Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου τους δίσκου, συζητάμε με τους Void Droid για τη διαδικασία, τις επιλογές και τις σιωπές που τον διαμόρφωσαν. Από τη συνειδητή απομάκρυνση από το riff-centric songwriting μέχρι το ρίσκο της πολυπλοκότητας σε μια εποχή άμεσης κατανάλωσης, η κουβέντα αντιμετωπίζει το “Mythic” όχι ως προϊόν, αλλά ως μία εμπειρία με αρχή, μέση και τέλος.
Ευχαριστούμε πολύ παιδιά που βρίσκεστε μαζί μας να κουβεντιάσουμε για τον τρίτο σας δίσκο. Αν το “Mythic” δεν ήταν άλμπουμ αλλά φυσικό φαινόμενο, ποιο θα ήταν, και ποιο σημείο του δίσκου αντιστοιχεί στη στιγμή που γίνεται επικίνδυνο;
Void Droid: Ευχαριστούμε κι εμείς για την πρόσκληση. Αν το “Mythic” ήταν φυσικό φαινόμενο, θα ήταν το whisper of stars. Όχι μόνο λόγω της άμεσης σύνδεσής του με το κεντρικό κομμάτι του δίσκου, αλλά γιατί συνοψίζει ιδανικά τη συνολική του αίσθηση. Είναι ένα φαινόμενο σπάνιο, που εμφανίζεται μόνο σε ακραίο ψύχος. Κάπως έτσι βλέπουμε και το Mythic: κάτι ξεχωριστό και δύσκολο να συμβεί, που γεννήθηκε μέσα από πίεση, πόνο και ένα είδος συναισθηματικού «κρύου».
Η στιγμή που γίνεται επικίνδυνο είναι εκεί όπου «ανοίγουν οι ουρανοί» στο Whisper of Stars και μιλά ο Baba. Επικίνδυνο όχι κυριολεκτικά, αλλά υπαρξιακά. Είναι το σημείο όπου έρχεσαι σε επαφή με μια αλήθεια κοσμικής κλίμακας. Κι αν δεν είσαι έτοιμος να τη δεχτείς, μπορεί να σε διαλύσει πριν σε μεταμορφώσει.
Περάσατε πέντε χρόνια σιωπής. Πολλοί θα σας ρωτάνε ποιο ήταν το πιο χρήσιμο πράγμα που κάνατε σε αυτήν την περίοδο παύσης. Εμείς όμως θέλουμε να σας ρωτήσουμε τι ΔΕΝ κάνατε στο διάστημα αυτό που τελικά σας βοήθησε;
Δεν βιαστήκαμε να βγάλουμε το “Mythic”. Δεν πιέσαμε το υλικό να ολοκληρωθεί πριν ωριμάσει, ούτε προσπαθήσαμε να καλύψουμε το κενό με μια «ενδιάμεση» κυκλοφορία απλώς για να υπάρχει συνέχεια. Το αφήσαμε να πάρει τον χρόνο που του αναλογούσε σε όλα τα επίπεδα. Συνθετικά, παραγωγικά αλλά και ανθρώπινα. Αυτό μας βοήθησε να εξερευνήσουμε σε βάθος στοιχεία που μπορεί να ήταν νέα για την ταυτότητα της μπάντας, αλλά όχι απαραίτητα νέα για εμάς ως ανθρώπους και μουσικούς. Σαν να πήραμε τον χρόνο που χρειαζόταν για να εντοπίσουμε πιο καθαρά τη δική μας αλήθεια.
Το concept βασίζεται σε πραγματικά φυσικά φαινόμενα και, αναπόφευκτα, σε ένα συγκεκριμένο επιστημονικό υπόβαθρο. Κατά τη διαδικασία της σύνθεσης, υπήρξε στιγμή που αυτή η ανάγκη για επιστημονική ακρίβεια συγκρούστηκε με το μουσικό ένστικτο ή λειτούργησε ως περιορισμός στη δημιουργική ελευθερία;
Ανδρέας: Ναι κυρίως στο αρχικό στάδιο, στο κομμάτι της μυθοπλασίας, της ιστορίας και των στίχων. Στην αρχή έκανα το λάθος να προσπαθώ να εξηγήσω τα πάντα με βάση τη λογική. Ο τρόπος που συνέδεα τους μύθους και έχτιζα τον κόσμο είχε συνοχή, αλλά με κάθε επιπλέον εξήγηση έχανα ένα κομμάτι ταύτισης και μαγείας.

