Ελάχιστα άλμπουμ στην ιστορία του black metal κουβαλούν το ειδικό βάρος του “Transilvanian Hunger“. Όταν κυκλοφόρησε το 1994, δεν ήταν απλώς η νέα δουλειά των Darkthrone, ήταν η στιγμή που το genre σταμάτησε να ψάχνεται και βρήκε τον πιο ακραίο εαυτό του. Σε μια εποχή που τα νορβηγικά δάση “φωτίζονταν” από τις φλεγόμενες εκκλησίες και τα πρωτοσέλιδα γέμιζαν με αίμα και ακραίο μίσος, αυτός ο δίσκος ήρθε να ορίσει το σημείο μηδέν: τον ζόφο στην πιο ωμή, αδιαπραγμάτευτη μορφή του.
Η αποκήρυξη του death metal & η επιστροφή στις ρίζες
Η διαδρομή των Darkthrone προς το σκοτάδι δεν ήταν τυχαία. Ξεκινώντας ως μια υποσχόμενη death metal μπάντα με το “Soulside Journey“, ο Fenriz ένιωσε γρήγορα κορεσμό σε ένα είδος που στα μάτια του γινόταν υπερβολικά τεχνικό και “καθαρό”. Για εκείνον, η τεχνική αρτιότητα ήταν προδοσία του underground, έτσι έστρεψε την προσοχή του στην αναδυόμενη νορβηγική black metal σκηνή.
Η απογοήτευσή του τον έσπρωξε στις πρωτόγονες ρίζες των Bathory, των Celtic Frost και των Hellhammer. Αναζητούσε μια μουσική να ακούγεται σαν σαν ηχητικό αντίστοιχο της μισανθρωπίας. Αυτή η στροφή άφησε πίσω της το ημιτελές “Goatlord” – μια χαμένη γέφυρα ανάμεσα στα δύο είδη – το οποίο έμεινε στο ράφι για χρόνια, μέχρι η μπάντα να αποφασίσει να του δώσει φωνή το 1996.

Η μετάβαση από το “Goatlord” στο “A Blaze in the Northern Sky” ήταν ριζική. Ενώ το “Goatlord” είχε περίπλοκες δομές, τεχνικά τύμπανα και μια καθαρή παραγωγή, χαρακτηριστική του death metal της εποχής, το “A Blaze in the Northern Sky” κινήθηκε στην αντίθετη κατεύθυνση. Ο Fenriz δημιούργησε έναν αφιλτράριστο ήχο, απογυμνώνοντας κάθε τεχνικό «στολίδι» για χάρη μιας πιο επιθετικής και απλοϊκής προσέγγισης. Αυτό αποτέλεσε το πρώτο πραγματικό βήμα των Darkthrone προς τη black metal ταυτότητά τους.
Η σκιά του Euronymous και το μανιφέστο του Helvete
Ενώ ο Fenriz είχε ήδη στραφεί προς το black metal, η σχέση του με τον Euronymous των Mayhem επιτάχυνε τη μεταμόρφωση των Darkthrone. Ο Euronymous, ιδιοκτήτης του δισκοπωλείου Helvete στο Όσλο, ήταν η ηγετική μορφή της νορβηγικής black metal σκηνής. Δημιούργησε μια κοινότητα μουσικών που μοιράζονταν την αφοσίωση στις underground αξίες του είδους, παρέχοντάς τους δίσκους, επαφές και καθοδήγηση.

