Όταν το Hatebreeder έφτασε στα ράφια των δισκοπωλείων, έβαλε οριστικά τους Children of Bodom στα μεγάλα σαλόνια της παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας. H μπάντα είχε ήδη κάνει ιδιαίτερη αίσθηση με το ντεμπούτο της, όμως εδώ τα πράγματα σοβάρεψαν επικίνδυνα σε επίπεδο συνθέσεων. Το Hatebreeder καθόρισε τον μελωδικό death metal ήχο, παντρεύοντας την απίστευτη ταχύτητα με την κλασική μουσική. Οι νεαροί τότε μουσικοί παρουσίασαν ένα συμπαγές σύνολο τραγουδιών που ακούγεται το ίδιο φρέσκο μέχρι και σήμερα.
Πριν φτάσουν σε αυτή την κυκλοφορία, τα μέλη είχαν περάσει από διάφορες ονομασίες. Με επικρατέστερη επιλογή το Unearthed, είχαν υπογράψει ένα κακό συμβόλαιο με βελγική εταιρεία. Για να απαλλαγούν από αυτή τη δέσμευση, ανακοίνωσαν ψευδώς τη διάλυσή τους στο εξωτερικό και επέλεξαν νέο όνομα εμπνευσμένο από μια τοπική εγχώρια τραγωδία. Το 1968, τρεις έφηβοι είχαν δολοφονηθεί άγρια ενώ έκαναν κάμπινγκ στη λίμνη Bodom της Φινλανδίας, μια υπόθεση που έμεινε ανεξιχνίαστη. Η υιοθέτηση του νέου ονόματος συνοδεύτηκε από μια ευνοϊκή συμφωνία με την Spinefarm Records, η οποία τους άνοιξε άμεσα τον δρόμο για την επιτυχία. Μέσα από μια ζωντανή εμφάνιση με τους Dimmu Borgir, τράβηξαν την προσοχή της Nuclear Blast που ανέλαβε τη διανομή στην Ευρώπη.

Ηχογραφήσεις με αντίξοοες συνθήκες
Κατά τη διάρκεια του Δεκεμβρίου του 1998, η μπάντα κλείστηκε στο Astia-studio της περιοχής Lappeenranta για να γράψει το νέο της υλικό. Ο έμπειρος παραγωγός Anssi Kippo ανέλαβε τα ηνία της διαδικασίας, χρησιμοποιώντας πέντε μηχανήματα Adat για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα 40 κανάλια ηχογράφησης που απαιτούσε η ενορχήστρωση. Οι συνθήκες δεν ήταν πάντα οι ιδανικές για τους μουσικούς, καθώς οι χώροι βρίσκονταν ακόμα υπό διαμόρφωση, με αποτέλεσμα ορισμένα μέρη να ηχογραφηθούν σε εντελώς ασυνήθιστα δωμάτια. Ο Janne Wirman έγραψε τα τελικά μέρη των πλήκτρων μέσα στα αποδυτήρια ενός πρώην γκαράζ φορτηγών, αποδεικνύοντας ότι το πάθος ξεπερνά κάθε τεχνική δυσκολία. Σε διάστημα 29 ημερών, οι Children of Bodom είχαν ολοκληρώσει δέκα κομμάτια.
Μουσικά, ο δίσκος χαρακτηρίζεται από έντονες επιρροές από την κλασική μουσική, οι οποίες οφείλονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στο υπόβαθρο του Alexi Laiho. Ο ταλαντούχος frontman είχε ξεκινήσει μαθήματα βιολιού στην ηλικία των επτά ετών, αποκτώντας βαθίες γνώσεις σύνθεσης και θεωρίας πριν πιάσει την κιθάρα στα έντεκά του χρόνια. Στο πλευρό του βρέθηκε ο Janne Wirman, ένας έμπειρος μουσικός με τζαζ παρελθόν που αρχικά δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με metal. Η συνεργασία αυτών των δύο ταλέντων δημιούργησε ένα αβίαστο αποτέλεσμα, όπου τα γρήγορα κιθαριστικά riff συνδυάζονται οργανικά με περίπλοκα περάσματα στα πλήκτρα. Το συγκρότημα απέφυγε τα κλασικά φωνητικά της εποχής, επιλέγοντας μια επιλέγοντας μια άλλη προσέγγιση.
Στο εναρκτήριο “Warheart“, ο ακροατής έρχεται αμέσως αντιμέτωπος με μια ανελέητη ηχητική επίθεση από την πρώτη κιόλας νότα, με τα αρπέζ να κλέβουν τις εντυπώσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Laiho άλλαξε τη μελωδία την τελευταία στιγμή, αναγκάζοντας την παραγωγή να αποκρυπτογραφήσει τις νότες ακούγοντας τις κασέτες ξανά από την αρχή. Το γνώριμο “Silent Night, Bodom Night” προσφέρει μια παρόμοια δυναμική. Η δομή του συγκεκριμένου τραγουδιού ήταν τόσο περίπλοκη που το γκρουπ χρησιμοποιούσε αναλυτικά σχεδιαγράμματα με χιουμοριστικά ονόματα για να θυμάται σωστά τις αλλαγές στον ρυθμό.
