Η φράση Bonfire of the Vanities προέρχεται από το ιστορικό γεγονός της Φλωρεντίας του 1497, όταν, υπό την καθοδήγηση του Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα, αντικείμενα που θεωρούνταν σύμβολα ματαιότητας, όπως βιβλία, έργα τέχνης, προσωπικά είδη, ρίχτηκαν στην πυρά. Ήταν μια πράξη δημόσιας κάθαρσης, αλλά και επιβολής μιας αυστηρής, σχεδόν ασκητικής αντίληψης για την τέχνη και τη ζωή. Ο τίτλος της βραδιάς στο An Club δανείστηκε αυτό το φορτίο ως πλαίσιο αντίστοιχης κάθαρσης: τρεις μπάντες, με διαφορετικές αφετηρίες αλλά κοινή πορεία και τιτάνια σημασία στην εγχώρια σκηνή, συναντήθηκαν σε ένα live που αναμέναμε όλοι καρτερικά.
Η old-school επιλογή του «δεν υπάρχει προπώληση, ούτε φυσικών ούτε ηλεκτρονικών εισιτηρίων» είχε άμεσο αποτέλεσμα. Η ουρά έξω από το An Club απλώθηκε κατά μήκος της Σολωμού, με τον κόσμο να περιμένει υπομονετικά πριν ανοίξουν οι πόρτες. Το live ξεκίνησε με περίπου μισή ώρα καθυστέρηση, αλλά αυτή η μικρή ανατροπή του προγράμματος λειτούργησε σχεδόν παράξενα οικεία. Θύμισε εποχές όπου η αναμονή για να βγάλεις εισιτηρίο για το live αποτελούσε μέρος της εμπειρίας.
Dephosphorus
Οι Dephosphorus ανέβηκαν στη σκηνή χωρίς προοίμιο. Το απόλυτα unique experimental deathgrind τους (κατά τους ίδιους astrogrind), δηλαδή αυτό το κράμα death, black και grind με σαφή προσωπική ταυτότητα, σε πετάει κατευθείαν στο σύμπαν τους και σε διαλύει σαν ωστικό κύμα. Τα κομμάτια δημιουργούσαν ένα περιβάλλον πίεσης που παρέμενε σταθερό από την αρχή ως το τέλος.


















Η ενέργεια ήταν ανελέητη και η ένταση συνεχής. Όλα έμοιαζαν να κινούνται γύρω από έναν κοινό άξονα: αστραπιαία τύμπανα που σαρώνουν, ριφφ που κόβουν και φωνητικά που επιβάλλονται. Το υλικό από το “Planetoktonos” έδεσε φυσικά με παλιότερα κομμάτια, αποδεικνύοντας ότι η μπάντα βρίσκεται σε φάση απόλυτης ωρίμανσης και γνωρίζει ακριβώς πού βρίσκεται δημιουργικά. Προς το τέλος, η διασκευή στο “Get It Off” των Disfear, με τη συμμετοχή του Σταύρου των Sadhus, έδωσε μια διαφορετική δυναμική στο set, τόσο ως φόρος τιμής, αλλά και ως κοινή εκτόνωση. Το An Club αντέδρασε άμεσα, με τη σκηνή και το κοινό να κινούνται στον ίδιο ρυθμό.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Sadhus (The Smoking Community)
Αν οι Dephosphorus σε εκτοξεύουν στα αστέρια, οι Sadhus σε τραβάνε κάτω στα Τάρταρα με βία. Το ογκώδες sludge-stoner του ήχου τους είναι ωμό, χαοτικό, ιδρωμένο και απολύτως ανθρώπινο. Αν και ομολογώ ότι την πρώτη φορά που τους είδα δε με ενθουσίασαν, το Σάββατο αναθεώρησα σοβαρά. Από το πρώτο riff έγινε ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κρατηθεί τίποτα όρθιο μέσα στο An. Οι Sadhus δε χρειάζονται συστάσεις και πάνω από όλα δε γουστάρουν τους εντυπωσιασμούς και τις φανφάρες. Ξέρουν τι κάνουν και κάθε φορά το κάνουν όλο και καλύτερα. Το βαρύ και ασήκωτο groove τους είναι αρκετό.Τα κομμάτια κύλησαν με φυσική άνεση, με τον κόσμο να συμμετέχει ενεργά σαν μέρος ενός ενιαίου όλου.


