Ο Fenriz και ο Euronymous μοιράζονταν μια κοινή λατρεία για την ακατέργαστη μουσική. Μέσα από τις συζητήσεις τους, ο Fenriz ήρθε σε επαφή με την ιδέα ότι το black metal έπρεπε να είναι σκόπιμα πρωτόγονο και εχθρικό προς τους αμύητους. Ο Euronymous τον ενθάρρυνε να απορρίψει κάθε υπόλειμμα death metal και να υιοθετήσει έναν lo-fi, ψυχρό και υπνωτικό black metal ήχο. Αυτή η προσέγγιση ταίριαξε απόλυτα με το όραμα του Fenriz, ολοκληρώνοντας τη μεταμόρφωση των Darkthrone με την κυκλοφορία του “A Blaze in the Northern Sky”.
Transilvanian Hunger: Ένα ηχητικό έγκλημα σε 4 κανάλια
Μέχρι την ηχογράφηση του “Transilvanian Hunger”, ο Fenriz είχε αφομοιώσει πλήρως τον black metal ήχο, έχοντας ήδη κυκλοφορήσει και το “Under a Funeral Moon“. Έγραψε και ηχογράφησε σχεδόν όλο το άλμπουμ μόνος του, με τον Nocturno Culto να αναλαμβάνει τα φωνητικά και το μπάσο. Το αποτέλεσμα αποτύπωνε απόλυτα την ουσία του black metal: έναν ωμό, ατμοσφαιρικό και αδιαπραγμάτευτα τραχύ ήχο, ηχογραφημένο σκόπιμα με έναν αντισυμβατικό, σχεδόν εχθρικό προς την καθαρή παραγωγή, τρόπο.
Η εικονογραφία του απόλυτου μινιμαλισμού
Το εξώφυλλο του “Transilvanian Hunger” είναι μία από τις πιο εμβληματικές εικόνες στην ιστορία του black metal. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία δείχνει τον Fenriz με corpse paint, να κρατά ένα μανουάλι και να ουρλιάζει στο κενό. Η έντονη αντίθεση και η υφή της εικόνας θυμίζουν φωτοτυπία, ενισχύοντας την underground αισθητική του άλμπουμ. Αυτή η μινιμαλιστική αλλά δυνατή οπτική προσέγγιση επηρέασε βαθιά το αισθητικό πρότυπο πολλών black metal δίσκων που ακολούθησαν.
Η ιδέα των Darkthrone για το εξώφυλλο πιθανότατα επηρεάστηκε από το “Live in Leipzig” των Mayhem, που παρουσίαζε μια παρόμοια εικόνα του Dead (Per Yngve Ohlin). Ωστόσο, το “Transilvanian Hunger” πήγε ένα βήμα παραπέρα, αφαιρώντας κάθε περιττή οπτική υπερβολή ώστε να αντικατοπτρίζει τον ηχητικό του μινιμαλισμό. Δεν υπήρχε περίτεχνο λογότυπο ή περίπλοκο σχέδιο – μόνο μια αφιλτράριστη ματιά στον κόσμο του νορβηγικού black metal.

Η εικόνα δεν δημιουργήθηκε με επαγγελματικό τρόπο. Σύμφωνα με τον Fenriz, ήταν απλώς μια αυθόρμητη λήψη που αποτύπωσε τη σωστή ενέργεια. Η ατέλεια που προέκυψε από τη διαδικασία αναπαραγωγής της εικόνας ενίσχυσαν τον αντίκτυπό της, χαρίζοντάς της μια απόκοσμη, σχεδόν υπερβατική αίσθηση. Με πολλούς τρόπους, το εξώφυλλο αποτυπώνει την ουσία του “Transilvanian Hunger”: αδιαπραγμάτευτο και απόλυτα ανεξάρτητο.
Blast beats, lo-fi και μισανθρωπία
Ο ήχος του “Transilvanian Hunger” είναι διαβόητος. Ακατέργαστος, lo-fi και επαναλαμβανόμενος, αλλά ακριβώς αυτός ο μινιμαλισμός τού χαρίζει την υπνωτική του αίσθηση. Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε σε ένα 4-track recorder, με σκόπιμα λεπτό και πρίμο ήχο κιθάρας, δημιουργώντας μια απόκοσμη ατμόσφαιρα. Τα τύμπανα διατηρούν σταθερό μοτίβο σε όλη τη διάρκεια, χωρίς σχεδόν καθόλου γεμίσματα ή παραλλαγές.
Το “Transilvanian Hunger” ενσαρκώνει το black metal στην πιο καθαρή μορφή του. Η επιρροή του στο είδος είναι αδιαμφισβήτητη, ενώ οι διαμάχες που το συνοδεύουν υπενθυμίζουν πόσο ασταθής και επικίνδυνη ήταν η black metal σκηνή των αρχών της δεκαετίας του ’90. Είτε το δει κανείς ως αριστούργημα είτε ως προϊόν νενανικού ενθουσιασμού, το “Transilvanian Hunger” παραμένει ένα καθοριστικό ντοκουμέντο της ακραίας μουσικής.
Για όσους είναι διατεθειμένοι να βυθιστούν στη σκοτεινή, ψυχρή ατμόσφαιρά του, το “Transilvanian Hunger” παραμένει ένα από τα πιο απαραίτητα black metal άλμπουμ. Και για εκείνους που το βρίσκουν υπερβολικά ακατέργαστο ή δυσπρόσιτο – ίσως αυτό να είναι και το νόημά του. Δεν δημιουργήθηκε για μαζική απήχηση, αλλά για όσους αναζητούν το απόλυτο μουσικό σκοτάδι.
