Η πίεση της δεύτερης κυκλοφορίας αποτελεί τον μεγαλύτερο εφιάλτη κάθε καλλιτέχνη. Στην περίπτωση των Linkin Park, αυτό το άγχος είχε πάρει γιγαντιαίες διαστάσεις μετά την πρωτοφανή επιτυχία του ντεμπούτου τους. Εκατομμύρια μάτια ήταν στραμμένα πάνω τους. Όλοι περίμεναν να δουν αν το φαινόμενο από την Καλιφόρνια θα έσβηνε το ίδιο γρήγορα όπως άναψε. Το “Meteora” έπρεπε πλέον να σηκώσει το βάρος μιας ολόκληρης μουσικής σκηνής που είχε φορτώσει στην πλάτη τους όλες της τις προσδοκίες.
Το 2003 αποτελούσε ούτως ή άλλως μια χρονιά καμπής για τον εναλλακτικό ήχο. Το nu metal που είχε κυριαρχήσει τα προηγούμενα χρόνια, είχε αρχίσει να δείχνει σημάδια κόπωσης. Πολλά συγκροτήματα της ίδιας γενιάς επαναλάμβαναν τον εαυτό τους προσπαθώντας να κρατηθούν στην επιφάνεια. Το κοινό έστρεφε σταδιακά την προσοχή του σε νέες κατευθύνσεις και έψαχνε την επόμενη μεγάλη μουσική τάση. Ο Τύπος περίμενε απλώς τη στιγμή που η φούσκα θα έσκαγε οριστικά. Όλα αυτά δημιουργούσαν ένα εξαιρετικά αβέβαιο και μεταβατικό τοπίο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, τα έξι μέλη της μπάντας βρέθηκαν ακριβώς στο μάτι του κυκλώνα. Είχαν απέναντί τους το πιο απαιτητικό κοινό, δηλαδή τον ίδιο τους τον εαυτό. Η ανάγκη να αποδείξουν την αξία τους μετατράπηκε γρήγορα σε μια δημιουργική εμμονή. Κάθε νότα, κάθε στίχος και κάθε ήχος έπρεπε να δικαιολογεί την ύπαρξή του. Ετοίμαζαν έναν δίσκο που ουσιαστικά θα καθόριζε το μέλλον τους για πάντα.
Γράφοντας στους δρόμους της Αμερικής
Η διαδικασία της σύνθεσης για το νέο υλικό ξεκίνησε κάτω από εντελώς ανορθόδοξες συνθήκες. Οι Linkin Park απέφυγαν συνειδητά την απομόνωση ενός πολυτελούς στούντιο. Προτίμησαν να δουλέψουν ασταμάτητα κατά τη διάρκεια της εξαντλητικής τους περιοδείας το καλοκαίρι του 2001. Ήθελαν να κρατήσουν τον εαυτό τους σε μια διαρκή εγρήγορση.
Το πίσω μέρος του λεωφορείου που τους μετέφερε από πόλη σε πόλη μετατράπηκε σε ένα αυτοσχέδιο και τρομερά περιορισμένο στούντιο ηχογράφησης. Ο ηλεκτρονικός τους εξοπλισμός στήθηκε πρόχειρα σε στενούς χώρους, κυριολεκτικά ανάμεσα σε στοιβαγμένες βαλίτσες και τον ογκώδη εξοπλισμό των ζωντανών τους εμφανίσεων.

Καθόλη τη διάρκεια αυτών των ταξιδιών, η μπάντα διατήρησε μια σχεδόν στρατιωτική πειθαρχία. Αφιέρωναν τον λιγοστό ελεύθερο χρόνο τους στη δημιουργία νέας μουσικής αντί να συμμετέχουν στα παραδοσιακά πάρτι των περιοδειών. Αυτή η αυστηρή εργασιακή λογική τούς επέτρεψε να συλλάβουν την ενέργεια της ζωντανής τους απόδοσης κάθε βράδυ και να τη μεταφέρουν απευθείας στα αρχικά τους demo. Σε διάστημα μερικών μηνών, είχαν καταφέρει το ακατόρθωτο. Συγκέντρωσαν πάνω από ογδόντα διαφορετικά προσχέδια τραγουδιών.
