Όταν ακούς τις πρώτες σταγόνες της βροχής από το “Raining Blood” νιώθεις κάτι να σύεται μέσα σου, σαν μια αίσθηση δυσοίωνου τρόμου που δεν μπορείς να αγνοήσεις. Αυτό το συναίσθημα φέρει την υπογραφή ενός δημιουργού που επέλεγε συνειδητά να μένει στο περιθώριο, αφήνοντας τη μουσική να μιλά για εκείνον.
Ο Jeff Hanneman υπήρξε ιθύνων νους ενός ήχου που δεν διαμόρφωσε απλώς τους Slayer, αλλά άλλαξε τον ρου της metal ιστορίας. Η απουσία του εξακολουθεί να μοιάζει με πληγή που δεν κλείνει, τόσο για τους οπαδούς όσο και για τους μουσικούς που επηρεάστηκαν από αυτόν, με ανθρώπους όπως ο Randy Blythe και ο Gary Holt να επιστρέφουν συχνά στο δυσαναπλήρωτο κενό που άφησε πίσω.
Η ήρεμη φύση του έμεινε χαραγμένη σε όσους τον γνώρισαν, και ο ρόλος του στους Slayer αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερος από αυτό που πρόδιδε η στάση του. Το δημιουργικό του όραμα έδωσε μορφή στην οργή της μπάντας και καθόρισε την πορεία της με τρόπο σχεδόν απόλυτο, σφραγίζοντας τον ήχο τους με μια ταυτότητα που δύσκολα μπορεί να αναπαραχθεί.
Δεν είναι τυχαίο πως ο Tom Araya είχε δηλώσει ότι «από κάθε άποψη, αυτός ήταν η μπάντα», αναγνωρίζοντας πως τα riff του Hanneman δεν αποτέλεσαν απλώς δομικά στοιχεία, αλλά τα ίδια τα θεμέλια των Slayer, εκεί όπου η ωμή ένταση συναντούσε την τεχνική. Ως αυτοδίδακτος κιθαρίστας, έμαθε να μετατρέπει το χάος γύρω του σε ήχο, δημιουργώντας κάτι που έμοιαζε ταυτόχρονα ανεξέλεγκτο και απόλυτα ελεγχόμενο.
Μνήμες πολέμου που έγιναν έμπνευση
Γεννημένος στο Oakland και μεγαλωμένος μέσα σε ιστορίες πολέμου, ο Hanneman διαμορφώθηκε από αφηγήσεις που οι περισσότεροι θα απέφευγαν. Με πατέρα βετεράνο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αδέρφια που υπηρέτησαν στο Βιετνάμ, η έννοια της σύγκρουσης και του θανάτου δεν ήταν αφηρημένη, αλλά κομμάτι της καθημερινότητας.
Αυτή η πρώιμη εξοικείωση με τη βία και τη σκοτεινή πλευρά της ιστορίας μετατράπηκε αργότερα σε πρώτη ύλη για τους πιο ζοφερούς στίχους του thrash. Κομμάτια όπως τα “Angel Of Death” και “Dead Skin Mask” αποτυπώνουν στο έπακρο αυτή τη βαθιά, σχεδόν προσωπική σχέση με το φρική.
Η καθοριστική στιγμή ήρθε το 1981, όταν ο Kerry King συνάντησε τον Jeff Hanneman σε μια αποθήκη, σε μια συνάντηση που δύσκολα θα μπορούσε να προβλεφθεί ως ιστορική. Ο King είχε πάει για οντισιόν, ο Hanneman κρατούσε απλώς μια κιθάρα. Οι Slayer γεννήθηκαν μέσα από αυθόρμητο ενθουσιασμό, όχι ως προϊόν σχεδιασμού αλλά ως ανάγκη για έκφραση. Χωρίς μάνατζερ, χωρίς στούντιο και χωρίς καμία εγγύηση επιτυχίας, ξεκίνησαν να χτίζουν έναν ήχο που στόχευε εξαρχής στο να προκαλεί.

Σε αντίθεση με τον King, που αντλούσε έμπνευση από το βρετανικό metal, ο Hanneman βυθίστηκε στον κόσμο του hardcore punk, επηρεασμένος από μπάντες όπως οι Dead Kennedys και οι Black Flag. Αυτή η επιρροή δεν έμεινε επιφανειακή, αλλά πέρασε αυτούσια στο παίξιμό του. Το punk χάρισε στην κιθάρα του Jeff μια ωμή ταχύτητα και μια σχεδόν βίαιη ενέργεια που ναι μεν ξένισε αλλά, ταυτόχρονα, καθόρισε και τον ήχο τους. Από το “Show No Mercy”, που λειτουργούσε ως προειδοποίηση, μέχρι το πιο σκοτεινό “Hell Awaits” και το κατακλυσμιαίο “Reign In Blood”, η πορεία τους ήταν μια συνεχής κλιμάκωση.
Το “Reign In Blood” παραμένει ένα από τα πιο αμείλικτα ηχητικά μνημεία βίας που έχουν καταγραφεί. Μέσα σε λιγότερο από σαράντα λεπτά, τα riff του Hanneman σκάνε σαν διαδοχικές εκρήξεις, σε έναν κόσμο που μοιάζει να καταρρέει. Το “Angel Of Death”, ίσως το πιο παρεξηγημένο κομμάτι του, δεν επιχειρεί να ωραιοποιήσει, αλλά να εκθέσει γυμνή τη φρίκη των πράξεων του Josef Mengele, αναγκάζοντας τον ακροατή να αντικρίσει την πραγματικότητα κατάματα. Με αυτόν τον τρόπο, ο Hanneman δεν αφηγείται απλώς ιστορίες τρόμου, αλλά φέρνει στην επιφάνεια την ίδια την ύπαρξή τους, καλώντας τον ακροατή να τις αποδεχτεί και να τις επεξεργαστεί.
