To “Predator: Badlands”, σε σκηνοθεσία του Dan Trachtenberg, έρχεται με μια σιγουριά που δείχνει πως ο δημιουργός της προχωρά πέρα από τις νόρμες του franchise και βάζει βάσεις για να διαμορφώσει τη συνέχεια του. Μετά τα “Prey” και “Killer of Killers”, η τρίτη του ταινία στο ίδιο σύμπαν μεταφέρει το franchise σε νέα μονοπάτια, τόσο γεωγραφικά όσο και ως προς το ύφος και τις ιδέες που εξερευνά. Αυτή τη φορά, το επίκεντρο δεν είναι ο φόβος των ανθρώπων αλλά η οπτική ενός Predator, κάτι που αλλάζει τέλειως τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα πράγματα. Είναι μια τολμηρή επιλογή για μια σειρά που συνήθως ακολουθούσε γνώριμους ρυθμούς με κυνηγούς, κυνηγημένους και συνεχή ένταση. Σε αυτή την εκδοχή, η γνωστή φόρμουλα μετακινείται ώστε να αφηγηθεί την πορεία του Dek, ενός νεαρού Yautja που προσπαθεί να αποδείξει την αξία του.
Ο Dek, ένα μικρό και καμπόσο υποτιμημένο μέλος της φυλής του, φεύγει από τον κόσμο του μετά από μια σύγκρουση με την οικογένειά του. Η επιλογή του είναι ακραία και ταιριάζει με τις αξίες του είδους του, αφού αποφασίζει να ταξιδέψει στον Genna για να αντιμετωπίσει ένα πλάσμα που θεωρείται ανίκητο. Η προσπάθεια να επιβιώσει στο οικοσύστημα του Genna γίνεται μια μάχη από μόνη της και το σχέδιό του αλλάζει όταν συναντά την Thia, μια συνθετική από μια εταιρική ομάδα εξερεύνησης. Αυτή γνωρίζει τον κόσμο και τις κακοτοπιές του καλύτερα από εκείνον και βλέπει σε αυτόν μια ευκαιρία να συνεχίσει τον δικό της στόχο. Η ασταθής συνεργασία τους, άλλοτε ως τακτική συμμαχία και άλλοτε ως λύση ανάγκης, καθορίζει το ταξίδι που ακολουθεί. Από εκεί και πέρα η ταινία εξελίσσεται μέσα από συνεχώς αυξανόμενες συγκρούσεις με τον πλανήτη, με αντίπαλες δυνάμεις και με τις αυστηρές ιδέες που ο Dek κουβαλά από την πατρίδα του.
Η επιλογή του Trachtenberg να δώσει την αφήγηση σε έναν νεαρό Predator είναι το μεγαλύτερο ρίσκο της ταινίας και λειτουργεί πλήρως, επειδή αλλάζει αυτό που έχουμε συνηθίσει από ένα πλάσμα που παρουσιαζόταν για χρόνια ως απρόσωπη απειλή. Αντί για απόσταση και μυστήριο, το “Predator: Badlands” χτίζει τον χαρακτήρα μέσα από την παρατήρηση, τη γλώσσα του σώματος, τον λιτό διάλογο και τον τρόπο που ο Dek παίρνει αποφάσεις όσο εξελίσσεται η ιστορία. Ο Dek, αν και απρόβλεπτος και επηρεασμένος από μια κουλτούρα που θεωρεί την ευσπλαχνία αδυναμία, στο φιλμ έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί και να διευρύνει τα μέσα που χρησιμοποιεί για να επιβιώσει, όχι μέσα από κάποια ηθική αφύπνιση, αλλά μαθαίνοντας νέα στοιχεία και προσαρμοζόμενος σε ένα περιβάλλον που δεν ενδιαφέρεται για κανέναν κώδικα τιμής.

Η αλλαγή τόνου στην ταινία είναι εμφανής από νωρίς. Το “Predator: Badlands” δεν είναι κωμωδία, όμως βάζει μια πιο ανάλαφρη νότα μέσα από τη σχέση του Dek με τη Thia. Η Thia αντιμετωπίζει τα προβλήματα με ενθουσιασμό και ανάλυση, ενώ ο Dek βασίζεται στην καχυποψία και το ένστικτο. Η σύγκρουση των τρόπων τους οδηγεί σε στιγμές με ένα παράλογο χιούμορ, χωρίς το χιουμοριστικό στοιχείο να καλύπτει ποτέ την ατμόσφαιρα της ταινίας. Αντίθετα, παίζει ουσιαστικό ρόλο, αναδεικνύει τις αδυναμίες του Dek, τον σπρώχνει σε πιο ανορθόδοξες λύσεις και ανοίγει το εύρος της αφήγησης μιας σειράς που συχνά χαρακτηρίζεται από μία ακαμψία.
