Η εμφάνιση των Teenage Mutant Ninja Turtles (aka Χελωνονιντζάκια, aka TMNT) στον χώρο της pop κουλτούρας αποτελεί μια από τις πιο παράξενες ιστορίες των τελευταίων δεκαετιών. Η ιδέα ξεκίνησε ως ένα πρόχειρο σκίτσο που κατέληξε σε ένα ασπρόμαυρο κόμικ στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα. Οι δημιουργοί του παρουσίασαν έναν κόσμο γεμάτο βία, σκιές και σκοτεινά σοκάκια, εστιάζοντας σε ένα ενήλικο κοινό που έψαχνε κάτι διαφορετικό από τους παραδοσιακούς υπερήρωες.
Τα επόμενα χρόνια η βιομηχανία εντόπισε τη δυναμική της ιδέας και την προσάρμοσε μαεστρικά για το ευρύ κοινό. Η γνωστή τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων αφαίρεσε τα σκληρά στοιχεία, πρόσθεσε πολύχρωμες μπαντάνες, υπερβολική κατανάλωση πίτσας και νεανική αργκό, δημιουργώντας ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Κάθε παιδί εκείνης της εποχής κατείχε τουλάχιστον μια φιγούρα δράσης ή είχε ξοδέψει αμέτρητες ώρες στα βιντεοπαιχνίδια του franchise.

Η κινηματογραφική μεταφορά του 1990 βρέθηκε μπροστά σε ένα δύσκολο και απαιτητικό σταυροδρόμι, αφού η παραγωγή έπρεπε να ικανοποιήσει εκατομμύρια παιδιά που περίμεναν να δουν τους αγαπημένους τους ήρωες, ενώ ταυτόχρονα όφειλε να δημιουργήσει μια αξιοπρεπή ταινία που θα στεκόταν αυτόνομα.
Τα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ απέρριψαν το πρότζεκτ επανειλημμένα, θεωρώντας το υπερβολικά ριψοκίνδυνο και καταδικασμένο σε εισπρακτική αποτυχία.( Για την ιστορία, το φιλμ με μπάτζετ 13.5 εκατομμύρια δολάρια κατέγραψε τελικά εισπράξεις λίγο πάνω από τα 202 εκατομμύρια). Έτσι, η ταινία προχώρησε τελικά ως μια ανεξάρτητη προσπάθεια, γεγονός που παρείχε στους δημιουργούς την ελευθερία να κινηθούν όπως ακριβώς ήθελαν, χωρίς τις παρεμβάσεις των εταιρειών διανομής.
Η πλοκή στους δρόμους της πόλης
Η υπόθεση διαδραματίζεται σε μια υποβαθμισμένη Νέα Υόρκη, όπου οι δρόμοι έχουν παραδοθεί σε ένα τεράστιο κύμα εγκληματικότητας και οι άνθρωποι ζουν καθημερινά υπό καθεστώς φόβου. Η αστυνομία δείχνει εντελώς ανίκανη να σταματήσει τις συνεχείς κλοπές και τις επιθέσεις που οργανώνονται από μια μυστηριώδη ομάδα με την ονομασία Foot Clan.
Μια νεαρή και θαρραλέα δημοσιογράφος, η April O’ Neil (Judith Hoag) προσπαθεί να φέρει στο φως την αλήθεια μέσα από τα τηλεοπτικά της ρεπορτάζ, κινώντας άμεσα το ενδιαφέρον και την οργή των εγκληματιών. Μετά από μια βάναυση επίθεση εναντίον της, ανακαλύπτει με έκπληξη ότι οι σωτήρες της είναι τέσσερις μεταλλαγμένες χελώνες με ανθρώπινες διαστάσεις.
