Η πρεμιέρα του Athens Short Film Festival 2025 επέλεξε να ανοίξει τη φετινή διοργάνωση με μια θεματική που δεν λειτουργεί ούτε ως απλή ιδέα ούτε ως θεωρητικό πλαίσιο. Λειτουργεί σαν πρόκληση, σαν ρωγμή στη σχέση που έχουμε με τον προσωπικό μας χρόνο: “Is memory all a fiction?”. Μια ερώτηση που εκ πρώτης όψεως μοιάζει φιλοσοφική-ίσως και παγίδα! Στην αίθουσα όμως εξελίχθηκε σε κάτι βαθύτερο: μια σιωπηλή αντιπαράθεση με το πώς ο καθένας μας κατασκευάζει την πραγματικότητα που αντέχει.
Οι ταινίες της ενότητας δεν αναζητούσαν καμία απόλυτη αλήθεια. Αντίθετα, έμοιαζαν να χτίζουν μια συλλογική υπόθεση εργασίας: ότι η μνήμη δεν είναι ποτέ στατική, ούτε αντικειμενική. Είναι ένας οργανισμός σε διαρκή μεταμόρφωση. Οι δημιουργοί, είτε με αφηγηματική καθαρότητα είτε μέσα από υβριδικές φόρμες, έδειξαν πως κάθε ανάμνηση είναι μια μυθοπλασία που επιλέγουμε να πιστέψουμε. Όχι γιατί είναι ακριβής, αλλά γιατί μας χρειάζεται.
Αυτή η διάλυση του γραμμικού χρόνου έγινε ακόμη πιο έντονη στις ταινίες που συνδύαζαν μυθοπλασία με στοιχεία ντοκιμαντέρ. Εκεί, το “πραγματικό” και το “ανακατασκευασμένο” μπλέκονταν τόσο οργανικά που η διάκριση έχανε κάθε νόημα. Το ερώτημα της θεματικής δεν έμοιαζε πια με απορία- έμοιαζε με διαπίστωση: Ναι, η μνήμη μπορεί να γίνει μια μυθοπλασία. Το θέμα είναι ποια εκδοχή της επιλέγουμε κάθε φορά.
H μνήμη εμφανίζεται ως εργαλείο που εξυπηρετεί σκοπούς και κάνει βατή την καθημερινότητα. Ως αποχαιρετισμός σε πράγματα και καταστάσεις που σημάδεψαν μια εποχή (Bye Bye Benz Benz), ως διαιώνιση του βίου σημαντικών προσώπων (Butterfly), ως φόρος τιμής σε εκείνους που αγαπήσαμε (Morphes). Ακόμα και ως καμπανάκι που χτυπάει προειδοποιητικά μέσα μας για να θυμίζει πως η ύπαρξή μας στηρίζεται άρρητα σε αυτό που θυμόμαστε για αυτήν (Dark Clouds Memory).
Σε αυτό το πλαίσιο ξεχώρισα ιδιαίτερα την ελληνική συμμετοχή «Έξι» της Λεωνής Ξεροβάσιλας. Δεν θα την περιγράψω τεχνικά- δεν χρειάζεται και δεν είμαι αρμόδιος άλλωστε. Στα μάτια μου όμως κατάφερε να εντυπωσιάσει επικοινωνώντας κάτι δύσκολο: την αίσθηση της ειλικρίνειας. Η δύναμη του «Έξι» βρίσκεται σε αυτό το λεπτό τρέμουλο ανάμεσα στο «έτσι έγινε» και στο «έτσι το έζησα» και αυτές είναι οι συνέπειες της ανάμνησής του στο τώρα.
Οι αναμνήσεις δεν είναι απλά ένα άλμπουμ στιγμών. Είναι μια πληγή που άλλες μέρες κλείνει, άλλες μέρες ανοίγει. Η Ξεροβάσιλα τολμά να δείξει αυτή τη λεπτή στιγμή όπου μια παλιά εικόνα, ένα κάδρο στο μυαλό, ένα βλέμμα, μια φωνή επανέρχεται και σε επηρεάζει. Μεταφέρει όλο αυτό τον ρυθμό, την ένταση αλλά και τον αθόρυβο, σχεδόν αδιόρατο τρόπο που μπορεί μια ανάμνηση να σε στοιχειώσει. Αποδεικνύεται πως δεν έχει τόσο σημασία το γεγονός, αλλά το συναίσθημα που μας άφησε. Το συναίσθημα όμως, όπως και η μνήμη, δεν υπόκειται σε κανένα αντικειμενικό μέτρο αλλά μόνο σε προσωπική αλήθεια. Και όταν αυτή μεταφράζεται σε παρελθόν που πονάει, πρέπει να την αφήνουμε πίσω για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε. Αυτό ήταν από τα πιο ειλικρινή πράγματα της βραδιάς.
