Με μία ματιά...
Το 1990, οι Sodom άφησαν στην άκρη την ταχύτητα και πήραν ένα μεγάλο ρίσκο. Το “Better Off Dead” γεννήθηκε μέσα από ξαφνικές ανακατατάξεις. Δίχασε το κοινό με τον κλασικό metal αέρα του, αλλά παραμένει ένα τολμηρό ορόσημο.
- Η αποχώρηση του Frank Blackfire έφερε τον Michael Hoffman, που μαζί με τον Harris Johns ανανέωσαν τον ήχο τους.
- Η κυκλοφορία έκλεισε την πρώτη εποχή της μπάντας, λειτουργώντας ως γέφυρα για τους πειραματισμούς της δεκαετίας του ’90.
- Οι Sodom πήγαν κόντρα στην τεχνική μανία του 1990, παντρεύοντας το γερμανικό thrash με κλασικές heavy metal φόρμες.
Κάθε φορά που μια επανέκδοση ή μια ιστορική επέτειος επαναφέρει στο προσκήνιο τη δισκογραφία των Sodom, το “Better Off Dead” του 1990 ξεχωρίζει ως η πιο παρεξηγημένη στιγμή τους. Κυκλοφόρησε την 1η Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς, κουβαλώντας το βάρος της διαδοχής του τεράστιου “Agent Orange” που είχε βγει μόλις έναν χρόνο νωρίτερα. Ο τέταρτος δίσκος του γερμανικού τρίου αποτέλεσε το σημείο όπου το συγκρότημα άφησε πίσω του τον αυθορμητισμό της δεκαετίας του ’80 για να δοκιμάσει πιο ελεγχόμενες συνθέσεις. Αντί να ανακυκλώσουν την ίδια επιτυχημένη συνταγή, οι μουσικοί από το Gelsenkirchen επέλεξαν να ρισκάρουν σε μια μεταβατική εποχή για ολόκληρο τον σκληρό ήχο.
Όταν ολοκληρώθηκαν οι ηχογραφήσεις του “Agent Orange” το 1989, το κλίμα στο εσωτερικό της μπάντας είχε ήδη αρχίσει να χαλάει. Η ξαφνική αποχώρηση του κιθαρίστα Frank Blackfire λίγο πριν από την περιοδεία ανέτρεψε τον προγραμματισμό των υπολοίπων μελών. Ο Frank Gosdzik, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, είχε έντονες προστριβές με τον ντράμερ Chris Witchhunter και δέχτηκε την πρόταση του Mille Petrozza για να περάσει στο στρατόπεδο των Kreator. Παρόλα αυτά, ο αρχηγός Tom Angelripper αντέδρασε γρήγορα ώστε να μη χαθεί η δυναμική που είχαν χτίσει στα ευρωπαϊκά ακροατήρια μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς.

Μπροστά στον κίνδυνο να ακυρωθούν οι προγραμματισμένες εμφανίσεις με τους Sepultura, επιστρατεύτηκε προσωρινά ο Uwe Baltrusch των Mekong Delta. Ήταν φανερό και στις δύο πλευρές πως ο συγκεκριμένος μουσικός δεν ταίριαζε στο ύφος τους πέρα από τις ανάγκες των ζωντανών εμφανίσεων. Έτσι, η μόνιμη θέση δόθηκε τελικά στον Michael Hoffman, ο οποίος είχε ήδη δείξει τις ικανότητές του στους Assassin και στον δίσκο “Interstellar Experience”. Η ένταξη του Michael Hoffman έφερε έναν αέρα κλασικού heavy metal που άλλαξε αμέσως τη συνθετική προσέγγιση των Sodom.
Πώς επηρέασε ο Michael Hoffman τον ήχο στο “Better Off Dead”;
Κατά τη διάρκεια του 1990, το παγκόσμιο thrash metal βρισκόταν σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι όπου κυριαρχούσε η ολοένα και μεγαλύτερη τεχνική πολυπλοκότητα. Κυκλοφορίες όπως το “Rust In Peace” των Megadeth στην Αμερική και το “Coma Of Souls” των Kreator στη Γερμανία είχαν ανεβάσει τον πήχη σε επίπεδα Ντουπλάντις. Οι Sodom γνώριζαν καλά τις δυνατότητές τους και απέφυγαν να μπουν σε έναν αγώνα επίδειξης τεχνικής που δεν τους εξέφραζε. Προτίμησαν να γυρίσουν στις ρίζες τους, αντλώντας έμπνευση από το βρετανικό heavy metal των αρχών της δεκαετίας του ’80.
