Όταν οι κάπως μεγαλύτεροι μιλούν για αυτό το κομμάτι, ίσως το πρώτο πράγμα που τους έρχεται στο μυαλό να είναι μία χοντρή τηλεόραση, το σήμα της EA Sports και έπειτα ο απόλυτος πανικός. Το intro του “FIFA: Road to World Cup 98” ξεκινάει και ο ήχος της κιθάρας του “Song 2” των Blur χτυπάει κατευθείαν στον εγκέφαλο, με εκείνο το θρυλικό, εκρηκτικό «woo-hoo» να σε καρφώνει στον καναπέ πριν καν πιάσεις το χειριστήριο στα χέρια σου.
Κάπως έτσι μοιάζει και όλη η ιστορία του κομματιού, αφού μέσα σε μόλις δύο λεπτά το συγκρότημα κατάφερε να τη μάθουν άπαντες της, χαρίζοντας στον ομώνυμο δίσκο “Blur” την πιο εμβληματική του στιγμή. Το πιο εξωφρενικό της υπόθεσης κρύβεται στο γεγονός πως όλο αυτό το ξεκίνησε απλώς σαν μια τεράστια, μεθυσμένη φάρσα!
Τρολάροντας τη βιομηχανία
Βρισκόμαστε στα τέλη των ‘90s και η βρετανική σκηνή αρχίζει να νιώθει μια τεράστια εξάντληση. Ο διαρκής πόλεμος της Britpop έχει κουράσει τους μουσικούς και οι Blur αναζητούν απεγνωσμένα μια διέξοδο από τη σοβαροφάνεια. Το μυαλό του Damon Albarn κατεβάζει μια εντελώς χαλαρή ιδέα και ηχογραφεί ένα ήσυχο ακουστικό ντέμο, σφυρίζοντας τη μελωδία του ρεφρέν. Ο κιθαρίστας Graham Coxon ακούει το προσχέδιο και τα μάτια του γυαλίζουν.

Προτείνει να τα διαλύσουν όλα. Θέλει θόρυβο, γκάζια και μια κιθάρα να ακούγεται όσο πιο ερασιτεχνική και απαίσια γίνεται, αποκλειστικά για να διακωμωδήσουν την έκρηξη του αμερικανικού grunge. Ο στόχος τους ταυτίζεται με το απόλυτο χάος. Θα έφτιαχναν ένα κομμάτι τόσο ακραίο, ώστε να το πασάρουν στα στελέχη της δισκογραφικής σαν το επόμενο μεγάλο τους βήμα και να πεθάνουν στα γέλια με τις παγωμένες φάτσες τους την ώρα της ακρόασης.
Ένα επικό hangover
Το κλίμα στο στούντιο του Λονδίνου περιγράφεται μόνο ως σουρεαλιστικό. Ο μπασίστας Alex James παλεύει με ένα επικό hangover από την προηγούμενη νύχτα, ο εγκέφαλός του υπολειτουργεί και προσπαθεί να βγάλει τη μέρα σκεπτόμενος χαζά λογοπαίγνια για τηλεοπτικές εκπομπές φίλων του. Μέσα σε αυτή την απόλυτη χαλαρότητα, στήνουν δύο ολόκληρα σετ ντραμς στον ίδιο ακριβώς χώρο. Δύο μέλη της μπάντας πιάνουν τις μπαγκέτες και αρχίζουν να τα κοπανάνε ταυτόχρονα και κάπως έτσι φτιάχνουν έναν ρυθμό που σε πιάνει κυριολεκτικά από τον λαιμό.
Ο Albarn στέκεται μπροστά στο μικρόφωνο και αρχίζει να ουρλιάζει αυθόρμητα διάφορες ασυναρτησίες. Λέξεις χωρίς κανένα απολύτως νόημα βγαίνουν από το στόμα του, ακολουθώντας την τρέλα της στιγμής. Ο ίδιος σκοπεύει να γράψει κανονικούς στίχους αργότερα και να κάνει μια σωστή, επαγγελματική ηχογράφηση. Ο παραγωγός τους, Stephen Street, ευτυχώς τον σταματάει επιτόπου, καθώς καταλαβαίνει αμέσως πως αυτή η ακατέργαστη ενέργεια της πρώτης λήψης αποτελεί σκέτη μαγεία.
Η πλάκα που “γύρισε μπούμερανγκ”
Η ώρα της κρίσιμης ακρόασης φτάνει. Τα μέλη της μπάντας κάθονται στον καναπέ του στούντιο και κρυφογελούν μεταξύ τους, περιμένοντας τα στελέχη της Parlophone να φρίξουν και να τους πετάξουν έξω. Κάπου εκεί όμως σκάει η απόλυτη ανατροπή. Οι ιθύνοντες παθαίνουν κυριολεκτικά πλάκα με τον θόρυβο που μόλις άκουσαν. Εκείνο ακριβώς που οι Blur έφτιαξαν για να κοροϊδέψουν το σύστημα, η βιομηχανία το είδε σαν ατόφιο χρυσάφι που θα πουλούσε εκατομμύρια.
Ακόμα και ο τίτλος, “Song 2”, κρύβει μέσα του την ίδια ειρωνεία. Το ονόμασαν έτσι εντελώς πρόχειρα, επειδή τυχαία ήταν το δεύτερο κομμάτι στο tracklist του δίσκου. Όλως παραδόξως, το χρονόμετρο σταματά ακριβώς στα δύο λεπτά και δύο δευτερόλεπτα! Το προσωρινό όνομα κόλλησε και το αστείο πήρε την πιο επίσημη, θριαμβευτική μορφή που θα μπορούσε να πάρει.
Μία απρόσμενη κυριαρχία
Η ημέρα της επίσημης κυκλοφορίας προκαλεί έναν παγκόσμιο σεισμό. Το τραγούδι που γράφτηκε με σκοπό να κράξει την αμερικανική μουσική σκηνή μπαίνει στα σπίτια όλων των Αμερικανών και κατακτά τα charts με χαρακτηριστική άνεση. Η σαρωτική του ενέργεια το μετατρέπει σε απόλυτο soundtrack για ταινίες επιστημονικής φαντασίας όπως το “Starship Troopers”, καταιγιστικά blockbusters σαν το “Charlie’s Angels”, καθώς και αμέτρητα τηλεοπτικά σποτ.
Δεκαετίες μετά, η φρενίτιδα γύρω από αυτό το δίλεπτο χάος καλά κρατεί. Ακόμα και στα πιο πρόσφατα εγχειρήματα του Albarn, το κοινό διψάει άρρωστα για να ακούσει αυτή την έκρηξη επί σκηνής. Οι μουσικοί γνωρίζουν πολύ καλά πως ένα live χωρίς τον συγκεκριμένο πανικό θα οδηγούσε στην απόλυτη απογοήτευση όσων πλήρωσαν εισιτήριο. Μέσα από ένα μεθυσμένο πρωινό, την αστείρευτη διάθεση για ειρωνεία και μόλις εκατόν είκοσι δευτερόλεπτα καθαρού θορύβου, οι Βρετανοί έγραψαν τη δική τους χρυσή ιστορία.