Τελευταία αλλά από τις πιο στοχευμένες παρουσίες της βραδιάς, ήταν και η πολωνική ταινία «I’m Recording!» της Ina Knap. Εδώ η μνήμη δεν εμφανίζεται ως ανάμνηση, αλλά ως αποτύπωμα που γεννιέται τη στιγμή της καταγραφής. Η Knap παίζει με την έννοια του «βίντεο ως μνήμη» και ταυτόχρονα «βίντεο ως αλλοίωση της μνήμης». Η βασική ιδέα ότι η κάμερα δεν λειτουργεί μόνο ως μέσο καταγραφής της πραγματικότητας αλλά και ως φίλτρο που την αναδημιουργεί, αποδίδεται με ριζοσπαστικό μοντάζ και μια σχεδόν παρανοϊκή ρυθμικότητα.
Καθώς παρακολουθείς την ταινία, συνειδητοποιείς ότι το «I’m Recording!» δεν είναι δήλωση-είναι απειλή! Η απειλή ότι όταν πατάμε το «REC», αποφασίζουμε ποια εκδοχή του παρόντος θα γίνει το μελλοντικό μας παρελθόν. Η κάμερα δεν είναι ουδέτερη. Επιλέγει. Κόβει. Αποκλείει. Και τελικά, φτιάχνει μια μνήμη που, ενώ μοιάζει «αντικειμενική», είναι τόσο επιλεκτική όσο και ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Η Knap δείχνει ότι η μνήμη, ακόμη και όταν καταγράφεται, μπορεί να καταλήξει σε μια μυθοπλασία. Μόνο που τώρα έχει και χρονικό αποτύπωμα.
Όταν έκλεισε η βραδιά, βγήκα από την αίθουσα με την αίσθηση ότι η μνήμη είναι σαν ένα παλιό δωμάτιο στο οποίο επιλέγουμε να μπαίνουμε συχνά. Κάθε φορά που ανοίγουμε την πόρτα, ανακαλύπτουμε πως τίποτα δεν βρίσκεται ακριβώς εκεί που το αφήσαμε. Κάτι έχει μετακινηθεί. Κάτι έχει ξεθωριάσει. Κάτι έχει εξαφανιστεί και κάτι άλλο έχει γίνει πιο έντονο από όσο ήταν τότε.
Το Athens short film festival έκανε πρεμιέρα με κάτι παραπάνω από μια απλή θεματική προβολή. Δημιούργησε μια συνάντηση με τον πιο «απατηλό», αλλά και πιο ανθρώπινο μηχανισμό επιβίωσης: την ανάγκη να μετατρέπουμε τα γεγονότα σε αφηγήσεις που μοιάζουν με εμάς.
Ενδεχομένως το μεγαλύτερο επίτευγμα να ήταν ότι δεν μας άφησε απλώς να σκεφτούμε. Μας ανάγκασε να νιώσουμε. Να εξετάσουμε τις δικές μας ιστορίες, τις δικές μας παραποιήσεις, τα δικά μας θολά πλάνα. Διαπιστώσαμε από πρώτη θέση, πως αν η μνήμη καταλήγει σε μορφή μυθοπλασίας, τότε ίσως αυτό να μην είναι λάθος της. Ίσως να είναι ο τρόπος της να μας προστατεύει ή να μας προδίδει. Επ’ ουδενί όμως δεν είναι μυθοπλασία επειδή ψεύδεται. Είναι μυθοπλασία γιατί ζει, αλλάζει, επιλέγει, σβήνει, δανείζεται, ξαναγράφει. Είναι ατελείς- όπως κι εμείς- αλλά είναι ο μόνος τρόπος που έχουμε για να συνεχίσουμε.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι η μεγαλύτερη αλήθεια: ότι δεν είναι απαραίτητο η μνήμη να είναι ακριβής για να είναι αληθινή. Αρκεί να μας ανήκει.