Αντίθετα με το σκοτεινό και σχεδόν πρωτόγονο ύφος που είχε ο Frank Blackfire, ο νέος κιθαρίστας επέλεξε να μη μιμηθεί τον προκάτοχό του. Χρησιμοποιώντας ενισχυτές Marshall στα όριά τους, κιθάρες BC Rich και έντονο wah πετάλι, ο Michael Hoffman έδωσε στα κομμάτια μια καθαρή hard rock ταυτότητα. Η αγάπη του για το παίξιμο του Fast Eddie Clarke φάνηκε αμέσως στα σόλο, τα οποία απέκτησαν μελωδική ροή και blues αναφορές. Παράλληλα, τα ρυθμικά μέρη σε συνθέσεις όπως το “Shellfire Defense” και το “Tarred And Feathered” απέκτησαν κοφτή, σχεδόν αμερικανική δομή, προσφέροντας έναν ρυθμό που έλειπε από τις πρώτες ηχογραφήσεις τους.
Βασικός υπεύθυνος για αυτή την ηχητική μεταμόρφωση ήταν και ο έμπειρος παραγωγός Harris Johns, ο οποίος κάθισε ξανά στην κονσόλα μετά την επιτυχία του προηγούμενου άλμπουμ. Εδώ επέλεξε έναν αρκετά πιο καθαρό, συμπιεσμένο και πειθαρχημένο ήχο, αφήνοντας πίσω τη βρωμιά του παρελθόντος. Η διαφορά γίνεται εύκολα αντιληπτή αν ακούσει κανείς τις πρώιμες εκτελέσεις τριών κομματιών που κυκλοφόρησαν αργότερα στη συλλογή “Official Bootleg: The Witchhunter Decade”. Αυτή η γυαλισμένη παραγωγή δίχασε τους φανατικούς οπαδούς της εποχής, ανέδειξε όμως την εντυπωσιακή εξέλιξη του Chris Witchhunter στα τύμπανα και τη σταθερή φωνή του Tom Angelripper.
Γιατί το “Better Off Dead” θεωρείται ο πιο πειραματικός δίσκος της κλασικής περιόδου τους;
Πέρα από τον εξοπλισμό και την παραγωγή, η ουσιαστική διαφοροποίηση του δίσκου εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο ο Thomas Such, γνωστός ως Tom Angelripper, έγραψε τους στίχους. Ενώ στο “Persecution Mania” και στο “Agent Orange” οι περιγραφές έρχονταν κατευθείαν από τα χαρακώματα, εδώ η ματιά του γίνεται πιο αποστασιοποιημένη και κοινωνική. Το εναρκτήριο “An Eye For An Eye” δίνει αμέσως το στίγμα, ξεκινώντας με τον μονόλογο του Dolph Lundgren από την ταινία “The Punisher” και το ερώτημα «Why are the innocent dead and the guilty alive?». Η θεματολογία εξετάζει πλέον την ανθρώπινη βία και την έννοια της δικαιοσύνης.
Ακόμα και όταν οι στίχοι επιστρέφουν στα πεδία των μαχών, όπως στο εξάλεπτο “Capture The Flag” ή στο “Stalinorgel”, η καταγραφή είναι ιστορική και αποφεύγει τα πολιτικά κηρύγματα. Στο “Stalinorgel”, που αναφέρεται στους σοβιετικούς εκτοξευτές ρουκετών Katyusha στο Ανατολικό Μέτωπο, το συγκρότημα παντρεύει τη φρίκη του πολέμου με έναν γρήγορο punk ρυθμό. Ωστόσο, η μεγαλύτερη έκπληξη είναι το “Resurrection”, αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα του Tom Angelripper. Eκεί οι Sodom χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά καθαρά φωνητικά και χορωδιακά μέρη, με τον Lemmy των Motörhead να συμμετέχει στα δεύτερα φωνητικά.
