Το μουσικό ταξίδι του project που έγινε γνωστό στο ευρύ κοινό ως Lamp of Murmuur ξεκίνησε το 2019 και σηματοδότησε μια πραγματικά κομβική στιγμή για το σύγχρονο τοπίο του αμερικανικού black metal. Ο δημιουργός του, ένας καλλιτέχνης που παραμένει ανώνυμος και χρησιμοποιεί αποκλειστικά το γράμμα M., κατάφερε να απομακρυνθεί οριστικά από τα στατικά και χιλιοειπωμένα μοτίβα του συγκεκριμένου ήχου. Προχώρησε σε μια εντελώς ρευστή και πολυδιάστατη εξερεύνηση του σκοταδιού, του ψυχικού τραύματος και της πνευματικής κυριότητας.
Ο M. ξεκίνησε αυτή την πολύπλοκη προσπάθεια στην πλούσια underground σκηνή της Ολύμπια στην Ουάσιγκτον και αργότερα μεταφέρθηκε στην αχανή αστική απομόνωση που προσφέρει απλόχερα το Λος Άντζελες. Αυτή η πορεία δείχνει την εκπληκτική εξέλιξη των Lamp of Murmuur και μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την ανάπτυξή τους από τις πρώτες, ακατέργαστες demo ηχογραφήσεις μέχρι τη σημερινή τους επιβλητική μορφή.
Σήμερα μιλάμε πια για μια οπερατική δύναμη υψηλής ακουστικής πιστότητας που συνθέτει απολύτως αρμονικά το παραδοσιακό black metal, το σκοτεινό gothic rock και τις εντυπωσιακές κινηματογραφικές ενορχηστρώσεις. Αναλύοντας τους δημιουργικούς μηχανισμούς, την ιδιαίτερη φιλοσοφία και το ευρύτερο κοινωνικό και τεχνικό πλαίσιο, μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως τον ρόλο του M. ως ένα απλό δοχείο για μια πολύ μεγαλύτερη και άγνωστη δύναμη.
Η φιλοσοφία και η δημιουργική διαδικασία
Στον πυρήνα της ταυτότητας των Lamp of Murmuur βρίσκεται η πίστη πως η μουσική προκύπτει με εντελώς φυσικό τρόπο και αποτελεί την εκδήλωση μιας μεγαλύτερης θέλησης που καθοδηγεί απόλυτα τη δημιουργική διαδικασία από την αρχή μέχρι το τέλος. Ο M. περιγράφει το project ως μια συνεχή άσκηση «μετάφρασης και ερμηνείας». Εκείνος λειτουργεί αποκλειστικά ως αγωγός και δοχείο για μια «σκοτεινή ενέργεια» ή μια «ζοφερή παρουσία» που υπήρχε στο σύμπαν πολύ πριν την επίσημη έναρξη του project το 2019.
Αυτή η σχεδόν πνευματική προσέγγιση στη σύνθεση βάζει πάντα σε πρώτη μοίρα τον αυθορμητισμό και το συναίσθημα έναντι του σχεδιασμού. Το εντυπωσιακό αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας οδήγησε σε μια εξαιρετικά παραγωγική περίοδο για τον καλλιτέχνη, περιλαμβάνοντας τέσσερα demo, πολλές συνεργατικές κυκλοφορίες και τέσσερα ολοκληρωμένα άλμπουμ μέσα σε διάστημα μόλις έξι ετών.

Οι μηχανισμοί σύνθεσης που χρησιμοποιεί ο M. βασίζονται σε τεράστιο βαθμό στον απόλυτο αυτοσχεδιασμό. Οι μελωδίες της κιθάρας ηχογραφούνται πάρα πολύ συχνά με την πρώτη και μοναδική προσπάθεια. Οι οποιεσδήποτε δομικές αλλαγές στα κομμάτια παραμένουν πάντα ελάχιστες, με μοναδικό σκοπό να διατηρηθεί αναλλοίωτη η «άγρια ουσία» της αρχικής έμπνευσης. Αυτή η άρνηση να περάσει η μουσική από το φίλτρο της λογικής βοηθά το project να διατηρήσει την ταυτότητα και την ωμότητά του.