Ο Leonardo, ο Donatello, ο Michelangelo και ο Raphael ζουν κρυμμένοι στους σκοτεινούς υπονόμους της πόλης, έχοντας εκπαιδευτεί στις πολεμικές τέχνες από έναν μεταλλαγμένο αρουραίο, τον σοφό δάσκαλό τους Master Splinter. Τα Χελωνονιντζάκια καλούνται ξαφνικά να εγκαταλείψουν την ασφάλεια της κρυψώνας τους για να αντιμετωπίσουν την οργάνωση νίντζα και τον αδίστακτο αρχηγό της.
Η σύγκρουση έχει τεράστιο σωματικό και ψυχολογικό κόστος για τους ήρωες. Ένας από αυτούς τραυματίζεται σχεδόν θανάσιμα κατά τη διάρκεια μιας βίαιης μάχης σε μια ταράτσα, αναγκάζοντας την ομάδα να υποχωρήσει μακριά από την πόλη και να βρει καταφύγιο σε μια απομονωμένη φάρμα. Αυτή ακριβώς η υποχώρηση αποτελεί το κομβικό σημείο καμπής της ταινίας. Η απομόνωση στην επαρχία ρίχνει τους ρυθμούς της αφήγησης, επιτρέποντας μας να παρακολουθήσουμε τους ήρωες σε στιγμές αδυναμίας.
Οι χαρακτήρες καλούνται να επουλώσουν τις πληγές τους, να λύσουν τις εσωτερικές τους διαφορές και να ανακτήσουν τη χαμένη τους συγκέντρωση, ώστε η τελική αναμέτρηση στους δρόμους της Νέας Υόρκης να ολοκληρώσει ομαλά την πορεία τους, δοκιμάζοντας την ενότητα και τις ικανότητές τους απέναντι σε έναν κατά πολύ ανώτερο αριθμητικά αντίπαλο.
Επιστροφή στις σκοτεινές ρίζες
Η προσέγγιση της ταινίας τιμάει στο έπακρο τον αρχικό πυρήνα του κόμικ, καθώς η οπτική ταυτότητα απέχει δραματικά από τον φωτεινό και πολύχρωμο κόσμο των κινουμένων σχεδίων που κυριαρχούσαν εκείνη την περίοδο. Το αστικό περιβάλλον είναι σκοτεινό, γεμάτο σκουπίδια και έντονα ρεαλιστικό, ενώ οι υπόνομοι μοιάζουν με υγρά μπουντρούμια. Ο Steve Barron επιλέγει συνειδητά να διατηρήσει μια απολύτως σοβαρή ατμόσφαιρα, αντιμετωπίζοντας ένα εκ φύσεως παράξενο σενάριο με τον μέγιστο δυνατό σεβασμό.
Η απειλή της εγκληματικής οργάνωσης φαντάζει πραγματική και επικίνδυνη. Η μέθοδος στρατολόγησης της Foot Clan θυμίζει έντονα τις τακτικές αληθινών συμμοριών στους δρόμους των αμερικανικών μεγαλουπόλεων, αφού τα μέλη της οργάνωσης προσεγγίζουν απομονωμένους εφήβους, προσφέροντάς τους έναν τεράστιο χώρο μακριά από τους γονείς τους γεμάτο αντιπερισπασμούς. Δημιουργούν έτσι μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση αποδοχής και τελικά τους μετατρέπουν σε πειθήνιους στρατιώτες, κάνοντας τον θεατή να βλέπει καθαρά τη διαδικασία πλύσης εγκεφάλου της νεολαίας.
Οι πολεμικές τέχνες παρουσιάζονται με αντίστοιχη σοβαρότητα. Οι χορογραφίες των μαχών βασίζονται σε παραδοσιακές τεχνικές και φέρουν ευδιάκριτες επιρροές από τον ασιατικό κινηματογράφο δράσης. Τα χτυπήματα έχουν ορατές συνέπειες, κάνοντας τους ήρωες να κουράζονται γρήγορα, να ματώνουν και να δυσκολεύονται απέναντι στους πολυάριθμους αντιπάλους τους. Η βία κρατιέται βέβαια σε επιτρεπτά όρια προκειμένου να μην αποκλειστεί το νεανικό κοινό, παραμένοντας ταυτόχρονα αξιόπιστη χωρίς να καταφεύγει σε γραφικές ακρότητες.