Κάποια στιγμή άλλαξα προσέγγιση. Είπα: δεν με νοιάζει αν «βγαίνει» λογικά, με νοιάζει αν ο συμβολισμός και η εικόνα με συγκινούν. Αν υπάρχει συναισθηματική αλήθεια, τότε το κρατάω. Το νόημα θα βρεθεί αργότερα ή και ποτέ. Και σχεδόν πάντα βρισκόταν το νόημα.
Στο “Mythic” το riff μοιάζει να παύει να λειτουργεί ως ο απόλυτος πρωταγωνιστής. Πρόκειται για μια καθαρά αισθητική επιλογή που εξυπηρετεί το concept του άλμπουμ ή για μια πιο συνειδητή στάση -ίσως και αντίδραση- απέναντι στον τρόπο με τον οποίο γράφεται σήμερα το heavy και το prog;
Ίσως συμβαίνει αυτό γιατί μεγάλο μέρος του “Mythic” γράφτηκε στα πλήκτρα, με μια λογική σύνθεσης πιο κοντά σε soundtrack παρά σε riff-driven heavy rock. Υπάρχουν riffs στον δίσκο, αλλά χρησιμοποιούνται περισσότερο ως εργαλεία χτισίματος και έντασης, όχι πάντα ως κεντρικός πρωταγωνιστής. Ο βασικός στόχος ήταν κάθε κομμάτι να σε μεταφέρει σε έναν συγκεκριμένο τόπο και σε μια συγκεκριμένη εικόνα. Οπότε η παρουσία ή η απουσία riffs σε διάφορα σημεία δεν είναι αισθητική δήλωση ή αντίδραση απλά είναι λειτουργική επιλογή. Αν εξυπηρετούσαν την αφήγηση, έμπαιναν. Αν όχι, όχι.
Για παράδειγμα, το “Relampago del Catatumbo”, που μιλά για ένα ακραίο φαινόμενο κεραυνών, δεν θα μπορούσε να μη βασίζεται σε ηλεκτρική κιθάρα, ένταση και γρήγορα, «ηλεκτρισμένα» riffs. Αντίθετα, το “Whisper of Stars” είναι καθαρά μυθικό και αφηγηματικό, οπότε ζητούσε κινηματογραφική προσέγγιση: αρμονίες, κλίμακες, ορχηστρικές υφές και πολυεπίπεδη ενορχήστρωση.
Εγώ καταλαβαίνω τον δίσκο ως αφήγηση και νομίζω εκεί στοχεύατε και εσείς. Πότε καταλάβατε ότι αυτός ο δίσκος είναι πιο πολύ αφηγηματικός και δεν έπρεπε να «εξηγεί» τον εαυτό του στον ακροατή;
Το καταλάβαμε πολύ νωρίς, ουσιαστικά από τη στιγμή που άρχισε να διαμορφώνεται ο πρώτος μύθος και ειδικά με το “Whisper of Stars”. Εκεί έγινε σαφές ότι δεν χτίζουμε απλώς θεματικά τραγούδια, αλλά έναν αφηγηματικό κόσμο.
Ο δίσκος έχει τόσο πλούτο, που ακόμα και μια μικρή επαφή μαζί του λειτουργεί σαν πρόσκληση ή σαν υπόσχεση ότι υπάρχει κάτι βαθύτερο από κάτω. Σε αυτό, μάλιστα, συμφωνούμε απόλυτα και μεταξύ μας και με πολύ κόσμο που τον έχει ακούσει. Το θέμα είναι πόσο ο καθένας έχει τη διάθεση να μπει και να τον εξερευνήσει.
Εξάλλου, οι μύθοι από τη φύση τους είναι αλληγορικοί και όχι επεξηγηματικοί. Αυτό προσθέτει ένα επιπλέον στρώμα μαγείας στο εγχείρημα, κάτι που μερικές φορές μπορεί να μοιάζει και σε αρχαίο γρίφο.
Αν αφαιρούσατε εντελώς τη λέξη prog από την κουβέντα, πώς θα περιγράφατε το “Mythic” σε κάποιον που δεν έχει ιδιαίτερη επαφή με το είδος, αλλά θέλει να σας γνωρίσει μέσα από αυτή τη συγκεκριμένη δουλειά; Ποια στοιχεία θα επιλέγατε να αναδείξετε ως πιο αντιπροσωπευτικά της ταυτότητάς σας;
Είναι ένα πολυεπίπεδο, πολύχρωμο άλμπουμ, βασισμένο στην αφήγηση και σε μια έντονα κινηματογραφική αισθητική. Η έμφαση δεν βρίσκεται στο είδος, αλλά στην ατμόσφαιρα, στις δυναμικές, στην κορύφωση και στη συναισθηματική κάθαρση. Είναι ένας δίσκος-ταξίδι, μια εμπειρία που θυμίζει περισσότερο παρακολούθηση ανθολογίας οκτώ επεισοδίων παρά μια απλή συλλογή τραγουδιών.