Αυτή η συγκεκριμένη μέθοδος κράτησε το συγκρότημα σε μια κατάσταση συνεχούς δημιουργικής έκρηξης. Ο Mike Shinoda περιέγραψε αργότερα τη σημασία της εξοντωτικής διαδικασίας με τα εξής λόγια: «Η ενέργεια της στιγμής που μόλις έχεις βρει πώς να στήσεις το κομμάτι είναι πολύ σημαντική. Αν ακούσεις τα demo τρία χρόνια μετά, νιώθεις ακόμα αυτή την ενέργεια».
Ο εφιάλτης της απόλυτης τελειομανίας
Μετά την ολοκλήρωση της αμερικανικής περιοδείας, η ομάδα μετέφερε τον τεράστιο όγκο των αρχείων σε επαγγελματικά στούντιο στο Λος Άντζελες. Ήρθε η ώρα να ξεκινήσει η κανονική παραγωγή του δίσκου. Εκεί, υπό την καθοδήγηση του έμπειρου παραγωγού Don Gilmore, ο αριθμός των αρχικών προσχεδίων μειώθηκε σταδιακά σε δεκατρία βασικά κομμάτια. Σε αυτό ακριβώς το στάδιο, η εμμονή των Linkin Park με τη λεπτομέρεια έφτασε σε ακραία και πρωτοφανή επίπεδα. Κάθε δευτερόλεπτο ηχογραφημένης μουσικής αναλύθηκε σχολαστικά. Αποδομήθηκε στα βασικά του συστατικά και χτίστηκε ξανά από την αρχή πάρα πολλές φορές.
Πλέον, οι ώρες μέσα στους τέσσερις τοίχους του στούντιο έμοιαζαν ατελείωτες. Τα μέλη ηχογραφούσαν τα ίδια ακριβώς κιθαριστικά και φωνητικά μέρη επί εβδομάδες. Επιδίωκαν διαρκώς να πετύχουν το απόλυτο και αψεγάδιαστο αποτέλεσμα. Η τεράστια πίεση από τις προσδοκίες του κοινού συνδυάστηκε ασφυκτικά με την εσωτερική τους ανάγκη για καλλιτεχνική εξέλιξη. Η αγωνιώδης αναζήτηση της τέλειας μελωδίας οδήγησε σε εξαντλητικές δοκιμές, φτάνοντας τα ψυχικά και σωματικά όρια της μπάντας κυριολεκτικά στα άκρα.
Το επίπεδο της αφοσίωσης σε αυτή τη διαδικασία αποτυπώνεται καθαρά στον τρόπο που προσέγγισαν τα βασικά τους κομμάτια. Ο Mike Shinoda μίλησε ανοιχτά για τη συγκεκριμένη εξοντωτική εμπειρία λέγοντας: «Για το κομμάτι “Somewhere I Belong“, δοκιμάσαμε 40 ρεφρέν. Ήταν απλά βασανιστικό, δεν μπορείς καν να φανταστείς να γράφεις δέκα, να φτάνεις στο δέκατο και στο μυαλό μας να έχει τελειώσει. Μετά έμπαινε κόσμος και έλεγε ότι είναι ωραίο και αυτή δεν είναι η αντίδραση που θες. Θες να πουν ότι είναι το καλύτερο πράγμα που έχουν ακούσει. Στο κεφάλι μας σκεφτόμασταν ότι πρέπει να συνεχίσουμε να γράφουμε».
Αποφεύγοντας την παγίδα της επανάληψης
Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους του συγκροτήματος ήταν η πιθανότητα να χαρακτηριστούν από τον Τύπο ως μια μπάντα που ανακυκλώνει τη συνταγή της προηγούμενης επιτυχίας για εύκολο κέρδος. Η ταμπέλα της σκηνής του nu metal άρχισε σιγά σιγά να χάνει τη λάμψη της. Πολλά συγκροτήματα του ίδιου χώρου είχαν κορεστεί εμπορικά και αδυνατούσαν να προσφέρουν κάτι καινούργιο στους ακροατές τους. Οι Linkin Park γνώριζαν πολύ καλά ότι έπρεπε να εξελίξουν άμεσα τον ήχο τους προκειμένου να διατηρήσουν την ηγετική τους θέση. Η ομαλή ενσωμάτωση νέων ηχητικών στοιχείων έγινε ο βασικός τους στόχος.
