Η ιδέα ακούγεται εντελώς γελοία. Έχουμε γιγαντιαία εξωγήινα έντομα που εκτοξεύουν πλάσμα στο διάστημα και πανέμορφους στρατιώτες που προσπαθούν να τα εξοντώσουν με τεράστια πολυβόλα. Σε πρώτη ανάγνωση, το “Starship Troopers” φαντάζει ως μια από τις πιο απλοϊκές ταινίες επιστημονικής φαντασίας που έγιναν ποτέ. Ο Paul Verhoeven όμως πήρε αυτή την παιδική φαντασίωση και την έκανε ένα διαμάντι.
Ο σκηνοθέτης ξεγέλασε ένα ολόκληρο χολιγουντιανό στούντιο. Εξασφάλισε πάνω από εκατό εκατομμύρια δολάρια για να φτιάξει ένα έργο που κοροϊδεύει την ίδια την κοινωνία που το χρηματοδότησε. Είναι μάλιστα η αγαπημένη του δημιουργία από όλη τη φιλμογραφία του, και ο λόγος είναι μάλλον προφανής.
Η πλοκή μάς μεταφέρει στο 2197, όπου η Γη είναι ενωμένη κάτω από μια παγκόσμια στρατοκρατική κυβέρνηση. Ο Johnny Rico μόλις τελειώνει το σχολείο στο Μπουένος Άιρες. Η κοπέλα του, η Carmen, θέλει να γίνει πιλότος διαστημοπλοίου. Ο φίλος του ο Carl κατατάσσεται στις στρατιωτικές πληροφορίες. Ο Johnny ακολουθεί το πεζικό, έχοντας μαζί του την Dizzy που είναι κρυφά ερωτευμένη μαζί του.

Ο λόγος που κατατάσσονται είναι απόλυτα κυνικός, καθώς στο σύμπαν της ταινίας πρέπει να υπηρετήσεις τον στρατό για να γίνεις πολίτης με δικαίωμα ψήφου ή ακόμα και δικαίωμα στην αναπαραγωγή. Όταν τα Αραχνοειδή καταστρέφουν την πόλη τους με έναν μετεωρίτη, οι πρωταγωνιστές βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του πολέμου.
Αυτό το σκοτεινό στρατοκρατικό όραμα προέρχεται από το ομώνυμο βιβλίο του Robert A. Heinlein. Ο συγγραφέας το είχε γράψει στα σοβαρά, παρουσιάζοντας μια κοινωνία όπου η στρατιωτική θητεία είναι το απόλυτο ιδανικό. Ο Verhoeven δοκίμασε να το διαβάσει, αλλά σταμάτησε στα δύο πρώτα κεφάλαια. Το βρήκε αφόρητα δεξιό και καταθλιπτικό. Ζήτησε από τον σεναριογράφο Ed Neumeier να του αφηγηθεί την υπόλοιπη ιστορία προφορικά. Μαζί αποφάσισαν να κρατήσουν το βασικό πλαίσιο και να το μετατρέψουν σε μια απόλυτη σάτιρα του αμερικανικού μιλιταρισμού, του φασισμού και της κουλτούρας των όπλων.
Η τέλεια φασιστική ουτοπία
Ο σκηνοθέτης είχε μεγαλώσει στην υπό γερμανική κατοχή Ολλανδία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήξερε από πρώτο χέρι πώς ακριβώς μοιάζει και πώς λειτουργεί ο φασισμός στην πραγματικότητα. Αντί να κάνει ένα ηθικοπλαστικό κήρυγμα, επέλεξε να δημιουργήσει έναν τέλειο φασιστικό κόσμο.
Στην ταινία όλοι είναι όμορφοι, τα πάντα είναι λαμπερά, τα όπλα είναι τεράστια και οι άνθρωποι ζουν σε μια ουτοπία. Το μόνο πρόβλημα είναι πως αυτή η κοινωνία έχει φτιαχτεί αποκλειστικά για να σκοτώνει εξωγήινα ζουζούνια. Ο Verhoeven ήθελε να δείξει πώς ο πόλεμος μας κάνει όλους φασίστες, παρασύροντας το κοινό να ταυτιστεί με τους ήρωες πριν συνειδητοποιήσει την αλήθεια.
Η προπαγάνδα παίζει κεντρικό ρόλο στην αφήγηση. Η ταινία διακόπτεται διαρκώς από τα περίφημα διαλείμματα του δικτύου FedNet, τα οποία ρωτούν τον θεατή «Θέλετε να μάθετε περισσότερα;». Μέσα από αυτά τα μικρά βίντεο βλέπουμε ζωντανές εκτελέσεις καταδίκων σε ώρα υψηλής τηλεθέασης και στρατιώτες να μοιράζουν σφαίρες σε μικρά παιδιά.