Η ανάπτυξη των χαρακτήρων ακολουθεί με συνέπεια την ίδια ώριμη γραμμή, με το “Teenage Mutant Ninja Turtles” να αφιερώνει εξαιρετικά πολύ χρόνο στην ανάλυση της ψυχολογίας της ομάδας. Ο Raphael ξεχωρίζει έντονα καθώς παλεύει ασταμάτητα με τη συσσωρευμένη οργή του και την αδυναμία του να ακολουθήσει οποιονδήποτε κανόνα, γεγονός που δημιουργεί συνεχείς προστριβές.
Από την άλλη, ο Leonardo προσπαθεί με τεράστια δυσκολία να διατηρήσει τη θέση του ηγέτη και να κρατήσει τα μέλη της οικογένειας ενωμένα σε περίοδο κρίσης. Οι μεταξύ τους συγκρούσεις δίνουν ουσιαστικό βάθος στην ιστορία, κάνοντάς τους να μοιάζουν με αληθινά αδέλφια που διαφωνούν έντονα και ανταλλάσσουν βαριές κουβέντες, βρίσκοντας τελικά τον τρόπο να στηρίξουν ο ένας τον άλλον.
Η δημιουργία των χελωνών
Η τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία της ταινίας βασίζεται κυρίως στον τρόπο δημιουργίας των χαρακτήρων. Η παραγωγή απέφυγε την εύκολη λύση των σχεδιασμένων γραφικών ή των φθηνών υφασμάτινων στολών, απευθυνόμενη αποκλειστικά στο θρυλικό εργαστήριο του Jim Henson.
Εκείνη την εποχή, η κατασκευή τέτοιων πολύπλοκων πλασμάτων αποτελούσε την απόλυτη αιχμή της τεχνολογίας των πρακτικών εφέ. Οι ειδικοί του εργαστηρίου ανέλαβαν ένα έργο ακραίας δυσκολίας, σχεδιάζοντας στολές που όφειλαν να μοιάζουν απολύτως ρεαλιστικές, επιτρέποντας παράλληλα στους ηθοποιούς να εκτελούν ακροβατικές χορογραφίες. Η διαδικασία κατασκευής διήρκεσε πολλούς μήνες και απαιτούσε τρομερή μηχανική ακρίβεια, ξεκινώντας με σκληρά υλικά όπως ο υαλοβάμβακας για να βρεθούν οι σωστές αναλογίες.
Έπειτα διαμορφώθηκαν με ειδικό πηλό και δημιουργήθηκαν τα καλούπια για την τελική μορφή από αφρώδες λάτεξ, ένα υλικό που προσέφερε στο τεχνητό δέρμα μια απολύτως φυσική υφή που αντιδρούσε εξαίσια στον κινηματογραφικό φωτισμό. Τα βαριά κεφάλια των χελωνών έκρυβαν στο εσωτερικό τους ένα εξαιρετικά πυκνό δίκτυο από χαλύβδινα καλώδια και μικροσκοπικούς κινητήρες που επέτρεπαν την αναπαραγωγή μιας τεράστιας γκάμας εκφράσεων. Έτσι, τα Χελωνονιντζάκια μπορούσαν να ανοιγοκλείνουν τα μάτια τους φυσιολογικά, να χαμογελούν, να σχηματίζουν γκριμάτσες θυμού και να συγχρονίζουν τέλεια τα χείλη τους με τον προηχογραφημένο διάλογο.
Ο έλεγχος αυτών των απαιτητικών κινήσεων γινόταν απομακρυσμένα από εξειδικευμένους χειριστές που στέκονταν μόνιμα εκτός πλάνου, απαιτώντας την τέλεια και αδιάλειπτη συνεργασία ανάμεσα στον ηθοποιό μέσα στη στολή και τους τεχνικούς. Οι εργασιακές συνθήκες για τους ηθοποιούς περιγράφονται ως απολύτως εξουθενωτικές, καθώς το τεράστιο βάρος του εξοπλισμού δημιουργούσε διαρκή προβλήματα ισορροπίας, καθιστώντας κάθε βήμα μια δοκιμασία.