Ένα ακόμα στοιχείο που μαρτυρά τις προθέσεις της μπάντας είναι οι δύο διασκευές που μπήκαν στην κυκλοφορία. Η επιλογή του “Turn Your Head Around” των Tank δεν ήταν τυχαία, καθώς ο στίχος «This man is better off dead» συνδέεται άμεσα με τον τίτλο του άλμπουμ. Ο Tom Angelripper προσέγγισε με σεβασμό τη χροιά του Algy Ward, ενώ στο “Cold Sweat” των Thin Lizzy τίμησε τις μελωδίες του Phil Lynott. Αξίζει να σημειωθεί πως το “Cold Sweat” και το “Tarred And Feathered” έμειναν εκτός της αρχικής έκδοσης βινυλίου και κυκλοφόρησαν μόνο στο CD και την κασέτα.
Ποια είναι η κληρονομιά του δίσκου στη σύγχρονη metal σκηνή;;
Οπτικά, η κυκλοφορία έκλεισε μια ολόκληρη εποχή μέσα από την εικονογράφηση του Andreas Marschall, η οποία ολοκλήρωσε την κλασική τριλογία της μασκότ Knarrenheinz. Εδώ η φιγούρα δεν βρίσκεται πια στην πρώτη γραμμή της μάχης, αλλά εμφανίζεται χτυπημένη, με ματωμένο χέρι και σπασμένα γυαλιά, παγιδευμένη μέσα σε ένα σκοτεινό κελί. Το εξώφυλλο αποτυπώνει εύστοχα τη φιλοσοφία του δίσκου, βάζοντας τον παρατηρητή σε θέση ομήρου που αναλογίζεται τις συνέπειες του πολέμου μακριά από τη δράση. Αυτή η εικόνα προετοίμασε το έδαφος για τα βασανιστήρια στα οποία θα υποβαλλόταν ο ίδιος χαρακτήρας στο εξώφυλλο του επόμενου άλμπουμ.
Σύντομα μετά την ολοκλήρωση των υποχρεώσεων για το άλμπουμ, η συνεργασία με τον Michael Hoffman έφτασε στο τέλος της, καθώς και οι δύο πλευρές κατάλαβαν πως οι μουσικοί τους δρόμοι διέφεραν. Ο κιθαρίστας επέλεξε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Βραζιλία, μια κίνηση που κατά διαβολική σύμπτωση επανέλαβε αρκετά χρόνια αργότερα και ο Frank Blackfire. Μοναδικός αδιαμφισβήτητος ύμνος που επιβίωσε στις ζωντανές εμφανίσεις τους από εκείνη τη σύνθεση ήταν το “The Saw Is The Law”, το οποίο απέκτησε και δικό του EP. Ο mid-tempo ρυθμός του, εμπνευσμένος από ταινίες τρόμου, απέδειξε πως οι Sodom μπορούσαν να γράψουν βαριά κομμάτια χωρίς να πατάνε συνέχεια γκάζι.
Σήμερα, είναι ξεκάθαρο γιατί ο συγκεκριμένος δίσκος αδικήθηκε στην εποχή του. Βρέθηκε στριμωγμένος ανάμεσα στο αξεπέραστο “Agent Orange” και την ακραία death-thrash στροφή του “Tapping The Vein” που ακολούθησε το 1992. Παρόλο που ξένισε όσους περίμεναν αδιάκοπες ταχύτητες, το “Better Off Dead” λειτούργησε ως η απαραίτητη γέφυρα για τους punk πειραματισμούς τους στα μέσα της δεκαετίας του ’90 με δουλειές όπως το “Get What You Deserve”. Αποτέλεσε το κλείσιμο του πρώτου μεγάλου κεφαλαίου για τους Sodom και παραμένει μια ιδιαίτερη πρόταση που έδειξε ότι το γερμανικό thrash metal είχε το θάρρος να δοκιμάζει τα όριά του.

