Το 2007, ο Joel Schumacher επιχείρησε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ένα αστικό μύθο που ταλαιπωρεί τους λάτρεις των θεωριών συνωμοσίας εδώ και δεκαετίες. Το αποτέλεσμα ήταν το “The Number 23”, μια ταινία που έφερε τον Jim Carrey σε έναν από τους πιο σκοτεινούς ρόλους της καριέρας του, μακριά από τις γκριμάτσες και τους μορφασμούς που τον καθιέρωσαν.
Αν και το φιλμ κατάφερε να τριπλασιάσει σχεδόν τα κέρδη του σε σχέση με το κόστος παραγωγής του, η κριτική το υποδέχτηκε με μια παγερή διάθεση που ίσως αδικεί την αρχική του πρόθεση. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για μια κακή ταινία, ωστόσο, είναι μια χαμένη ευκαιρία για ένα αριστούργημα ψυχολογικού τρόμου που εγκλωβίστηκε ανάμεσα στην ανάγκη για κερδοφορία και ένα σενάριο που φοβήθηκε να αγκαλιάσει την απόλυτη παράνοια.
Η πλοκή: Ένα βιβλίο με καθρέφτες
Η ιστορία ακολουθεί τον Walter Sparrow (Jim Carrey), έναν απλό υπάλληλο της υπηρεσίας ελέγχου ζώων, του οποίου η ζωή ανατρέπεται όταν η σύζυγός του, Agatha, του χαρίζει για τα γενέθλιά του ένα παράξενο βιβλίο με τίτλο “Το 23”. Καθώς ο Walter διαβάζει τις σελίδες του, αρχίζει να ταυτίζεται επικίνδυνα με τον πρωταγωνιστή, έναν ντετέκτιβ ονόματι Fingerling, ο οποίος βυθίζεται στον κόσμο της αριθμολογίας και του «αινίγματος 23», της πεποίθησης δηλαδή ότι όλα τα γεγονότα στον κόσμο συνδέονται με αυτόν τον αριθμό.

Η εμμονή του Walter ξεπερνά τα όρια της λογικής. Αρχίζει να βλέπει το 23 παντού: στις ημερομηνίες, στις διευθύνσεις, ακόμα και στα ονόματα των ανθρώπων γύρω του. Η αναζήτηση του συγγραφέα, ενός μυστηριώδους τύπου με το ψευδώνυμο Topsy Kretts, τον οδηγεί σε μονοπάτια που μπλέκουν το παρελθόν του με μια ξεχασμένη υπόθεση δολοφονίας. Η αποκάλυψη ότι το βιβλίο δεν είναι προϊόν φαντασίας αλλά μια καταπιεσμένη ομολογία του ίδιου του του εαυτού, έρχεται να κλείσει έναν κύκλο αίματος και αμνησίας, οδηγώντας τον Walter στην αυτογνωσία και την τελική παράδοση στις αρχές.
Η λεπτή γραμμή μεταξύ ιδιοφυΐας και υπερβολής
Το “The Number 23” υποφέρει από ένα παράδοξο: έχει μια εξαιρετική κεντρική ιδέα, αλλά μια εκτέλεση που συχνά μοιάζει να χάνει τον προσανατολισμό της. Η έννοια της αριθμολογικής ψύχωσης είναι από τη φύση της κινηματογραφική. Ο Joel Schumacher χρησιμοποιεί έντονα οπτικά στυλ για να διαχωρίσει την πραγματικότητα του Walter από τον σκοτεινό, σχεδόν κόμικ κόσμο του Fingerling, χρησιμοποιώντας τεχνικές όπως το «bleach bypass» για να δώσει μια ξεθωριασμένη όψη στις σκηνές του βιβλίου.
Ωστόσο, το πρόβλημα εντοπίζεται στη δομή. Το πρώτο μέρος της ταινίας χτίζει με υπομονή την ατμόσφαιρα και την κλιμάκωση της τρέλας, αλλά η τελική πράξη καταφεύγει σε επεξηγηματικούς μονολόγους που αφαιρούν το μυστήριο. Εκεί που θα μπορούσε να είναι ένα κλειστοφοβικό θρίλερ τύπου “Pi” του Darren Aronofsky, επιλέγει να γίνει ένα πιο συμβατικό Hollywood δράμα. Ο Jim Carrey δίνει μια ειλικρινή ερμηνεία, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να χειριστεί την εσωτερική ένταση, όμως η εικόνα του ως κωμικού ίσως εμπόδισε το κοινό της εποχής να τον πάρει στα σοβαρά σε έναν τέτοιο ρόλο. Η Virginia Madsen στέκεται επάξια δίπλα του, αν και ο ρόλος της περιορίζεται συχνά στο να αντιδρά στην κατάρρευση του συζύγου της.