Η θερμοκρασία στο εσωτερικό των στολών άγγιζε διαρκώς επικίνδυνα επίπεδα και οι κασκαντέρ έχαναν τεράστιες ποσότητες σωματικών υγρών καθημερινά, δουλεύοντας κυριολεκτικά στα τυφλά λόγω της μηδαμινής ορατότητας μέσα από τα μικρά ανοίγματα. Επιπλέον, ο συνεχής θόρυβος των μηχανισμών δίπλα στα αυτιά τους έκανε την επικοινωνία με τον σκηνοθέτη στο πλατό σχεδόν αδύνατη.
Η παραγωγή εφάρμοσε επίσης μια εξαιρετικά έξυπνη κινηματογραφική λύση, κινηματογραφώντας ορισμένες απαιτητικές σκηνές δράσης σε ελαφρώς χαμηλότερη ταχύτητα. Όταν το τελικό υλικό προβαλλόταν στην κανονική ταχύτητα, οι κινήσεις έδειχναν αυτόματα πολύ πιο γρήγορες, κρύβοντας επιδέξια την αναπόφευκτη αργοπορία που προκαλούσε το τεράστιο βάρος των στολών, κάτι που εξηγεί απόλυτα τον λόγο που η ταινία αντέχει ακόμα και σήμερα.
Όταν παρακολουθείς τους χαρακτήρες στην οθόνη, το μάτι σου αντιλαμβάνεται αμέσως την ύπαρξη φυσικών αντικειμένων στον χώρο. Το φως αντανακλάται απολύτως αληθινά πάνω στο πορώδες δέρμα τους και οι φυσικές σκιές τους πέφτουν σωστά στους τοίχους και στα πεζοδρόμια. Όταν αγγίζουν ένα αντικείμενο ή χτυπούν έναν άνθρωπο, η σωματική επαφή είναι πέρα για πέρα πραγματική. Αυτή η εξαιρετικά απτή ποιότητα δημιουργεί μια υποσυνείδητη αίσθηση παρουσίας που δυστυχώς απουσιάζει ολοκληρωτικά από τα σύγχρονα, εξ ολοκλήρου ψηφιακά περιβάλλοντα του κινηματογράφου. Οι χελώνες φέρουν πάνω τους τη βρωμιά των υπονόμων και τις ορατές φθορές της μάχης, ενισχύοντας τα μέγιστα την ψευδαίσθηση της ύπαρξής τους.
Οι σύμμαχοι και ο μεγάλος αντίπαλος
Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας διαδραματίζει το ανθρώπινο στοιχείο, με την April O’ Neil και τον Casey Jones να κλέβουν τις εντυπώσεις. Η Judith Hoag ενσαρκώνει τη δημοσιογράφο με φυσικότητα, προσδίδοντάς της πυγμή και γοητεία, χωρίς να καταφεύγει στο κλισέ της υπερβολικής ηρωίδας. Διαθέτει δυναμισμό και θάρρος, αποδεικνύοντας ότι μια γυναίκα μπορεί να έχει ενεργό ρόλο χωρίς να είναι απαραίτητα πολεμίστρια.
Από την άλλη, ο Elias Koteas δίνει ρέστα ως Casey Jones, ο πρώην παίκτης του χόκεϊ που μετατράπηκε σε εκδικητή. Ο Koteas φέρνει μια αστείρευτη ενέργεια και ένα ιδιόρρυθμο χιούμορ στον ρόλο, χρησιμοποιώντας αθλητικό εξοπλισμό ως όπλα, με τη δυναμική της σχέσης του με τον Raphael να αποτελεί ένα από τα πιο απολαυστικά σημεία της ταινίας.