Βασικό μέλημα ήταν να διατηρήσουν την επιθετικότητα και τη γνώριμη ενέργεια, εισάγοντας ταυτόχρονα καινοτόμες ιδέες. Η απόφαση να διευρύνουν τους μουσικούς τους ορίζοντες απαιτούσε εξαιρετικά προσεκτικούς χειρισμούς. Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να αποξενώσουν τον σκληρό πυρήνα των οπαδών τους. Ο προγραμματισμός των ηλεκτρονικών ήχων έγινε εντυπωσιακά πιο περίπλοκος, ενώ η χρήση παραδοσιακών οργάνων προστέθηκε οργανικά στην παραγωγή αλλάζοντας δραστικά την ατμόσφαιρα. Οι ταχύτητες των τραγουδιών διαφοροποιήθηκαν αισθητά μέσα από τον πειραματισμό με ακραία τέμπο. Η ενορχήστρωση απέκτησε ένα πρωτόγνωρο βάθος, αφήνοντας αρκετό χώρο σε έγχορδα και πιάνο να αναπνεύσουν αρμονικά ανάμεσα στις βαριές, παραμορφωμένες κιθάρες.

Ο Shinoda εξήγησε ξεκάθαρα αυτή τη στρατηγική επιλογή: «Δεν μπορούσαμε να παγιδευτούμε στον ήχο του “Hybrid Theory“. Αν κάναμε πάρα πολύ από αυτό, θα μέναμε κολλημένοι εκεί». Παράλληλα, εξειδίκευσε τις γενναίες αλλαγές που εφάρμοσαν κατά την ηχογράφηση: «Θέλαμε να βγούμε έξω από το κουτί, οπότε χρησιμοποιήσαμε ζωντανά έγχορδα, πιάνο. Χρησιμοποιήσαμε ένα παραδοσιακό ιαπωνικό φλάουτο, το οποίο λέγεται shakuhachi.
Παίξαμε με τα μέτρα, με διαφορετικά τέμπο. Τραγούδια όπως το “Breaking The Habit” και το “Faint” είναι πιο γρήγορα από οτιδήποτε έχουμε γράψει και το “Easier To Run” είναι πολύ πιο αργό». Κομμάτια όπως το “Faint” παραμένουν εξαιρετικά παραδείγματα αυτής της προσέγγισης. Η ιλιγγιώδης ταχύτητα και η ηλεκτρονική τους ένταση απέδειξαν ότι το συγκρότημα μπορούσε να παράγει καταιγιστική ενέργεια με εντελώς νέους και απρόβλεπτους τρόπους.
Βάφοντας το γκρίζο της βιομηχανίας
Φυσικά, η εξέλιξη των Linkin Park δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στο μουσικό κομμάτι. Η οπτική αναπαράσταση του άλμπουμ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητάς του. Ο Mike Shinoda και ο Joe Hahn, έχοντας και οι δύο ισχυρό υπόβαθρο στις εικαστικές τέχνες, αποφάσισαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους.
Ήθελαν το εξώφυλλο να αντικατοπτρίζει τη σκληρή, αστική αισθητική των δρόμων που μεγάλωσαν. Για να το πετύχουν αυτό, συνεργάστηκαν στενά με τον διάσημο Ολλανδό καλλιτέχνη του graffiti, Delta. Αντί να βασιστούν σε ψηφιακά γραφικά υψηλής τεχνολογίας, επέλεξαν μια εντελώς χειροπιαστή προσέγγιση.