Άλλο ένα κομμάτι του “Predator: Badlands” που αξίζει ιδιαίτερης μνείας είνα ο πλανήτης Genna. Το περιβάλλον λειτουργεί περισσότερο ως ζωντανό σύστημα παρά ως απλό σκηνικό, με οργανισμούς που κινούνται και αντιδρούν με τρόπο που ταιριάζει στη δική τους λογική. Κάθε απειλή εμφανίζεται για να υπηρετήσει την εξέλιξη της ιστορίας και τα πλάσματα λειτουργούν αλλά ως κομμάτια μιας αλυσίδας αιτίας και αποτελέσματος. Αυτή η επιλογή δίνει στην ταινία μια αίσθηση συνοχής. Ακόμα και όταν η δράση γίνεται έντονη, οι κανόνες του κόσμου παραμένουν ξεκάθαροι και αυτό ενισχύει την ένταση. Η σκηνοθεσία του Trachtenberg αποφεύγει τις επαναλαμβανόμενες μάχες και κάθε σημαντική σύγκρουση αναδεικνύει μια διαφορετική αδυναμία στην προσέγγιση του Dek, αναγκάζοντάς τον να ξανασκεφτεί τι σημαίνει «δύναμη».
Η ταινία συνδυάζει με έξυπνο τρόπο ψηφιακά και πρακτικά εφέ με τον σχεδιασμό του Dek να κλέβει την παράσταση. Η φυσική ερμηνεία κάτω από τα προσθετικά δίνει στον χαρακτήρα μια πιο πιστευτή παρουσία που το CGI από μόνο του δεν θα πετύχαινε. Η άγρια φύση και το έδαφος του Genna βασίζονται σε έντονη οπτική επεξεργασία, όμως η ταινία αποφεύγει την υπερβολικά γυαλιστερή τεχνητή όψη που συναντάμε συχνά σε σύγχρονες υπερπαραγωγές. Η χρωματική παλέτα είναι πιο ήπια από την τυπική αισθητική των διαστημικών περιπετειών, κάτι που ενισχύει την αίσθηση κινδύνου, αφού το Genna δεν δείχνει φιλόξενο ή μεγαλοπρεπές, αλλά σκληρό και θανάσιμο.
To “Predator: Badlands” έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να παρουσιάζει τη βία. Μη σας ξεγελάει PG-13, καθώς αυτό προκύπτει επειδή η «σπλατεριά»του στηρίζεται στην εξωγήινη φυσιολογία και όχι σε ανθρώπινο αίμα. Έτσι οι σκηνές διατηρούν τη δύναμη τους χωρίς όμως να δίνουν ακραία σοκ. Με αυτό τον τρόπο αποδεικνύεται ότι μεγάλο μέρος της γοητείας του Predator προκύπτει από τη χορογραφία, τη στρατηγική και τον σχεδιασμό των πλασμάτων και όχι από την υπερβολή. Για να μην παρεξηγηθώ, η δράση εξακολουθεί να είναι ευρηματική και συχνά ιδιαίτερα εντυπωσιακή.
Δεν λειτουργούν όλα τα στοιχεία άψογα. Ένα μικρό πλάσμα που εμφανίζεται στη μέση της ιστορίας, και ενώ φέρνει μια νέα δυναμική, μου φάνηκε υπερβολικά παιχνιδιάρικο για ταινία με τη λέξη “Predator” στον τιτλο. Επιπλέον, οι αντίπαλοι, πέρα από την άγρια φύση της Genna, ίσως είναι λιγότερο αναπτυγμένοι σε σχέση με την Dek. Ο ρόλος τους είναι σαφής όμως δεν δημιουργούν έντονη αίσθηση χαρακτήρα ειδικά όταν συγκρίνονται με τους Dek και Thia.
