Εκείνο το καλοκαίρι του 1989 βρήκε τους The Cure να παίζουν μπροστά σε 44.000 άτομα στο στάδιο των Giants στο New Jersey. Οι περισσότερες μπάντες θα πανηγύριζαν αυτή την τεράστια αποδοχή, όμως ο Robert Smith ένιωθε εγκλωβισμένος. Η τεράστια επιτυχία που έφερε το “Disintegration” ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που είχε σχεδιάσει στο μυαλό του όταν ξεκινούσε να γράφει τα κομμάτια. Ο frontman είχε περάσει τα προηγούμενα χρόνια χτίζοντας ένα περίεργο, pop προφίλ με τραγούδια που κατέκλυζαν τα ραδιόφωνα. Η επερχόμενη δεκαετία και τα τριακοστά του γενέθλια του δημιουργούσαν έναν πρωτόγνωρο πανικό, σπρώχνοντάς τον να αναζητήσει μια ριζική αλλαγή πλεύσης.

Ο φόβος του χρόνου που περνάει λειτούργησε ως ο βασικός καταλύτης για τον όγδοο δίσκο του συγκροτήματος. Ο Robert Smith πίστευε ακράδαντα πως τα σπουδαιότερα έργα της μουσικής γράφτηκαν πριν οι δημιουργοί τους πατήσουν τα τριάντα. Αποφάσισε να γράψει μουσική μόνος του, αφήνοντας στην άκρη τα υπόλοιπα μέλη σε πρώτη φάση, βουτώντας σε σκοτεινές και αργόσυρτες μελωδίες. Ο ξεκάθαρος στόχος του ήταν να φτιάξει ένα έργο τόσο βαρύ και δύσπεπτο που θα έδιωχνε το τεράστιο κοινό και θα κατέστρεφε τον μύθο του stadium rock γκρουπ. Οι εταιρείες παραγωγής, Elektra και Fiction, τρόμαξαν με το αποτέλεσμα, κατηγορώντας τον για εμπορική αυτοκτονία.
Φωτιές και απολύσεις στο στούντιο
Το κλίμα κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων στα Hook End Studios της Οξφόρδης ήταν εξαιρετικά πιεστικό. Ο τραγουδιστής είχε αποφασίσει να κόψει τις πολλές επαφές με τους υπόλοιπους, επιβάλλοντας μια περίεργη σιωπή στους διαδρόμους. «Ήθελα πραγματικά ένα περιβάλλον που να είναι ελαφρώς δυσάρεστο» ομολόγησε αργότερα ο ίδιος για εκείνες τις μέρες. Η συνειδητή επιλογή του να προκαλέσει δυσφορία στα μέλη της μπάντας αποσκοπούσε στο να αποτυπωθεί αυτό μέσα στα τραγούδια. Το αλκοόλ βρισκόταν παντού, τα νεύρα ήταν τεντωμένα και η συνοχή της ομάδας δοκιμαζόταν σκληρά σε κάθε νέα λήψη.
Μια καταστροφική στιγμή λίγο έλειψε να τινάξει ολόκληρο το εγχείρημα στον αέρα. Μια νύχτα ξέσπασε φωτιά στο δωμάτιο του Smith, σημαίνοντας άμεσα συναγερμό σε όλο το κτίριο. Αγνοώντας τις φωνές του προσωπικού που εκκένωνε τον χώρο, εκείνος βούτηξε μέσα στις φλόγες για να σώσει την τσάντα με τους χειρόγραφους στίχους του δίσκου. Κατάφερε να βγάλει έξω τα χαρτιά του μισοκαμένα, μαζί με μερικές παλιές φωτογραφίες της συζύγου του, Mary Poole. Το συγκεκριμένο σκηνικό του έδωσε το κίνητρο να γράψει το “Pictures Of You“, κλειδώνοντας την αίσθηση της απώλειας σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια τους.
Αυτές οι οριακές καταστάσεις έφεραν και τις πρώτες μόνιμες ρήξεις στον κορμό του γκρουπ. Ο Laurence Tolhurst, ιδρυτικό μέλος και φίλος του frontman από το σχολείο, είχε χάσει εντελώς τον έλεγχο με το ποτό. Η συμμετοχή του στις πρόβες ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και η συμπεριφορά του προκαλούσε συνεχείς καβγάδες. Κατά τη διάρκεια μιας επεισοδιακής ακρόασης στο Λονδίνο, ο Tolhurst άσκησε σκληρή κριτική στο υλικό, υπογράφοντας ουσιαστικά την απόλυσή του που ήρθε λίγες εβδομάδες μετά. Τη θέση του στα πλήκτρα πήρε ο Roger O’Donnell, προσφέροντας τον ογκώδη και κινηματογραφικό ήχο που χρειαζόταν επειγόντως το υλικό για να ανασάνει.