Οι καλλιτέχνες δημιούργησαν ένα τεράστιο φυσικό έργο τέχνης χρησιμοποιώντας αληθινά σπρέι και μεγάλες επιφάνειες. Η πράξη της φυσικής δημιουργίας του εξωφύλλου αποτύπωνε περίτρανα την αγάπη τους για την κουλτούρα του hip hop και του δρόμου. Αυτή η βιομηχανική εικόνα ήρθε να δέσει αρμονικά με τον μνημειώδη τίτλο του δίσκου, δημιουργώντας μια αίσθηση μεγαλείου που πατούσε γερά στο τσιμέντο της σύγχρονης πόλης. Η συγκεκριμένη οπτική γλώσσα έδωσε στο “Meteora” μια ξεχωριστή αισθητική που δύσκολα συναντούσε κανείς στις συνηθισμένες υπερπαραγωγές της εποχής.
Δάκρυα στον θάλαμο ηχογράφησης
Πέρα από την αισθητική, η δημιουργική διαδικασία του δίσκου έκρυβε ιστορίες βαθιάς συναισθηματικής φόρτισης για τα μέλη της μπάντας. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις αφορά το “Breaking The Habit”. Ένα κομμάτι που ξεχώρισε αμέσως για τον ηλεκτρονικό του χαρακτήρα και τους εξαιρετικά σκοτεινούς του στίχους.
Για πάρα πολλά χρόνια, το κοινό και ο Τύπος θεωρούσαν δεδομένο ότι οι στίχοι αποτελούσαν μια προσωπική εξομολόγηση του Chester Bennington για τη δική του σκληρή μάχη με τις καταχρήσεις. Η αλήθεια αναδεικνύει το τεράστιο συναισθηματικό δέσιμο μεταξύ των δημιουργών, καθώς ο Mike Shinoda δούλευε τη συγκεκριμένη σύνθεση για σχεδόν πέντε ολόκληρα χρόνια.

Ο Shinoda είχε ξεκινήσει να γράφει τους πρώτους στίχους έχοντας στο μυαλό του τον προσωπικό γολγοθά ενός άλλου στενού του φίλου με τον εθισμό στα ναρκωτικά, πολύ πριν καν συναντήσει τον Bennington. Όταν τελικά ολοκλήρωσε το κομμάτι και το παρουσίασε στον τραγουδιστή στο στούντιο, η αντίδραση ήταν πραγματικά συγκλονιστική. Ο Bennington ταυτίστηκε τόσο απόλυτα με τους στίχους και το βάρος του μηνύματος, που η διαδικασία της ηχογράφησης μετατράπηκε σε μαρτύριο.
Ο τραγουδιστής λύγιζε συνεχώς από τη συγκίνηση μέσα στον θάλαμο ηχογράφησης, αδυνατώντας πολλές φορές να ολοκληρώσει τις λήψεις χωρίς να ξεσπάσει σε κλάματα. Το τραγούδι λειτούργησε ως καθρέφτης των δικών του δαιμόνων και μετέτρεψε μια εξωτερική παρατήρηση σε έναν από τους πιο σπαρακτικούς ερμηνευτικούς σταθμούς της καριέρας του.
Ηχογραφώντας στα όρια της κατάρρευσης
Η τεράστια ένταση των μηνών που προηγήθηκαν είχε σοβαρότατο αντίκτυπο στη σωματική και ψυχολογική υγεία όλων των μελών του συγκροτήματος. Οι ατελείωτες απαιτήσεις της παραγωγής, σε συνδυασμό με το συνεχιζόμενο άγχος για το τελικό αποτέλεσμα, οδήγησαν γρήγορα σε καταστάσεις ακραίας κούρασης. Το πιο κρίσιμο σημείο της όλης διαδικασίας σημειώθηκε όταν ο Chester Bennington προσβλήθηκε από μια επιθετική ιογενή λοίμωξη. Η σοβαρή αυτή ασθένεια τον κράτησε αναγκαστικά μακριά από το στούντιο για πέντε ολόκληρες εβδομάδες. Το διάστημα αυτό του προκάλεσε δραματική απώλεια βάρους και πλήρη εξάντληση των λιγοστών του δυνάμεων.