Βλέπουμε επίσης παιδάκια να ποδοπατούν κατσαρίδες με ενθουσιασμό στους δρόμους. Στα γυρίσματα, για να μην πειράξουν αληθινά έντομα, η παραγωγή έφτιαξε πλαστικές κατσαρίδες γεμάτες μαγιονέζα και μουστάρδα για να τις λιώσουν τα παιδιά με τα πόδια τους.
Το μαύρο χιούμορ του δημιουργού φτάνει στα άκρα όταν ένα βίντεο δείχνει ένα εξωγήινο έντομο να κατασπαράσσει μια αγελάδα. Η εικόνα της αγελάδας καλύπτεται από μια μαύρη μπάρα λογοκρισίας. Το ζώο ήταν εξ ολοκλήρου ψηφιακό, αλλά η λογοκρισία μπήκε επίτηδες για να ειρωνευτεί τις υποκριτικές αντιδράσεις της φιλοζωικής PETA, την ίδια στιγμή που το έργο δείχνει χωρίς δισταγμό ανθρώπους να κόβονται στη μέση.
Η αισθητική των SS είναι επίσης παντού. Ο Neil Patrick Harris φορούσε μια στολή τόσο πιστή σε αυτές των Ναζί, που στο πλατό τον αποκαλούσαν κοροϊδευτικά «Doogie Himmler». Ο σκηνοθέτης πίστευε αθώα πως η εμφάνισή του με αυτό το ρούχο θα έκανε τις προθέσεις της σάτιρας προφανείς σε όλους.
Κάστινγκ βγαλμένο από διαφήμιση
Η επιλογή των ηθοποιών ήταν εντελώς στοχευμένη. Αν δεις την ταινία επιφανειακά, μοιάζει με ένα διαστημικό επεισόδιο του “Beverly Hills 90210”. Πολλοί από τους πρωταγωνιστές είχαν περάσει άλλωστε από τη διάσημη νεανική σειρά. Ο Verhoeven δεν έψαχνε για οσκαρικές ερμηνείες ή τεράστιο συναισθηματικό βάθος.
Ήθελε άτομα που να μοιάζουν λες και βγήκαν από προπαγανδιστική ταινία της Leni Riefenstahl. Αναζητούσε το τέλειο άριο πρότυπο με τα αψεγάδιαστα χαρακτηριστικά, ώστε το κοινό να νιώθει πως παρακολουθεί μια στρατιωτική διαφήμιση που κρατάει δύο ώρες.
Ρόλοι προτάθηκαν αρχικά σε ηθοποιούς όπως ο Mark Wahlberg και ο Matt Damon, πριν καταλήξουν στον Casper Van Dien. Ο χαρακτήρας του Johnny Rico στο βιβλίο είχε καταγωγή από τις Φιλιππίνες. Στην ταινία είναι ένας πάμπλουτος έφηβος από το Μπουένος Άιρες με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά.

Ο ίδιος ο ηθοποιός δικαιολόγησε την εμφάνισή του λέγοντας πως ο χαρακτήρας του προφανώς κατάγεται από Ναζί αξιωματικούς που διέφυγαν στη Νότια Αμερική μετά τον πόλεμο. Αυτή η εξωφρενική τελειότητα του καστ ήταν το απόλυτο κλειδί για να λειτουργήσει η ειρωνεία. Οι πρωταγωνιστές Casper Van Dien και Dina Meyer είχαν μάλιστα γεννηθεί τον ίδιο ακριβώς μήνα και την ίδια χρονιά, κάτι που έδενε τέλεια με την ιδέα της κοινής σχολικής ηλικίας των χαρακτήρων.
Η εσκεμμένη ξύλινη υποκριτική και τα κλισέ του εφηβικού δράματος εξυπηρετούσαν έναν συγκεκριμένο σκοπό. Ο σκηνοθέτης έχτισε έναν τοίχο ανάμεσα στους χαρακτήρες και το κοινό. Το στούντιο μάλιστα αναγκάστηκε να κόψει κάποιες σκηνές έπειτα από δοκιμαστικές προβολές. Οι θεατές εξοργίστηκαν όταν είδαν την Carmen να φιλιέται με τον Zander αμέσως μετά τον υποτιθέμενο θάνατο του Johnny.