Εφιάλτες που έγιναν ραδιοφωνικές επιτυχίες
Μέσα σε αυτή την πνιγηρή ατμόσφαιρα, γεννήθηκαν συνθέσεις που έμελλε να αλλάξουν την πορεία της εναλλακτικής μουσικής. Το “Lovesong” ξεχώρισε αμέσως ως η πιο φωτεινή παραφωνία ανάμεσα στα υπόλοιπα, γεμάτα απόγνωση tracks. Ο Robert Smith το έγραψε ως δώρο για τον γάμο του, πηγαίνοντας κόντρα στη γνώμη των συνεργατών του που ζητούσαν να μείνει εκτός λίστας. Η πεισματική του απόφαση να το κρατήσει στον δίσκο αποδείχτηκε σωτήρια, καθώς το τραγούδι σκαρφάλωσε στο νούμερο δύο των αμερικανικών charts. Λειτούργησε σαν μια χαραμάδα φωτός, επιτρέποντας στο ευρύ κοινό να συνδεθεί με τον κατά τα άλλα βαρύ χαρακτήρα του δίσκου.
Παράλληλα, κομμάτια όπως το “Lullaby” απέδειξαν ότι οι The Cure διέθεταν τον τρόπο να σερβίρουν το σκοτάδι τους με εξαιρετικά εθιστικό τρόπο. Οι στίχοι πάτησαν πάνω σε μια παλιά παιδική ανάμνηση ενός εφιάλτη με αράχνες, συνδυασμένη με τα τρομακτικά νανουρίσματα που άκουγε μικρός. Το αποτέλεσμα ήταν μια παράξενη pop επιτυχία που τους χάρισε το υψηλότερο πλασάρισμα στα βρετανικά charts. Την ίδια στιγμή, το γεμάτο ένταση “Fascination Street” επιλέχθηκε από την αμερικανική εταιρεία ως το πρώτο single, οδηγώντας τις πωλήσεις σε νούμερα που κανείς δεν είχε προβλέψει.
Η απροσδόκητη νίκη της απελπισίας
Ακούγοντας σήμερα τα εννιάλεπτα έπη και τα βαριά τύμπανα του Boris Williams, καταλαβαίνεις αμέσως γιατί το “Disintegration” παραμένει σημείο αναφοράς. Η προσέγγιση στα ογκώδη συνθεσάιζερ και τα γεμάτα απελπισία φωνητικά έχτισαν έναν ήχο που εκατοντάδες μπάντες προσπάθησαν μάταια να μιμηθούν τις επόμενες δεκαετίες. Η συγκεκριμένη κατάθεση ψυχής κατάφερε να δημιουργήσει έναν ισχυρό δεσμό εμπιστοσύνης με το κοινό, ο οποίος άντεξε με χαρακτηριστική άνεση στον χρόνο. Το άλμπουμ έδειξε περίτρανα πού βρίσκεται η αληθινή επαφή με τον ακροατή. Ένας καλλιτέχνης κερδίζει τον μόνιμο σεβασμό όταν εκθέτει δημόσια τους χειρότερους εφιάλτες του χωρίς κανένα φίλτρο.
Διαβάστε επίσης: Robert Smith: Η μελωδία πίσω από το σαγηνευτικό σκοτάδι των The Cure
Τελικά, η αρχική απόφαση του Robert Smith να αδιαφορήσει για τις υποδείξεις των δισκογραφικών δικαιώθηκε με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο. Εκείνο το καλοκαίρι του 1989, οι The Cure βρέθηκαν στην κορυφή του κόσμου παίζοντας τα πιο καταθλιπτικά τραγούδια της μέχρι τότε καριέρας τους. Το γεγονός ότι ένας δίσκος γεμάτος φόβο για τα γηρατειά και τον θάνατο κατάφερε να γεμίσει με άνεση στάδια πενήντα χιλιάδων θέσεων, παραμένει μια από τις πιο παράξενες νίκες.