Ο M. πιστεύει ακράδαντα πως μια πιο υπολογισμένη προσέγγιση θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην πλήρη απώλεια της «πρωτόγονης και καθαρής σπλαχνικότητας» που καθορίζει από την αρχή την οντότητα των Lamp of Murmuur. Αυτή η υποσυνείδητη επιρροή υπαγορεύει εξ ολοκλήρου τη διάρκεια και την ολοκλήρωση του μουσικού έργου, καθιστώντας ουσιαστικά τον καλλιτέχνη έναν απλό μεσάζων του τελικού ηχητικού αποτελέσματος.
Αυτό το ιδιόμορφο δημιουργικό πλαίσιο επεκτείνεται και στην απόρριψη των τυπικών ιδεολογιών που συνοδεύουν συνήθως τον χώρο του black metal. Ο δημιουργός έχει εκφράσει ανοιχτά την περιφρόνησή του για όσους χρησιμοποιούν μια μεγάλη παρανόηση του κακού για να κρύψουν επιμελώς την πνευματική τους ανωριμότητα ή τις διάφορες τετριμμένες ιδεολογίες μίσους που αναπαράγουν. Για τον ίδιο τον M., το κακό που παρουσιάζεται μέσα από τις νότες των Lamp of Murmuur αποτελεί μια αντίπαλη και τελείως μυστηριώδη δύναμη. Λειτουργεί περισσότερο ως μια «αμυδρή ηχώ του πιο βαθιού Μυστηρίου» και απέχει παρασάγγας από το να αποτελεί όχημα για το συνηθισμένο γήινο μίσος.
Η στιλιστική εξέλιξη του ήχου
Η πλούσια δισκογραφία των Lamp of Murmuur χαρακτηρίζεται από ξεκάθαρες στιλιστικές περιόδους και η καθεμία αντιπροσωπεύει ουσιαστικά μια μερική άρση του πέπλου για το project. Οι πρώτες ηχογραφήσεις ήταν βαθιά ριζωμένες στις παραδόσεις του νορβηγικού ήχου της δεκαετίας του 1990. Στη συνέχεια όμως, οι επόμενες κυκλοφορίες ενσωμάτωσαν όλο και πιο διαφορετικές επιρροές, φτάνοντας με τεράστια άνεση στο gothic rock, το neoclassical darkwave και το παραδοσιακό heavy metal των περασμένων δεκαετιών.
Οι πρώτες ωμές ηχογραφήσεις
Η αρχική άνοδος του project τροφοδοτήθηκε μαζικά από τα πρώτα demo όπως τα “Thunder Vigil and Ecstasy” και “Melancholy Howls in Ceremonial Penitence”, τα οποία προκάλεσαν αμέσως τεράστιο θόρυβο και ενθουσιασμό στους underground κύκλους. Αυτές οι πρώιμες ηχογραφήσεις χρησιμοποίησαν μια γεμάτη παραμόρφωση παραγωγή, με κιθάρες και τύμπανα που ξυπνούσαν ευχάριστες μνήμες από τα 90s, τιμώντας με τον καλύτερο τρόπο τον παγωμένο ήχο θρύλων όπως οι Immortal.
Ακόμα και σε αυτό το πολύ αρχικό στάδιο της δημιουργίας, ο M. ξεχώρισε αμέσως το project από τους αμέτρητους και συνηθισμένους κλώνους του είδους. Αυτό το πέτυχε μέσω της έξυπνης προσθήκης πινελιών από συνθεσάιζερ και μιας αδιάκοπης ποιότητας στα riff, η οποία υποδήλωνε από την αρχή ένα πολύ υψηλότερο επίπεδο δεξιοτεχνίας. Το ντεμπούτο άλμπουμ με τίτλο “Heir of Ecliptical Romanticism” του 2020 ήρθε για να σταθεροποιήσει οριστικά αυτόν τον βαμπιρικό ήχο και συνδύασε με μοναδικό τρόπο τις πιασάρικες μελωδίες με την απόλυτη lo-fi επιθετικότητα.
Οι Lamp of Murmuur έχουν γίνει πια μια από τις πιο σημαντικές φωνές του σύγχρονου black metal. Η ικανότητα του M. να αλλάζει συνεχώς πρόσωπο χωρίς να χάνει την ουσία του κάνει κάθε νέα του κυκλοφορία ένα ξεχωριστό γεγονός.Το ταξίδι του project συνεχίζεται και η σκοτεινή του ενέργεια έχει ακόμα πολλές ιστορίες να μας διηγηθεί.