Το σενάριο του Fernley Phillips, το οποίο βρισκόταν για χρόνια στα συρτάρια, έχει στιγμές καθαρής έμπνευσης. Η ιδέα ότι ο αριθμός 23 είναι ένας ιός του μυαλού που εξαπλώνεται μέσω ενός κειμένου είναι ευφυής. Όμως, η ταινία συχνά «εκβιάζει» τις συμπτώσεις. Όταν αρχίζεις να προσθέτεις, να αφαιρείς και να διαιρείς τυχαία ψηφία για να φτάσεις στο αποτέλεσμα που θέλεις, η απειλή χάνει τη δύναμή της και γίνεται στατιστικό παιχνίδι. Αν η σκηνοθεσία επικεντρωνόταν περισσότερο στο συναισθηματικό βάρος της ενοχής και λιγότερο στα μαθηματικά τεχνάσματα, το αποτέλεσμα θα ήταν πολύ πιο στιβαρό.
Οργανικές λεπτομέρειες και παρασκηνιακά παράδοξα
Η παραγωγή της ταινίας συνοδεύτηκε από μια σειρά συμπτώσεων που θα έκαναν και τον πιο σκεπτικιστή να αναρωτηθεί. Ο ίδιος ο Jim Carrey ήταν ήδη παθιασμένος με το αίνιγμα του 23 πριν καν διαβάσει το σενάριο, έχοντας μετονομάσει την εταιρεία παραγωγής του σε JC23. Μάλιστα, πληρώθηκε ακριβώς 23 εκατομμύρια δολάρια για τη συμμετοχή του. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, η Virginia Madsen ανακάλυψε ότι η θέση στάθμευσής της είχε τον αριθμό 23, ενώ συνειδητοποίησε ότι είχε παντρευτεί τον Danny Huston ακριβώς 23 χρόνια πριν από την έναρξη της παραγωγής.
Η επιρροή του William S. Burroughs είναι εμφανής στο υπόβαθρο του έργου, καθώς ο συγγραφέας πίστευε ακράδαντα στη μυστικιστική φύση αυτού του αριθμού. Στην ταινία, ο Joel Schumacher φρόντισε να κρύψει το 23 σε αμέτρητα σημεία: από τους αριθμούς των δωματίων και τις διευθύνσεις των καταστημάτων μέχρι τα αθροίσματα των ψηφίων στις πινακίδες των αυτοκινήτων. Για παράδειγμα, το ξενοδοχείο King Edward συνδέεται με τον Βασιλιά Εδουάρδο Η’, που γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου. Ακόμα και το όνομα του σκύλου, NED, αν μετατραπεί σε αριθμούς βάσει της θέσης των γραμμάτων στην αλφάβητο (14+5+4), μας δίνει το μοιραίο άθροισμα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο Robert De Niro ήταν η πρώτη επιλογή του στούντιο για τον ρόλο του Walter, αλλά απέρριψε το σενάριο, ανοίγοντας τον δρόμο για τον Jim Carrey. Η χημεία στο σετ ήταν έντονη, με τον Carrey να υιοθετεί μερικές φορές ακραίες μεθόδους προετοιμασίας που ξένιζαν το συνεργείο. Παρόλα αυτά, ο νεαρός τότε Logan Lerman, που υποδυόταν τον γιο του, δήλωσε αργότερα ότι έμαθε πολλά για την υποκριτική παρατηρώντας την απόλυτη αφοσίωση του πρωταγωνιστή.
Γιατί θα μπορούσε να είναι καλύτερο;
Η ταινία λειτουργεί καλύτερα ως μια μελέτη πάνω στην εμμονή και λιγότερο ως θρίλερ μυστηρίου. Αν ο Joel Schumacher είχε επιλέξει μια πιο μινιμαλιστική προσέγγιση, αποφεύγοντας τα κλισέ του είδους, όπως τις υπερβολικά σκοτεινές σκηνές που μερικές φορές αγγίζουν τα όρια του γκροτέσκο, το “The Number 23” θα είχε μείνει στην ιστορία ως ένα cult αριστούργημα. Η αίσθηση ότι ο πρωταγωνιστής είναι ένας αναξιόπιστος αφηγητής είναι το δυνατότερο χαρτί του φιλμ, το οποίο όμως «καίγεται» πρόωρα από την ανάγκη να δοθούν απαντήσεις σε όλα.
Συνολικά, το έργο παραμένει μια ενδιαφέρουσα προσθήκη στη φιλμογραφία του Joel Schumacher και μια τολμηρή κίνηση για τον Jim Carrey. Είναι μια ταινία που σε προκαλεί να κοιτάξεις γύρω σου και να ψάξεις για μοτίβα, ακόμα κι αν ξέρεις ότι είναι προϊόν τύχης. Το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης ολοκλήρωσε την καριέρα του έχοντας γυρίσει συνολικά 23 ταινίες μεγάλου μήκους, είναι ίσως το τελευταίο και πιο ειρωνικό αίνιγμα που άφησε πίσω του.