Η απλότητα πίσω από τον θόρυβο
Επί σκηνής, ο Hanneman μετατρεπόταν σε μια ασταμάτητη μηχανή ενέργειας. Εκτός αυτής προτιμούσε τη σιωπή και την απόσταση από τα φώτα της δημοσιότητας. Απέφευγε τις συνεντεύξεις, δεν κυνηγούσε την προβολή και περνούσε τον χρόνο του στο σπίτι του στο Hemet της Καλιφόρνια, επιλέγοντας μια ζωή σχεδόν απομονωμένη. Ανάμεσα σε βιβλία ιστορίας, ποδόσφαιρο και απλές καθημερινές ασχολίες, έμοιαζε να κρατά μια απόσταση από την ίδια τη μυθολογία που δημιουργούσε.
Ο Kerry King έχει αναφέρει πως η φήμη δεν είχε ποτέ πραγματική αξία για εκείνον, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τις αφηγήσεις οπαδών που τον συνάντησαν και βρήκαν έναν άνθρωπο προσιτό, σχεδόν αμήχανα ταπεινό. Αυτή η αυθεντικότητα ενίσχυε τη σύνδεση του Jeff Hanneman με το κοινό, δημιουργώντας μια αντίθεση που δύσκολα εξηγείται. Από τη μία, μια από τις πιο ακραίες μουσικές εκφράσεις, και από την άλλη, ένας χαρακτήρας χαμηλών τόνων που δεν ταίριαζε στο στερεότυπο.
Προσωπικές μάχες
Παρά τη φαινομενική του ηρεμία, ο Hanneman είχε να αντιμετωπίσει τις δικές του δυσκολίες και τους δικούς του δαίμονες. Tο αλκοόλ αποτελoύσε σταθερή παρουσία στη ζωή του για χρόνια, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του πατέρα του το 2008. Το 2011, ένα δάγκωμα αράχνης εξελίχθηκε σε σοβαρό πρόβλημα υγείας στο χέρι του, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με μια από τις πιο κρίσιμες δοκιμασίες του.
Ακολούθησαν μήνες χειρουργείων και αποκατάστασης, σε μια προσπάθεια να επανέλθει όχι απλώς στη σκηνή, αλλά στο επίπεδο που ο ίδιος απαιτούσε από τον εαυτό του. Η επιστροφή του στους Slayer φάνηκε για λίγο εφικτή, όταν εμφανίστηκε στο Indio της Καλιφόρνια και έπαιξε δύο τραγούδια, δίνοντας στους οπαδούς μια αίσθηση ελπίδας.
Ωστόσο, πίσω από αυτή τη στιγμή, ήταν εμφανές πως κάτι είχε αλλάξει, καθώς η ταχύτητα και η αγριότητα που τον χαρακτήριζαν δεν μπορούσαν πλέον να αποδοθούν με τον ίδιο τρόπο. Για έναν τελειομανή όπως ο Hanneman, αυτή η απώλεια ελέγχου δεν ήταν αποδεκτή, ακόμη κι αν οι γύρω του τον ενθάρρυναν να συνεχίσει μέσω της σύνθεσης. Εκείνος, όμως, επέμενε πως η κιθάρα του έπρεπε να δίνει το απόλυτο, και τίποτα λιγότερο.
Το έργο που άφησε πίσω του δεν περιορίζεται σε μια λίστα τραγουδιών, αλλά συνιστά ένα σύνολο που συνεχίζει να καθορίζει το είδος. Κομμάτια όπως “War Ensemble”, “Dead Skin Mask”, “Seasons In The Abyss”, “Chemical Warfare” και “South Of Heaven” παραμένουν αναπόσπαστα σημεία αναφοράς, όχι μόνο για τους Slayer αλλά για ολόκληρο το metal. Τα κομμάτια του ήταν έξυπνα, τρομακτικά και αληθινά. Όπως είχε πει ο Gary Holt όταν κλήθηκε να τον αντικαταστήσει, «μπορείς να παίξεις τις νότες, αλλά δεν μπορείς να αναπαράγεις την ψυχή», συνοψίζοντας αυτό που έκανε τον Hanneman μοναδικό.
Υπάρχει μόνο ένας Jeff Hanneman, και όποιος αμφιβάλλει δεν έχει παρά να επιστρέψει στο εισαγωγικό riff του “Raining Blood”, όσο ανοίγουν οι πύλες της κολάσης. Ο Jeff Hanneman ήταν μια φωνή που έμοιαζε να αναδύεται μέσα από το ίδιο το σκοτάδι, αλλά ταυτόχρονα ένας άνθρωπος με σπάνια ψυχή. Μας χάρισε κομμάτια που αντέχουν στον χρόνο και ξορκίζουν τις πιο ζοφερές πλευρές ένος νομοτελειακά κακού κόσμου.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Slayer (OW) | Bandcamp | Deezer | Facebook | Instagram | ReverbNation | SoundCloud | Spotify | Tidal | Twitter | VEVO | YouTube

