχη. Ο εφιάλτης επιστρέφει δριμύτερος και η ηρωίδα καλείται να παλέψει ξανά για τη ζωή της, προσπαθώντας ταυτόχρονα να προστατεύσει το παιδί της από έναν κύκλο αίματος που μοιάζει ατελείωτος. Το τηλέφωνο χτυπάει ξανά στο σκοτάδι και η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής χρησιμοποιεί κάθε σύγχρονο τεχνολογικό μέσο για να σπείρει τον πανικό σε δύο διαφορετικές γενιές.
Μια δυνατή αρχή που χάνει τον δρόμο της
Η ταινία ξεκινά με μια εναρκτήρια σεκάνς που πραγματικά σε καθηλώνει από τα πρώτα λεπτά. Η ευρηματική ιδέα του να μετατραπεί το θρυλικό σπίτι του Stu Macher σε ένα μακάβριο τουριστικό κατάλυμα προσφέρει το τέλειο σκηνικό για το εναρκτήριο μακελειό. Υπάρχει πραγματική ένταση, υπάρχει κλιμακούμενο σασπένς και μια ξεκάθαρη αίσθηση ότι ο Williamson ξέρει πώς να παίξει με τα νεύρα των θεατών.
Η υπόσχεση για ένα δυνατό θρίλερ βρίσκεται εκεί, γεμάτη αίμα και μια επιστροφή στον αγνό τρόμο που χαρακτήριζε τις πρώτες μέρες του franchise. Η συνέχεια δυστυχώς αποδεικνύεται μια εντελώς διαφορετική ιστορία, γεμάτη αμηχανία και αποφάσεις που μοιάζουν να πάρθηκαν υπό το καθεστώς πίεσης χρόνου.
Η επιστροφή της Neve Campbell
Η επιστροφή της Neve Campbell στον πρωταγωνιστικό ρόλο αποτελεί το μεγάλο χαρτί του “Scream 7”. Η παρουσία της γεμίζει την οθόνη με φυσικότητα και η μετάβασή της από το αιώνιο θύμα σε μια μητέρα έτοιμη για όλα έχει εξαιρετικό συναισθηματικό ενδιαφέρον. Το σενάριο, όμως, εγκλωβίζει τον χαρακτήρα της σε μια διαρκή λούπα επανάληψης. Την βλέπουμε να αναμασά τις ίδιες αγωνιώδεις συμβουλές, να έρχεται σε ρήξη με την κόρη της για τα ίδια ακριβώς πράγματα και να αδυνατεί να προχωρήσει μπροστά.
Η ταινία μένει στην επιφάνεια και αποφεύγει να εμβαθύνει ουσιαστικά στο πώς το τραύμα μεταφέρεται από τη μία γενιά στην άλλη. Η Isabel May, στο ρόλο της έφηβης Tatum, προσπαθεί σκληρά να δώσει πνοή σε έναν χαρακτήρα που παλεύει με το βάρος του ονόματός της. Αντιμετωπίζει ένα σενάριο που την περιορίζει στα απολύτως βασικά χαρακτηριστικά ενός υποψήφιου θύματος.
Αδιάφοροι χαρακτήρες και ωμή βία
Το πιο αδύναμο σημείο της παραγωγής εντοπίζεται στον τρόπο που διαχειρίζεται το νέο καστ και τις ηχηρές απουσίες προηγούμενων χαρακτήρων. Οι νέες προσθήκες, η τηλεοπτική παρέα της Tatum, αποτελούν απλά κινούμενους στόχους χωρίς καμία απολύτως ανάπτυξη. Στερούνται ελκυστικής προσωπικότητας, στερούνται αυθόρμητου χιούμορ και δεν διαθέτουν κανένα στοιχείο ικανό να κάνει τον θεατή να νοιαστεί για την τύχη τους. Υπάρχουν στην οθόνη αποκλειστικά για να αυξήσουν τον αριθμό των πτωμάτων σε μια σειρά από εξαιρετικά βίαιες, ενίοτε σαδιστικές δολοφονίες.
Ο Ghostface γίνεται εδώ πιο επιθετικός από ποτέ. Τα χτυπήματα είναι εντελώς ωμά και η σκηνοθεσία των επιθέσεων θυμίζει περισσότερο ένα τυπικό slasher αγνώστου ταυτότητας παρά την έξυπνη χορογραφία φόβου των παλαιότερων ταινιών. Οι παλιοί γνώριμοι της σειράς που επιστρέφουν δράση, όπως η Courteney Cox, τα δίδυμα Mindy και Chad, μοιάζουν να βρίσκονται εκεί για να συμπληρώσουν το παζλ των αναμνήσεων, αποτυγχάνοντας να προσφέρουν μια ουσιαστική ώθηση στην πλοκή.
Η παγίδα της νοσταλγίας
Η νοσταλγία αποδεικνύεται η μεγαλύτερη παγίδα του “Scream 7”. Η ταινία κάνει διαρκώς αμήχανες αναφορές στο παρελθόν, φτάνοντας γρήγορα σε σημείο υπερβολής. Βλέπουμε την Tatum να δοκιμάζει το παλιό δερμάτινο μπουφάν της μητέρας της σε μια σκηνή που μοιάζει εντελώς παράταιρη και συναισθηματικά βεβιασμένη. Το στοιχείο του meta-σχολιασμού, που αποτελούσε διαχρονικά τον ισχυρότερο πυρήνα του franchise, καταλήγει να απουσιάζει παντελώς από το κείμενο.
