Χωρίς φυσικά να αποτελεί κανόνα, το ντεμπούτο μίας μπάντας είθισται να είναι ένα μπλεγμένο κουβάρι. Φυσικά, σε πολλές περιπτώσεις μπορεί κανείς να διακρίνει τις ικανότητες του σχήματος και το πού μπορεί αυτό να φτάσει. Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις όπου συγκροτήματα κυκλοφορούν την πρώτη τους δουλειά και αμέσως όλα τα μάτια στρέφονται προς αυτά. Σε αυτήν τη συνομοταξία ανήκει, χωρίς αμφιβολία, το “The Secrets of the Black Arts” των Dark Funeral, που βρέθηκε στα ράφια των δισκοπωλείων το μακρινό πλέον 1996.
Η σουηδική black metal σκηνή στα μέσα της δεκαετίας του ’90 βρισκόταν σε φάση ταχείας ανάπτυξης. Τα στούντιο, οι δισκογραφικές εταιρείες και τα κανάλια διανομής γίνονταν όλο και πιο αποτελεσματικά, με τη No Fashion Records να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση. Με την κυκλοφορία του “The Secrets of the Black Arts” μέσω της No Fashion, οι Dark Funeral απέκτησαν πρόσβαση σε μια δισκογραφική που κατανοούσε τόσο το underground όσο και τη φιλοδοξία. Αυτό είχε καθοριστική σημασία για ένα ντεμπούτο. Το άλμπουμ διαδόθηκε και μέσω των δικτύων ανταλλαγής κασετών της εποχής, όπως συνηθιζόταν τότε, και είχε ταυτόχρονα ισχυρή παρουσία σε δισκοπωλεία σε όλη την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, γεγονός που επιτάχυνε την προβολή των Dark Funeral πολύ περισσότερο από ό,τι ήταν συνηθισμένο για ένα πρώτο άλμπουμ εκείνη την εποχή.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το άλμπουμ δεν δημιουργήθηκε από το μηδέν. Οι Dark Funeral είχαν ήδη κυκλοφορήσει ένα ομώνυμο EP και μέρος αυτού του υλικού μεταφέρθηκε στο άλμπουμ. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως έλλειψη ιδεών, αλλά ως συνέχεια που ενίσχυσε την εικόνα μιας μπάντας η οποία τελειοποιούσε τον ήχο της. Τραγούδια όπως τα “My Dark Desires” και “Shadows Over Transilvania” επανεμφανίστηκαν ως βασικά συστατικά ενός ευρύτερου πλαισίου, με το ντεμπούτο να λειτουργεί ως ενοποίηση πρόθεσης και κατεύθυνσης.

Η ιστορία του άλμπουμ περιλαμβάνει και μια πρώτη ηχογράφηση που τελικά δεν κυκλοφόρησε. Η αρχική εκδοχή, που ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1995, απορρίφθηκε κυρίως λόγω της παραγωγής. Για μια νέα μπάντα, η απόρριψη ενός ολοκληρωμένου άλμπουμ αποτελούσε ακραία κίνηση, ειδικά σε μια εποχή όπου ο χρόνος στο στούντιο και η υπομονή των δισκογραφικών ήταν περιορισμένοι. Η απόφαση αυτή καθιέρωσε από νωρίς τη φήμη των Dark Funeral ως «δύσκολων», ενώ ταυτόχρονα έθεσε ένα σαφές προηγούμενο: η μπάντα προτιμούσε να καθυστερήσει το ντεμπούτο της παρά να κυκλοφορήσει υλικό που δεν ήταν ακριβώς όπως το ήθελε. Όταν το άλμπουμ ηχογραφήθηκε τελικά στο The Abyss, το αποτέλεσμα ήταν μια ισορροπία ανάμεσα στην επιθετικότητα και την ακρίβεια, στοιχεία που συνδέθηκαν στενά με το σουηδικό black metal της εποχής.
Το “The Secrets of the Black Arts” αποτύπωσε επίσης μια συγκεκριμένη και βραχύβια σύνθεση: τον Blackmoon στην κιθάρα, τον Themgoroth στη φωνή και το μπάσο και τον Equimanthorn στα τύμπανα. Η σύνθεση αυτή δεν θα διαρκούσε για πολύ μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, ωστόσο η σύντομη ύπαρξή της διαμόρφωσε αποφασιστικά τον δίσκο. Τα τύμπανα παρουσίαζαν μεγαλύτερη ποικιλία ρυθμών και η κιθάρα ακολούθησε μία γραμμική προσέγγιση, υποστηρίζοντας τη συνολική κατεύθυνση του άλμπουμ. Τέλος, τα φωνητικά κινήθηκαν εντός ενός ενιαίου πλαισίου με το “The Dawn No More Rises” να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης.
Σε οπτικό επίπεδο, το άλμπουμ παρουσίασε από την αρχή ξεκάθαρη κατεύθυνση. Το εξώφυλλο του Kristian “Necrolord” Wåhlin δεν βασίστηκε σε εύκολες προκλήσεις, αλλά σε εικόνες τελετουργικού χαρακτήρα και ιστορικής αναφοράς. Για ένα ντεμπούτο, αυτή η επιλογή δεν ήταν αυτονόητη. Οι Dark Funeral εμφανίστηκαν ήδη με διαμορφωμένη οπτική ταυτότητα, χωρίς την αίσθηση ενός συγκροτήματος που ακόμη δοκιμάζει αισθητικές.
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή στον κύκλο ζωής του black metal: μετά την αρχική έκρηξη της Νορβηγίας, αλλά πριν το είδος εμπορευματοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό. Αυτή η συγκυρία επέτρεψε στο “The Secrets of the Black Arts” να επωφεληθεί από μια αναπτυσσόμενη υποδομή χωρίς να αλλοιωθεί από αυτήν. Το γεγονός ότι η αρχική σύνθεση διαλύθηκε σύντομα μετά την κυκλοφορία του ενισχύει περαιτέρω την εικόνα του άλμπουμ ως μια αυτάρκη καταγραφή και όχι ως πρώτο βήμα μιας μακράς εξέλιξης. Υπό αυτό το πρίσμα, η σημασία του άλμπουμ έγκειται στο γεγονός ότι οι Dark Funeral παρουσιάστηκαν εξαρχής ως ένα συγκρότημα του οποίου τα θεμέλια έμοιαζαν ήδη τοποθετημένα. Αυτή η εικόνα εξηγεί γιατί το “The Secrets of the Black Arts” συνεχίζει να κατέχει κεντρική θέση στην ιστορία του σουηδικού black metal.