Το κοινό απαιτούσε ηθική καθαρότητα από τους χαρακτήρες, αδυνατώντας να καταλάβει πως σε αυτή τη σάπια κοινωνία τα συναισθήματα έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Ακόμα και η μουσική έκρυβε εκπλήξεις, όπως όταν το “Fade Into You” των Mazzy Star ακούγεται κατά τη διάρκεια του καυγά μεταξύ του Rico και του Zander. Σε αυτόν τον καυγά μάλιστα, ο Patrick Muldoon έφαγε μια αληθινή μπουνιά στο πρόσωπο από τον Van Dien, καταλήγοντας με ματωμένο χείλος.
Το απόλυτο κινηματογραφικό μακελειό
Ο Verhoeven ήθελε να νιώσουμε μια συναισθηματική απόσταση από αυτούς τους στρατιώτες. Όταν αρχίσουν να διαμελίζονται βάναυσα από τα έντομα, η αντίδρασή μας πρέπει να είναι ένα σοκαρισμένο, σκοτεινό γέλιο. Σε αυτό το σύμπαν η ανθρώπινη ζωή είναι εντελώς φθηνή. Ο στρατός βλέπει αυτούς τους νέους αποκλειστικά ως κρέας για τη μηχανή του κιμά.
Αν είχαμε δεθεί συναισθηματικά μαζί τους, η καυστική σάτιρα θα έχανε τη δύναμή της και το “Starship Troopers” θα γινόταν ένα αβάσταχτο, βαρύ δράμα. Μετρώντας 256 νεκρούς επί της οθόνης, η ταινία προσφέρει απλόχερα ένα εντυπωσιακό λουτρό αίματος.
Η παραγωγή κατανάλωσε 17 γαλόνια ψεύτικου αίματος και έσπασε τα ρεκόρ της εποχής χρησιμοποιώντας 300.000 άσφαιρες σφαίρες στα γυρίσματα. Τα όπλα Morita πετούσαν τεράστιες φλόγες, δημιουργώντας πραγματικό κίνδυνο. Ο βετεράνος Michael Ironside, που αποτέλεσε και τον πραγματικό μέντορα του Van Dien στα γυρίσματα, υπέστη εγκαύματα στη μύτη και τον καρπό του από μια φλόγα όπλου που πέρασε ξυστά από το πρόσωπό του.

Ο κίνδυνος παραμόνευε παντού στο πλατό. Σε μια σκηνή μάχης, η Dina Meyer πυροβόλησε κατά λάθος πολύ κοντά στο αυτί του Jake Busey, καταστρέφοντας προσωρινά την ακοή του, παρόλο που ο ηθοποιός φορούσε προστατευτικές ωτοασπίδες.
Ακόμα και στις πιο ελεγχόμενες σκηνές, η ένταση ήταν τεράστια και απρόβλεπτη. Στη σκηνή όπου ο Johnny τρώει το μαστίγιο μπροστά σε όλο το τάγμα, ο κασκαντέρ Teo Smoot που κρατούσε το μαστίγιο προχωρούσε ασυναίσθητα προς το μέρος του ηθοποιού σε κάθε χτύπημα. Παρά τις εκκλήσεις του σκηνοθέτη να μείνει ακίνητος, ο Smoot έχανε τον έλεγχο από τη φόρα.
Για να αποφύγουν κάποιον σοβαρό τραυματισμό, το συνεργείο αναγκάστηκε να του βάλει σακιά με άμμο έντεκα κιλών πάνω στα πόδια του για να τον κρατήσει στη θέση του. Ο Casper Van Dien είχε μάλιστα χάσει επτά κιλά ειδικά για να γυρίσει τη συγκεκριμένη σκηνή ξυλοδαρμού και να φαίνεται πιο ταλαιπωρημένος.
Γιγαντιαία ζουζούνια και πρακτικά εφέ
Τα πρακτικά και ψηφιακά εφέ της ταινίας παραμένουν αξεπέραστα ακόμα και σήμερα. Ο Phil Tippett, ο άνθρωπος πίσω από τους δεινόσαυρους του “Jurassic Park”, βρήκε εδώ τον καμβά για να μεγαλουργήσει πραγματικά. Η ομάδα του σχεδίασε εκατοντάδες έντομα, χρησιμοποιώντας το εξελιγμένο σύστημα Digital Input Device. Ο σχεδιασμός τους ήταν απόλυτα λειτουργικός, επηρεασμένος από πραγματικά ζώα και διανθισμένος με έντονη πολεμική αισθητική.