Για πολλούς συνομήλικούς μας κουβαλά και ένα πολύ συγκεκριμένο συναίσθημα περιπέτειας και φαντασίας, που συνδέεται με εικόνες και ακούσματα της παιδικής μας ηλικίας. Από σειρές όπως το “Umi no Toriton” μέχρι ταινίες όπως “Ο Τελευταίος των Μοϊκανών”.
Η φωνή στο άλμπουμ δεν μοιάζει να επιχειρεί να κυριαρχήσει, αλλά να λειτουργήσει υποστηρικτικά, υπηρετώντας το σύνολο. Πρόκειται για μια νέα φιλοσοφία που διαμορφώνεται στη λογική της μπάντας ή για ένα φυσικό αποτέλεσμα ωρίμανσης μέσα από την πορεία και τις εμπειρίες σας;
Δεν έχει να κάνει με ωρίμανση ή με κάποια συνειδητή αλλαγή πορείας της μπάντας. Σε αυτό το άλμπουμ η φωνή αντιμετωπίστηκε ξεκάθαρα ως ένα από τα πολλά όργανα που γράφτηκαν για τον συγκεκριμένο κόσμο. Έχει μεν κεντρικό ρόλο, γιατί σε αρκετά σημεία «υποδύεται» χαρακτήρες μέσα στις ιστορίες των τραγουδιών και πολλές μελωδικές γραμμές χτίζονται γύρω της, αλλά στο τέλος της ημέρας παραμένει οργανικό μέρος του συνόλου.
Ποιο κομμάτι του “Mythic” σας δυσκόλεψε περισσότερο, όχι σε τεχνικό επίπεδο, αλλά σε υπαρξιακό ή συναισθηματικό επίπεδο κατά τη διαδικασία της σύνθεσης και της ολοκλήρωσής του;
Με διαφορά το “Whisper of Stars”. Και σε επίπεδο σύλληψης ήταν κατά κάποιον τρόπο ιδιαίτερα «φανερωτικό», σαν να είχαμε αγγίξει μια πολύ βαθιά εσωτερική φλέβα. Από νωρίς καταλάβαμε ότι δεν ήταν απλώς άλλο ένα κομμάτι του δίσκου, αλλά κάτι πιο κεντρικό και αποκαλυπτικό για όλο τον κόσμο του “Mythic”. Ειδικά οι στιγμές της ηχογράφησης των φωνητικών ήταν πολύ φορτισμένες συναισθηματικά. Υπήρχε ένα ιδιαίτερο βάρος στον χώρο σαν να συνέβαινε κάτι σημαντικό εκείνη τη στιγμή, όχι μόνο μουσικά αλλά και εσωτερικά.
Το “Whisper of Stars” κλείνει το άλμπουμ με έναν σχεδόν κινηματογραφικό τρόπο. Πόσο καθοριστικό είναι για εσάς το τελευταίο κομμάτι ενός album στη συνολική αφήγηση της δουλειάς; Ήταν εξαρχής συνειδητή η επιλογή του ως φινάλε και, αν ναι, τι ήταν αυτό που το κατέστησε ιδανικό; Αν όχι, υπήρξε κάποιο άλλο κομμάτι που εξετάσατε για αυτή τη θέση και τι σας έκανε τελικά να αλλάξετε πορεία;
Από την πρώτη στιγμή ήταν το “Whisper of Stars”. Δεν υπήρξε ποτέ δεύτερη σκέψη για το ποιο κομμάτι θα έκλεινε το άλμπουμ. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο ιδανικό φινάλε για έναν δίσκο που λέγεται “Mythic”. Είναι, με έναν τρόπο, η αιτιολόγηση της ίδιας της έννοιας του «μυθικού».
Θέλαμε ο ακροατής, μετά από ένα μεγάλο ταξίδι σε διαφορετικά μέρη και φαινόμενα του κόσμου, να φτάσει σε ένα τελευταίο σημείο υπέρβασης όπου θα θεωρεί ότι δεν μπορεί να πάει πιο πάνω όσον αφορά την συναισθηματική ένταση. Να ρωτάει κάθε λίγο «έχει κι άλλο;», και η απάντηση να είναι «ναι». Όλο αυτό μέχρι την τελική κορύφωση και λύτρωση. Αν στο τέλος της ακρόασης δεν υπάρχει κόμπος στον λαιμό και δάκρυα στα μάτια, τότε μάλλον δεν κάναμε σωστά τη δουλειά μας.