Ο Σταύρος λειτούργησε ως συνδετικός κρίκος. Ειλικρινής, άμεσος, ζεστός, μας έλεγε ευχαριστώ που είμαστε εκεί σχεδόν μετά από κάθε κομμάτι. Στο τελευταίο κομμάτι, κατέβηκε στο γνωστό pit του An για το κλείσιμο, για να τραγουδήσει με το “Smoking Community“, το οποίο βρισκόταν σε πλήρη διονυσιακή έκσταση. Sing-alongs, headbanging, crowd surfing είναι η οργανική δύναμή των Sadhus που δε χρειάζεται να σε πείσουν για το ποίοι είναι και γιατί είναι τόσο αγαπητοί στο ελληνικό κοινό, απλά σε παρασύρουν στο βούρκο των ριφφ τους με περίσσεια άνεση και ευκολία.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Sun Of Nothing
Η ώρα είχε προχωρήσει αρκετά, εγώ έχω πάθει “λαλά” από την κούραση αλλά ήθελα τόσο πολύ να ξαναδώ Sun of Nothing. Αφενός γιατί έχω να τους δω πάαρα πολύ καιρό, αφετέρου γιατί ήμουν πάρα πολύ έτοιμη για να μου δώσουν την ψυχούλα μου στο πιάτο. Οι Sun of Nothing απαιτούν χρόνο και προσοχή, απαιτούν να είσαι ανοιχτός στην ευαλωτότητά σου και να αφήσεις το despair να σου ρημάξει τα σωθικά. Με την άνοδό τους στη σκηνή, το κλίμα άλλαξε. Οι κινήσεις περιορίστηκαν, οι συζητήσεις σταμάτησαν και ο ήχος άρχισε να γεμίζει τον χώρο με διαφορετικούς όρους.
Τα πρώτα λεπτά είχαν τεχνικές τριβές και γκρίνια από τον Ηλία, που apparently that’s his thing. Μια τον ενοχλούσε το μικρόφωνο, μια ο φωτισμός, μια ο ανάδρομος Ερμής. Αλλά ‘ντάξει, δεν το λες και περίεργο για μια τέτοια μπάντα να έχει full control issues, ειδικά ότι πρόκειται για ριφφ και φωνητικά που προϋποθέτουν απόλυτη συναισθηματική έκθεση και γύμνια για να ανέβουν στη σκηνή. Οι Sun of Nothing λειτουργούν χωρίς φίλτρα και χωρίς προσπάθεια εξωραϊσμού γιατί αυτό που κάνουν είναι υπερβολικά δύσκολο και ψυχολογικά draining σε σημείο αμφίδρομου αδειάσματος. Μπάντα και κοινό στο έλεος του υπαρξιακού κενού και του ατέρμονου τίποτα.


















Όταν όλα τα τεχνικά σταθεροποιήθηκαν όπως τα ήθελαν, οι συνθέσεις άρχισαν να αναπνέουν. Τα κομμάτια τον Sun of Nothing, είτε καινούρια, είτε παλιά, ξεδιπλώθηκαν σαν εσωτερικοί μονόλογοι που το μόνο που ζητούν είναι παρουσία. Το “Liars in the Wait” ξεχώρισε ως εκείνο το σημείο όπου νιώθεις το βάρος να κάθεται στο στήθος, σαν επίμονη πίεση. Το “Impact” λειτούργησε σαν υπενθύμιση των καταβολών τους, σαν αίσθηση συνέχειας ότι αυτό που ξεκίνησαν πριν χρόνια δεν έκλεισε, αλλά κάθε φόρα επανέρχεται, αλλάζει μορφή και εξελίσσεται. Κάθε κλιμάκωση στα κομμάτια τους χτίζεται βασανιστικά αργά, αφήνοντας τον χρόνο να λειτουργήσει υπέρ της έντασης.
Όλα δίνονταν εκείνη τη στιγμή, με μια ειλικρίνεια που δύσκολα αντέχεται αλλά ακόμη δυσκολότερα ξεχνιέται με το κοινό να συμμετέχει σε μια real-time συλλογική ενδοσκόπηση. Ο καθένας μόνος του, αλλά τελικά όλοι μαζί. Mε το πέρας της συναυλίας, οι Sun of Nothing μας άφησαν με μια εκ βαθέων οριακή αίσθηση κενού, αλλά και πληρότητας ταυτόχρονα. Αυτό δεν ήταν κατανάλωση περιεχόμενου, ήταν απόλυτη, πανανθρώπινη βιωματική εμπειρία, από τις πλέον βάρβαρες, αλλά συνάμα, τόσο λυτρωτικές.