Τα Warrior Bugs, που αποτελούν το βασικό πεζικό, βασίστηκαν στους ρινόκερους σκαραβαίους και χρωματίστηκαν με τα προειδοποιητικά χρώματα της σφήκας. Τα γιγαντιαία Tanker Bugs θύμιζαν άρματα μάχης, ενώ το επιβλητικό Brain Bug σχεδιάστηκε για να θυμίζει κάτι ανάμεσα σε βασίλισσα τερμιτών και Cthulhu, με τη σάρκα του να πάλλεται χάρη σε μια περίπλοκη ψηφιακή τεχνική που ονόμασαν «κύμα κρέατος».
Ο Verhoeven, στην προσπάθειά του να δώσει ρυθμό στις σκηνές μάχης όπου τα έντομα θα προστίθεντο αργότερα με υπολογιστή, χρησιμοποιούσε εντελώς ανορθόδοξες μεθόδους. Έτρεχε ανάμεσα στους ηθοποιούς κρατώντας μια σκούπα, πηδώντας πάνω κάτω και ουρλιάζοντας με μια ντουντούκα «Είμαι ένα τεράστιο γαμημένο ζουζούνι! Θα σας σκοτώσω!».

Ο Clancy Brown θυμάται το περιστατικό με τεράστια αγάπη, περιγράφοντας τον σκηνοθέτη ως έναν υπέροχο τρελό που ήξερε πώς να βγάλει την ένταση από το καστ του. Οι τεχνικοί είχαν τόσο μεράκι που στο βάθος ενός πλάνου μέσα στο διαστημόπλοιο, το συνεργείο έκρυψε μέχρι και μια μινιατούρα Millennium Falcon για να σπάσει πλάκα.
Οι συνθήκες γυρισμάτων ωστόσο ήταν εξοντωτικές για όλους. Στο Hell’s Half Acre του Γουαϊόμινγκ, όπου γυρίστηκαν οι περισσότερες σκηνές των εξωγήινων πλανητών, η θερμοκρασία έφτανε τους 46 βαθμούς Κελσίου. Οι ηθοποιοί φορούσαν στολές βάρους σχεδόν είκοσι κιλών κάτω από τον καυτό ήλιο.
Κατά μέσο όρο 25 άτομα τη μέρα πάθαιναν θερμοπληξία στο σετ. Το συνεργείο έφτασε στο σημείο να κόψει μεγάλες τρύπες στις στολές του Jake Busey και των υπολοίπων για να παίρνουν αέρα. Ο Michael Ironside έπαθε τέτοια θερμοπληξία που λιποθύμησε όρθιος, ρωτώντας τον Van Dien ποια ήταν τα λόγια του, ενώ βρισκόταν σε πλήρη απώλεια μνήμης από τη ζέστη, καταλήγοντας στο νοσοκομείο με ορό.
Σπάζοντας τα ταμπού της εποχής
Ο σκηνοθέτης φρόντισε να προκαλέσει τα ήθη του αμερικανικού κοινού σε κάθε ευκαιρία που του δόθηκε. Η περίφημη σκηνή των κοινών ντους δημιουργήθηκε ακριβώς για να δείξει πως η κοινωνία αυτή έχει απόλυτη ισότητα φύλων με τον πιο άρρωστο τρόπο. Στο μυαλό του Verhoeven, οι στρατιώτες είναι τόσο πλυμένοι εγκεφαλικά και προσηλωμένοι στον πόλεμο, που στερούνται κάθε σεξουαλικότητας.
Η γύμνια δεν έχει απολύτως τίποτα το ερωτικό γι’ αυτούς. Όλοι πλένονται μαζί και συζητούν για την καριέρα τους στον στρατό χωρίς να δίνουν καμία σημασία στα γυμνά σώματα γύρω τους. Αυτή η απόλυτη εξίσωση των φύλων λειτουργεί ως ένα έξυπνο σχόλιο για την ολοκληρωτική φύση της προπαγάνδας.
Η διαδικασία των γυρισμάτων για αυτή τη σκηνή είχε τη δική της ξεκαρδιστική ιστορία. Όταν οι ηθοποιοί δίστασαν να γδυθούν μπροστά στις κάμερες, η Dina Meyer προκάλεσε τον σκηνοθέτη να το κάνει πρώτος αν θεωρούσε πως δεν τρέχει τίποτα. Ο Verhoeven και ο διευθυντής φωτογραφίας Jost Vacano γδύθηκαν αμέσως χωρίς δεύτερη σκέψη.

Έμειναν ολόγυμνοι στο πλατό, κάνοντας το καστ να σκάσει στα γέλια και σπάζοντας την αμηχανία. Ο Van Dien φώναξε σοκαρισμένος βλέποντας τον σκηνοθέτη χωρίς ρούχα, αλλά τελικά η σκηνή γυρίστηκε χωρίς κανένα πρόβλημα, γράφοντας ιστορία ως η πρώτη σκηνή κοινού ντους σε μεγάλη αμερικανική παραγωγή.
Είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικό το σχόλιο του δημιουργού, ο οποίος απορούσε με τις προτεραιότητες της αμερικανικής λογοκρισίας. Η επιτροπή ζήτησε να κοπούν τέσσερα δευτερόλεπτα από έναν βίαιο αποκεφαλισμό στο τέλος της ταινίας για να μην πάρει η ταινία την αυστηρή σήμανση NC-17.
Ο Verhoeven ανέφερε συχνά πως δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ένα γυμνό στήθος δυσκολεύεται περισσότερο να περάσει από τη λογοκρισία στην Αμερική σε σχέση με ένα σώμα που έχει γαζωθεί από σφαίρες και έχει κοπεί σε κομμάτια. Ο παραλογισμός της λογοκρισίας ταίριαζε απόλυτα με τον παραλογισμό του κόσμου που είχε χτίσει στην οθόνη.
Η παρεξήγηση και η δικαίωση
Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι πως πολλοί κριτικοί της εποχής απέτυχαν παταγωδώς να πιάσουν το αστείο και το βαθύτερο νόημα. Η Washington Post κατηγόρησε τον Verhoeven και τον Neumeier ως νεοναζί που υμνούν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Η οπτική τους ήταν τόσο περιορισμένη που είδαν την ταινία ως μια θορυβώδη περιπέτεια με κακούς ηθοποιούς και προκλητικά φασιστικά σύμβολα.
Ο ίδιος ο σκηνοθέτης δήλωσε βαθιά απογοητευμένος από αυτή την αντιμετώπιση. Εξήγησε πως αν έλεγε ευθέως στον κόσμο ότι ο φασισμός δεν λειτουργεί, κανείς δεν θα έδινε σημασία. Προτίμησε να φτιάξει τον τέλειο φασιστικό κόσμο και να αφήσει το κοινό να νιώσει την αποστροφή μέσα από την ίδια την υπερβολή.
Το γεγονός ότι τα στελέχη της Sony άφησαν την παραγωγή να προχωρήσει ανενόχλητη, οφείλεται στο ότι η διοίκηση άλλαζε συνεχώς εκείνη την περίοδο. Η ταινία γλίστρησε κάτω από το ραντάρ τους. Όταν είδαν το τελικό αποτέλεσμα, δεν ήξεραν τι να το κάνουν και το προώθησαν εντελώς λάθος, παρουσιάζοντάς το ως μια τυπική ταινία δράσης που θα ανταγωνιζόταν στο box office.

Αυτό οδήγησε σε εμπορική απογοήτευση. Ο κόσμος περίμενε να δει ένα φωτεινό έπος επιστημονικής φαντασίας και πήρε κατάμουτρα μια ωμή σάτιρα που του έλεγε πως οι αγαπημένοι του ήρωες είναι αναλώσιμα υποχείρια ενός αδίστακτου συστήματος.
Χρειάστηκαν δεκαετίες για να πάρει το έργο τη θέση που του αξίζει στο πάνθεον του σινεμά. Τα χρόνια πέρασαν, το πολιτικό σκηνικό παγκοσμίως σκοτείνιασε, και η ακρότητα του φιλμ άρχισε να μοιάζει επικίνδυνα προφητική. Αυτό που κάποτε θεωρήθηκε ένα κακόγουστο αστείο, σήμερα μελετάται ως μια ιδιοφυής ανατομία της προπαγάνδας. Η διάσημη φράση «Έλα, πίθηκε! Θέλεις να ζήσεις για πάντα;», που ακούγεται από τον Rico, προέρχεται από μια πραγματική ιαχή του λοχία Dan Daly στη μάχη του Belleau Wood το 1918.
Ο Casper Van Dien, που πλέον δεν μπορεί να περπατήσει στον δρόμο χωρίς κάποιος να του φωνάξει «Rico!», διηγείται γελώντας πώς οι κόρες του σοκαρίστηκαν όταν είδαν την ταινία, αναφωνώντας πως η ζωή τους καταστράφηκε βλέποντας τον πατέρα τους ολόγυμνο. Δεν είναι τυχαίο ότι σκηνοθέτες όπως ο Martin Scorsese, οι αδερφοί Coen, αλλά και ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Bill Clinton, δηλώνουν φανατικοί θαυμαστές. Ο Paul Verhoeven έστησε το απόλυτο κινηματογραφικό κόλπο, σερβίροντας ένα δυστοπικό, ματωμένο παραμύθι κάτω από το λαμπερό περιτύλιγμα ενός ακριβού blockbuster.