Σε μια σκηνή που συχνά αναπαράγει γνώριμες φόρμες, ποιο ρίσκο θεωρείτε ότι πήρατε στο “Mythic” – ίσως σε επίπεδο δομής, αφήγησης ή αισθητικής – το οποίο ο ακροατής δεν αντιλαμβάνεται άμεσα, αλλά αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα από τις ακροάσεις;
Το βασικό ρίσκο που πήραμε στο “Mythic” ήταν ότι επιλέξαμε να παίξουμε το πιο αληθινό μας υλικό, χωρίς να το φιλτράρουμε. Αυτό μας οδήγησε σε κάτι που, συνολικά, στιχουργικά και μουσικά, απαιτεί από τον ακροατή ενασχόληση και μια διάθεση εξερεύνησης.
Δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο επίπεδο στο οποίο πάρθηκε το ρίσκο. Έχει περισσότερο να κάνει με τον συνολικό μουσικό πλούτο του δίσκου. Τα κομμάτια μεταξύ τους διαφέρουν πολύ σε χαρακτήρα, κι όμως το καθένα (με εξαίρεση το φινάλε του “Whisper of Stars”) διατηρεί μια εσωτερική απλότητα. Τα hooks υπάρχουν, απλώς δεν επαναλαμβάνονται υπερβολικά, αλλά πατάνε πάνω σε έναν κεντρικό άξονα αφήγησης.
Ίσως αυτό είναι κάτι που ανακαλύπτεται σταδιακά: ότι με κάθε ακρόαση βρίσκεις και τραγουδάς μια νέα μελωδία. Το άλμπουμ έχει μια μαγική ικανότητα να σε κερδίζει όταν δεν το καταλαβαίνεις. Σύμφωνα με μαρτυρίες έχει συμβεί σε πολλούς.
Γράψατε έναν δίσκο που ζητάει επαναλαμβανόμενες ακροάσεις. Σε μια εποχή που η ακρόαση δίσκων έχει περιοριστεί πολύ, ακόμα και από τους fan του είδους, σας φοβίζει ή σας απελευθερώνει το γεγονός ότι δεν είναι “εύκολος”;
Ούτε μας φοβίζει, ούτε μας απελευθερώνει. Ήταν κάτι που γνωρίζαμε από την αρχή. Ξέραμε ότι το “Mythic” ζητά προσοχή και χρόνο από τον ακροατή. Να ξεκαθαρίσουμε όμως ότι δεν μιλάμε για πολλαπλές ακροάσεις επειδή το υλικό είναι δυσκολοχώνευτο, αλλά επειδή είναι απλά πυκνό.
Δεν βλέπουμε γιατί αυτό πρέπει να λειτουργεί αποτρεπτικά. Η μουσική δεν χρειάζεται πάντα να καταναλώνεται γρήγορα, και ειδικά για αυτήν την εποχή είναι και τιμή μας που ζητάμε κάτι που παλαιότερα ήταν αυτονόητο: χρόνο και προσοχή. Το “Mythic” είναι από τις εμπειρίες που σε κερδίζουν όσο περισσότερο χρόνο τους δίνεις.
Ίσως το μόνο «ρίσκο» είναι ότι μπαίνουμε σε λογική «λίγοι και καλοί». Αλλά και πάλι, περισσότερο θετικά το βλέπουμε αυτό παρά αρνητικά. Μπορεί να χάσεις ένα μέρος κοινού έτσι, αλλά όσοι συνδεθούν πραγματικά με τον δίσκο, θα συνδεθούν σε βάθος. Όποτε αν χαθεί κάτι σε ποσότητα θα κερδηθεί σίγουρα σε ποιότητα.
Όταν κάποιος ακούσει το “Mythic” από την αρχή μέχρι το τέλος, τι θα θέλατε να έχει αλλάξει μέσα του – έστω ανεπαίσθητα;
Θα θέλαμε να τον κάνουμε να θυμηθεί πώς ένιωθε όταν ήταν παιδί. ‘Όταν όλα έμοιαζαν τεράστια, μαγικά και πιθανά. Να ξανασυνδεθεί με εκείνη την αίσθηση περιπέτειας και δέους. Να τον κάνουμε να ξαναδεί “Άρχοντα των Δαχτυλιδιών”, ή ένα παλιό western ή μια κλασική ταινία της Disney. Να τον κάνουμε να πιάσει εκείνο το βιβλίο φαντασίας που έχει παραμελήσει. Κι αν τον εμπνεύσουμε να γράψει τους δικούς του μύθους, για μας αυτό είναι η μεγαλύτερη τιμή.