Ηχητική τελειότητα
Αρκετά τραγούδια απαίτησαν εξαιρετική προσοχή κατά την ηχογράφηση τους στο στούντιο, επιβεβαιώνοντας έμπρακτα την επιμονή του φινλανδικού σχήματος στην ηχητική τελειότητα. Το “Towards Dead End” ήταν το μοναδικό κομμάτι του δίσκου που γράφτηκε σε δύο εντελώς ξεχωριστά μέρη, τα οποία ενώθηκαν προσεκτικά αργότερα κατά τη διαδικασία της τελικής μίξης. Αντίστοιχα, το ογκώδες “Bed of Razors” ρίχνει ελάχιστα τις ταχύτητες, δίνοντας τον απαραίτητο χώρο σε πιο αρμονικές κιθαριστικές γραμμές από το δίδυμο των Laiho και Alexander Kuoppala. Οι περίτεχνες μελωδίες του “Bed of Razors” φέρνουν έντονα στο μυαλό έργα του Mozart, προσαρμοσμένα στις απαιτήσεις του ακραίου ήχου. Το μπάσο του Henkka Seppälä κρατά σταθερά τον ρυθμό.
Κανένα κείμενο για αυτή την ιστορική περίοδο δεν μπορεί να παραλείψει το “Downfall“, το οποίο αποτέλεσε γρήγορα το μεγαλύτερο συναυλιακό χιτ των Φινλανδών. Κατά τη διάρκεια της μακράς δημιουργίας του είχε αποκτήσει διάφορους τίτλους εργασίας όπως Kreator και Stonehenge, πριν πάρει εν τέλει την οριστική του μορφή. Το συγκεκριμένο τραγούδι διαθέτει ίσως την πιο αναγνωρίσιμη και επιβλητική εισαγωγή με πλήκτρα σε ολόκληρη τη δισκογραφία τους. Η εμπορική επιτυχία “Downfall” ήταν τόσο μεγάλη που κατέκτησε κατευθείαν την πρώτη θέση στα charts της Φινλανδίας, συμπαρασύροντας φυσικά και τις πωλήσεις του δίσκου. Το άλμπουμ σκαρφάλωσε στην έκτη θέση και έγινε γρήγορα πλατινένιο, ένα εξαιρετικά σπάνιο επίτευγμα.
Εμπορική κατάξιωση
Την ίδια ακριβώς εποχή που πολλά συγκροτήματα της metal σκηνής επένδυαν σε ακραίες θεατρικές εμφανίσεις, οι Children of Bodom επέλεξαν μια πιο καθημερινή εικόνα. Η βασική αισθητική τους εστίασε καθαρά στο εξώφυλλο, συνεχίζοντας πιστά την παράδοση που ήθελε μια μυστηριώδη φιγούρα να κυριαρχεί ξεκάθαρα στο εικαστικό. Μετά το έντονο κόκκινο χρώμα του πρώτου δίσκου, το δεύτερο μεγάλο βήμα τους ντύθηκε στα πράσινα, έχοντας ως σκοτεινό φόντο την περιβόητη λίμνη Bodom. Αυτή η αυστηρή προσήλωση σε ένα κεντρικό χρώμα και σε μια μασκότ δημιούργησε μια άμεσα αναγνωρίσιμη οπτική ταυτότητα που τους ακολούθησε σε όλη τους την καριέρα. Το πράσινο χρώμα έγινε το βασικό συνώνυμο της μπάντας.
Κλείνοντας, αξίζει να αναγνωρίσουμε τη ραγδαία επιρροή που άσκησε το Hatebreeder σε αμέτρητους μεταγενέστερος μουσικούς ανά τον κόσμο. Ο έξυπνος συνδυασμός του ευρωπαϊκού power metal με τα πιο ακραία φωνητικά βρήκε την ιδανική ισορροπία, ανοίγοντας νέους δημιουργικούς δρόμους για εκατοντάδες μπάντες. Το εκπληκτικό επίπεδο της κιθαριστικής τεχνικής έθεσε καίνουργια δεδομένα στον χώρο, αναγκάζοντας τον κόσμο του heavy metal να στρέψει οριστικά το βλέμμα του στη σκανδιναβική σκηνή. Ο δίσκος στέκεται σήμερα αγέρωχος ως απόδειξη του πώς το ταλέντο μπορεί να διαμορφώσει ένα ολόκληρο μουσικό ιδίωμα.

