Το 1993, οι Darkthrone χάρισαν στον πλανήτη το “Under a Funeral Moon”, έναν δίσκο που ήρθε να εδραιώσει την κυριαρχία τους στο νέο ηχητικό οικοδόμημα που είχαν αρχίσει να χτίζουν. Μετά την τομή του “A Blaze in the Northern Sky”, το συγκρότημα είχε βρει πλέον την ταυτότητά του και τώρα την οδηγούσε στα άκρα. Το “Under a Funeral Moon” μοιάζει ως η απόλυτη πραγμάτωση του οράματός τους, ένας δίσκος που ο Fenriz περιγράφει ως τον μοναδικό τους «ολοκληρωτικά» black metal.
Αυτή η στροφή προς τον απόλυτο παγετό δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση, ειδικά για τη δισκογραφική τους, την Peaceville. Οι υπεύθυνοι της εταιρείας, εγκλωβισμένοι στις νόρμες της εποχής, δυσκολεύονταν να χωνέψουν τον νέο, «πρωτόγονο» ήχο. Η απάντηση της μπάντας, όμως, ήταν ξερό τελεσίγραφο: αν ο δίσκος δεν κυκλοφορούσε ως είχε, οι Darkthrone θα μετακόμιζαν άμεσα στην Deathlike Silence Productions του Euronymous. Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη της αισθητικής επί της εμπορικότητας.
Η δημιουργία του δίσκου υπήρξε μια σπουδή στην απομόνωση. Η σύνθεση δεν ήταν πλέον προϊόν συλλογικού ιδρώτα σε κάποιο στούντιο, αλλά μια μοναχική ιεροτελεστία. Ήδη από τα τέλη του 1991, ο Nocturno Culto είχε επιλέξει την απόσταση από τη σκηνή του Όσλο, ενώ και ο Zephyrous αναζήτησε τη δική του αποξένωση. Αυτή η αποσύνθεση της μπάντας ως φυσική οντότητα πέρασε απευθείας και στο DNA του άλμπουμ. «Προορισμός μας ήταν να φτιάξουμε το πιο μαύρο άλμπουμ που κυκλοφόρησε ποτέ», είχε δηλώσει ο Nocturno Culto, και η διαδικασία της ηχογράφησης στα Creative Studios του Kolbotn το επιβεβαίωσε.
Εκεί, ο μηχανικός ήχου Vidar Winter κλήθηκε να γίνει ο αρχιτέκτονας ενός ηχητικού ερείπιου. Υπό τις οδηγίες της μπάντας, κάθε όργανο και κάθε φωνητικό κανάλι διπλασιάστηκε σε ένταση, όχι για να ακούγεται πιο «γεμάτο», αλλά για να γίνει πιο διαπεραστικό και ενοχλητικό. Ο Winter, που αργότερα θα σχεδίαζε τον ήχο για τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1994, κατάφερε να αποτυπώσει μια αίσθηση αποσύνθεσης που ο Fenriz αργότερα θα παρομοίαζε με ένα νοσηρό μείγμα των πρώιμων Vader και των Hell on Earth.
Στιχουργικά και θεματικά, το “Under a Funeral Moon” δεν αναλώθηκε σε φτηνά σοκ. Στο εμβληματικό “Natassja in Eternal Sleep“, ο Nocturno Culto αφηγείται τη θυσία μιας μάγισσας, εκφράζοντας ένα βαθύ, υπαρξιακό μίσος προς τον θρησκευτικό δογματισμό που τον έπνιγε από παιδί στη Νορβηγία. «Το μίσος είναι δυνατό και βαθύ», είχε πει σε μια μεταγενέστερη συνέντευξη. «Όσο μεγαλώνεις, τόσο περισσότερα μαθαίνεις και τόσο το μίσος θεριεύει». Αυτή η προσέγγιση απείχε παρασάγγας από τη θρησκευτική προσκόλληση του τυπικού σατανισμού, ήταν μια επιστροφή στην “πρωτόγονη πλευρά της φύσης” που κρύβεται μέσα στις σκέψεις όλων μας.
Η κυκλοφορία του τον Ιούνιο του 1993, μόλις λίγες εβδομάδες πριν η δολοφονία του Euronymous συγκλονίσει τον πλανήτη, τοποθέτησε τον δίσκο στην καρδιά του τυφώνα. Ενώ η αστυνομία και τα media κυνηγούσαν φαντάσματα και “κοινωνικούς κινδύνους”, οι Darkthrone επέλεξαν τη σιωπή και την απόσταση. Ήταν όμως και το τέλος μιας εποχής για τη σύνθεσή τους. Ο Zephyrous, μετά από ένα σοβαρό τροχαίο και την πνευματική του αποχώρηση, άφησε το σχήμα αμέσως μετά, μετατρέποντας τους Darkthrone στο δίδυμο-φάντασμα που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα.
Αυτή η περίοδος έντονης πίεσης, η αστυνομική παρακολούθηση και η διάλυση της τριάδας, λειτούργησαν ως καταλύτης για τον Fenriz. Μέσα σε αυτό το κλίμα χάους και απομόνωσης, οδηγήθηκε σε μια καλλιτεχνική έκρηξη που θα τον ωθούσε να δημιουργήσει σχεδόν μόνος του το επόμενο κεφάλαιο της “Unholy Trinity”, το “Transilvanian Hunger”.
Ακόμα και το εξώφυλλο, με τον Nocturno Culto να κρατά το σκήπτρο βαμμένος με corpse paint (δώρο του Bull Metal των Warmaster Records), έγινε το απόλυτο σύμβολο μιας αισθητικής που η ίδια η μπάντα έσπευσε να κάψει μόλις έγινε «μόδα». Όταν είδαν το corpse paint να κυκλοφορεί στο φως της ημέρας από περαστικούς, αποφάσισαν ότι το σκοτάδι τους δεν θα ήταν πλέον προς πώληση. Η απόφαση αυτή τους οδήγησε στο να παραμείνουν απομονωμένοι, αποφεύγοντας τις ζωντανές εμφανίσεις και τις δημόσιες σχέσεις, χτίζοντας έναν μύθο που δεν βασιζόταν στην παρουσία, αλλά στην ηχητική τους απουσία από το “σύστημα”.
Σήμερα, η κληρονομιά του δίσκου παραμένει αλώβητη. Παρόλο που η επίσημη νορβηγική ιστοριογραφία έχει αρχίσει να εντάσσει το black metal στα εθνικά της κειμήλια –με το “A Blaze in the Northern Sky” να φιλοξενείται στην Εθνική Βιβλιοθήκη– το “Under a Funeral Moon” παραμένει το “δύσκολο” παιδί. Η επιδραστικότητά του όμως είναι εμφανής στον τρόπο με τον οποίο το metal αντιλαμβάνεται πλέον την έννοια της «αλήθειας». Η επιλογή του lo-fi ήχου ήταν μια πράξη αντίστασης, όπως είπε και ο Fenriz, «με την τέχνη μου, είμαι η γροθιά στο πρόσωπο του θεού». Οι Darkthrone απέδειξαν ότι η δύναμη ενός έργου δεν πηγάζει από το budget του, αλλά από την καθαρότητα της πρόθεσης να παραμείνεις “unholy” σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε εξημερώσει.