Ωστόσο το σύνολο της ταινίας υπερισχύει εμφατικά απέναντι στα αδύναμα σημεία της. Η συνεργασία ανάμεσα στον Dek και τη Thia είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ισορροπίας. Η Thia αντιμετωπίζει κάθε κατάσταση με περιέργεια συχνά ενοχλώντας τον Dek και η αντίθεση ανάμεσά τους θυμίζει ότι η πολλές φορές εξαρτάται από την ευελιξία. Σημαντικό επίσης ότι ο Dek δεν οδηγείται ποτέ σε κάποια ριζική αλλαγή στην κοσμοθερεία του, απλά αναγνωρίζει στην πράξη την αξία της συνεργασίας. Πρόκειται για μια πρακτική εξέλιξη και όχι για ηθική αλλαγή που διατηρεί τον χαρακτήρα πιστό στη λογική του είδους του.
Ο διπλός ρόλος της Fanning αξίζει αναφοράς, καθώς και οι δύο ερμηνείες βοηθούν την ταινία να δείξει πώς τα συνθετικά όντα υιοθετούν ή απορρίπτουν ανθρώπινες συμπεριφορές ανάλογα με τον προγραμματισμό τους. Δίνει καθαρότητα και ακρίβεια σε σκηνές που θα μπορούσαν εύκολα να γίνουν μελοδραματικές. Δίπλα της ο Schuster Koloamatangi προσφέρει μια έντονα εκφραστική παρουσία που μεταδίδει πολλά περισσότερο μέσα από τη στάση και την κίνηση παρά μέσα από τον διάλογο. Μαζί διαμορφώνουν μια δυναμική που δεν μας έχει συνηθίσει το franchise και παραμένει εντυπωσιακά σταθερή.
Αν και το “Predator” έχει περάσει δεκαετίες ακολουθώντας την ίδια συνταγή με αουτσάιντερ να βρίσκονται απέναντι σε έναν ασταμάτητο κυνηγό, το “Predator: Badlands” στρέφει την κάμερα προς άλλη κατεύθυνση χωρίς να παραμερίζει τα στοιχεία που κάνουν το franchise ξεχωριστό. Εμπλουτίζει τη μυθολογία χωρίς να τη φορτώνει με υπερβολικές εξηγήσεις. Πειραματίζεται με τον τόνο χωρίς να χάνει την ένταση. Φέρνει νέα είδη και απειλές χωρίς να μετατρέπει τον κόσμο σε απλό κατάλογο από καινούργιες ιδέες. Το πιο σημαντικό είναι ότι δείχνει πως η σειρά μπορεί να εξελιχθεί χωρίς να χάσει τη συνοχή της.
Εν ολίγοις το “Predator: Badlands” είναι μια προσεγμένη και ενδιαφέρουσα αναπροσαρμογή, με τους Yautja στο επίκεντρο και την ιστορία να προχωρά μέσα από πολιτισμικές, τακτικές και ιδεολογικές αντιθέσεις, δημιουργώντας νέο περιθώριο για εξέλιξη. Παρότι έχει ορισμένα αδύναμα σημεία παραμένει σταθερά ενδιαφέρον και είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά έργα που έχει δώσει το franchise τα τελευταία χρόνια. Για τον γράφοντα που τρέφει μεγάλη αγάπη για τη σειρά και αγαπημένη του ταινία είναι το “Predator 2” μπορώ να πω ότι αν κατάφερνα να αφήσω στην άκρη το συναισθηματικό τότε μάλλον το “Predator: Badlands” είναι καλύτερο.
Artist: Morrissey
Album: I Am Not a Dog on a Chain
Label: BMG
Release Date: 20/03/2020
Genre: Indie Rock
Movie: The Conjuring: Last Rites
Year: 2025
Genre: Horror, Thriller, Mystery
Director: Michael Chaves
Vera Farmiga, Patrick Wilson, Mia Tomlinson, Ben Hardy
Predator: Badlands
Το “Predator: Badlands” αποδεικνύεται μια δυνατή προσθήκη στο franchise, με σαφή σκηνοθετική κατεύθυνση και ουσιαστική ανάπτυξη χαρακτήρων. Συνδυάζει στιβαρή δράση, ενδιαφέρον κόσμο και απρόσμενες ιδέες, και αυτομάτως μετατρέπεται σε ένα από τα πιο αξιόλογα κεφάλαια της σειράς.