Στον αντίποδα, η απόλυτη απειλή προσωποποιείται ιδανικά στη φιγούρα του Shredder, τον οποίο υποδύεται ο James Saito. Με την επιβλητική του πανοπλία, τη βαθιά φωνή του και τις λιγοστές αλλά καίριες ατάκες του, ο αρχηγός της Foot Clan εκπέμπει έναν γνήσιο τρόμο που θυμίζει έντονα την αύρα του Darth Vader. Η ιστορία τον συνδέει άμεσα με το παρελθόν του Master Splinter στην Ιαπωνία, δίνοντας ένα προσωπικό κίνητρο στην τελική τους σύγκρουση. Ο Shredder λειτουργεί άψογα ως ο τέλειος κακός, ένας σκοτεινός και σιωπηλός ηγέτης που στέκεται ως ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο για τις τέσσερις χελώνες.
Η αναπόφευκτη επίδραση της νοσταλγίας
Φτάνοντας προς το τέλος, οφείλω να κάνω μια ειλικρινή παραδοχή. Παρότι παρακολούθησα ξανά τη συγκεκριμένη ταινία μόλις την προηγούμενη εβδομάδα αποκλειστικά για τις ανάγκες αυτού του κειμένου, η κρίση μου μάλλον περνάει μέσα από ένα εξιδανικευμένο φίλτρο νοσταλγίας. Είναι όμως απολύτως φυσιολογικό τα ερεθίσματα με τα οποία μεγαλώσαμε να διατηρούν μια προστατευμένη θέση στο μυαλό μας, δημιουργώντας πάντα ένα παχύ στρώμα επιείκειας απέναντι στα έργα που αγαπήσαμε φανατικά στο παρελθόν.
Το αγνό συναίσθημα που προκαλεί η επιστροφή σε ένα αγαπημένο έργο του παρελθόντος κατέχει τη δική του αυθύπαρκτη αξία. Η επανασύνδεση με μια εποχή σαφώς πιο απλή, όπου μια καλοφτιαγμένη οπτική περιπέτεια αρκούσε για να γεμίσει το απόγευμά μας, προσφέρει μια μοναδική αίσθηση ικανοποίησης. Οι θετικές αναμνήσεις ενισχύουν κατακόρυφα την εμπειρία της τωρινής θέασης, λειτουργώντας τελικά ως μια γέφυρα ανάμεσα στον νεότερο και τον παλαιότερο εαυτό μας.
Τελικά, καταλήγώ στο η ταινία του 1990, “Teenage Mutant Ninja Turtles“, διαθέτει αποδεδειγμένα γερές κινηματογραφικές βάσεις. Ο γρήγορος ρυθμός της, ο απολύτως ξεκάθαρος σκοπός των ηρώων και η παντελής απουσία περιττών στοιχείων συνθέτουν ένα εξαιρετικά σφιχτοδεμένο σύνολο. Η καθαρή και γραμμική αφήγηση σε συνδυασμό με την απόλυτη αφοσίωση στην πρακτική κατασκευή του κόσμου, προσφέρουν ένα film που διατηρεί ακέραιη τη γοητεία του μέχρι σήμερα. Η προσωπική νοσταλγία αποτελεί απλώς την ιδανική προσθήκη σε μια παραγωγή που τόλμησε να προσεγγίσει ένα φαινομενικά παράλογο σενάριο με εξαιρετική σοβαρότητα και αδιαμφισβήτητο επαγγελματισμό.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Movie: Teenage Mutant Ninja Turtles
Duration: 93′
Year: 1990
Genre(s): Comedy, Action, Adventure, Martial Arts, Sci-Fi
Director: Steve Barron
Judith Hoag, Elias Koteas, Josh Pais, Michelan Sisti, Leif Tilden, David Forman, Michael Turney, Jay Patterson, Raymond Serra, James Saito, Corey Feldman, Robbie Rist, Brian Tochi, Kevin Clashy