Το “Scream” πάντα έβρισκε τρόπο να σατιρίζει τα κλισέ των ταινιών τρόμου με χαρακτηριστική ευφυΐα. Τώρα μοιάζει να έχει μετατραπεί σε μία από τις ανέμπνευστες ταινίες “Stab” που το ίδιο συνήθιζε να κοροϊδεύει. Παίρνει τον εαυτό του υπερβολικά στα σοβαρά, χάνοντας εντελώς την ειρωνεία και το σαρδόνιο χιούμορ που το έκαναν να ξεχωρίζει στον κινηματογραφικό χάρτη.
Το χαμένο στοίχημα της τεχνολογίας
Η φιλόδοξη απόπειρα να ενταχθεί η τεχνητή νοημοσύνη στην ιστορία αποτελεί τη μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία της ταινίας. Ο δολοφόνος χρησιμοποιεί ρεαλιστικά deepfakes, με τη μορφή του γνώριμου Stu Macher να εμφανίζεται ξαφνικά σε βιντεοκλήσεις με σκοπό να τρομοκρατήσει ψυχολογικά τη Sidney.
Το concept ακούγεται εξαιρετικό στη θεωρία και δείχνει απόλυτα συγχρονισμένο με τις ψηφιακές ανησυχίες της σύγχρονης εποχής. Η όλη προσέγγιση αποτελεί ένα απλό εργαλείο για να προχωρήσει μια εξαιρετικά προβλέψιμη πλοκή χωρίς να υπάρχει κανένα ουσιαστικό σχόλιο για την τεχνολογία, την παραποίηση της αλήθειας ή τους κινδύνους της ψηφιακής ταυτότητας.
Ένα φινάλε χωρίς εκπλήξεις
Καθώς η ιστορία οδεύει με δυσκολία προς το πολυαναμενόμενο φινάλε, η σεναριακή κούραση γίνεται πλέον ολοφάνερη. Η τελική αποκάλυψη του δολοφόνου, το απόλυτο σημείο κατατεθέν κάθε ταινίας της σειράς, μετατρέπεται σε μια τεράστια απογοήτευση. Ο διαθέσιμος κύκλος των υπόπτων είναι τόσο απελπιστικά περιορισμένος που η λύση του μυστηρίου έρχεται στο μυαλό του θεατή πολύ πριν πέσουν τελικά οι μάσκες.
Τα κίνητρα μοιάζουν εντελώς πρόχειρα, στερούνται βασικής λογικής και αδυνατούν να προσφέρουν την ανατροπή που παραδοσιακά συνοδεύει τον τίτλο. Βλέπεις πρωταγωνιστές να επιβιώνουν από θανατηφόρα τραύματα με εντελώς εξωπραγματικό τρόπο, καταργώντας κάθε έννοια ρεαλισμού και κινδύνου. Οι κάποτε έξυπνοι επιζώντες του παρελθόντος κάνουν διαρκώς αδικαιολόγητα ανόητες επιλογές την κρίσιμη στιγμή, ακυρώνοντας την εξέλιξη που είχαν δείξει μέχρι τώρα.
Ήρθε η ώρα να μπει η μάσκα στο συρτάρι;
Το “Scream 7” είναι ένα κινηματογραφικό έργο που παλεύει διαρκώς να βρει την ταυτότητά του κάτω από το τεράστιο βάρος της ίδιας του της κληρονομιάς. Έχει ελάχιστες καλές στιγμές έντασης, διαθέτει μερικές καλοστημένες σκηνές κυνηγητού και προσφέρει την αρχική χαρά να δεις αγαπημένα πρόσωπα ξανά στη μεγάλη οθόνη. Χάνει στην πορεία την ψυχή του, γίνεται προβλέψιμο και εγκλωβίζεται σε μια φορτσάτη νοσταλγία που τελικά το πνίγει.
Κάνει αρκετά βήματα προς τα πίσω και θυμίζει μια κακή διασκευή ενός πολύ αγαπημένου τραγουδιού που έχει παίξει αμέτρητες φορές στο ραδιόφωνο. Η παλιά μαγεία φαίνεται να έχει ξεθωριάσει οριστικά και ήρθε η ώρα η εμβληματική μάσκα του Ghostface να μπει με σεβασμό στο συρτάρι.
Artist: Morrissey
Album: I Am Not a Dog on a Chain
Label: BMG
Release Date: 20/03/2020
Genre: Indie Rock
Movie: Scream 7
Year: 2026
Duration: 114′
Genre: Horror, Mystery, Slasher
Director: Kevin Williamson
Neve Campbell, Isabel May, Jasmin Savoy Brown, Mason Gooding, Anna Camp, David Arquette, Michelle Randolph, Jimmy Tatro, Mckenna Grace, Asa Germann, Celeste O’Connor, Sam Rechner, Mark Consuelos, Tim Simons, Matthew Lillard, Joel McHale, Courteney Cox
Scream 7
Παρά την ελπιδοφόρα εκκίνηση και τη δυναμική επανεμφάνιση γνώριμων προσώπων, το έβδομο κεφάλαιο χάνει τον προσανατολισμό του. Οι επίπεδοι δευτεραγωνιστές, οι επιφανειακές ιδέες και το εντελώς προβλέψιμο κλείσιμο στερούν κάθε ουσιαστικό ενδιαφέρον, επιβεβαιώνοντας μια εμφανή πλέον δημιουργική εξάντληση που δύσκολα αναστρέφεται.