Εξαιτίας των ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων που είχε θέσει η δισκογραφική εταιρεία, η υπόλοιπη μπάντα αναγκάστηκε να προχωρήσει ακάθεκτη στο κρίσιμο στάδιο της μίξης του δίσκου χωρίς να έχει στα χέρια της τα τελικά φωνητικά. Όταν ο Bennington βρήκε το κουράγιο να επιστρέψει, βρέθηκε σε εξαιρετικά μειονεκτική θέση. Έπρεπε να ηχογραφήσει εντελώς μόνος του τα περισσότερα φωνητικά του μέρη, παλεύοντας καθημερινά με τον σωματικό πόνο και την αδυναμία του οργανισμού του. Αυτή η επιβεβλημένη απομόνωση και η βαθιά φυσική ταλαιπωρία αποτυπώθηκαν τελικά ανεξίτηλα στον ήχο της φωνής του.
Όλα τα παραπάνω εμπόδια προσέδωσαν μια σπάνια αίσθηση στην τελική μίξη. Τραγούδια όπως το “Numb” στέκονται σήμερα ως λαμπρά και αδιαμφισβήτητα παραδείγματα αυτής της υπερβατικής απόδοσης. Η φωνητική του ερμηνεία μεταφέρει ακέραια την απόγνωση και την αποξένωση, καταφέρνοντας να μετατρέψει τον έντονο προσωπικό πόνο σε μια παγκόσμια μουσική εμπειρία που καθήλωσε εκατομμύρια ακροατές σε ολόκληρο τον κόσμο.
Tα μέτρα ασφαλείας
Καθώς η ολοκλήρωση του άλμπουμ πλησίαζε, η δισκογραφική εταιρεία κλήθηκε να αντιμετωπίσει την τεράστια και καθημερινή απειλή της διαδικτυακής διαρροής. Η μουσική πειρατεία βρισκόταν στο απόγειό της εκείνη την περίοδο. Ένα άλμπουμ τέτοιου βεληνεκούς και αναμονής αποτελούσε φυσικά τον απόλυτο στόχο για τους χάκερ της εποχής.
Τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας που εφαρμόστηκαν θύμιζαν περισσότερο μυστικές στρατιωτικές επιχειρήσεις παρά την κυκλοφορία ενός δίσκου. Όταν ήρθε η κρίσιμη ώρα να μεταφερθούν οι αυθεντικές κασέτες της ηχογράφησης στη Νέα Υόρκη για την τελική μίξη, επιλέχθηκε η συνεχής συνοδεία ιδιωτικών φρουρών ασφαλείας σε όλη τη διάρκεια της πτήσης.

Τα δεκαέξι σφραγισμένα κουτιά που περιείχαν τη δουλειά ενός ολόκληρου χρόνου δεν έμειναν ούτε ένα λεπτό χωρίς αυστηρή επιτήρηση. Η ακραία μυστικοπάθεια συνεχίστηκε με αμείωτο ρυθμό και κατά τη διάρκεια των πρώτων, επιλεγμένων παρουσιάσεων του δίσκου στον Τύπο. Οι λιγοστοί δημοσιογράφοι που προσκλήθηκαν στα αποκλειστικά listening sessions της εταιρείας αναγκάστηκαν να παραδώσουν τα κινητά τους τηλέφωνα και κάθε πιθανή συσκευή καταγραφής ήχου στην είσοδο του κτιρίου.
Πλέον όλοι έπαιζαν κυριολεκτικά την επιβίωσή τους σε αυτό το χαρτί και οι Linkin Park βρίσκονταν ακριβώς στο μάτι αυτού του κυκλώνα. Η αυστηρή αυτή στρατηγική λειτούργησε άψογα απέναντι σε κάθε εξωτερικό κίνδυνο. Επέτρεψε στο συγκρότημα να παραδώσει εκατομμύρια φυσικά αντίτυπα στα καταστήματα παγκοσμίως χωρίς να υπάρξει απολύτως καμία διαρροή στο διαδίκτυο πριν την επίσημη ημερομηνία κυκλοφορίας.
Το σκοτεινό παρασκήνιο της περιοδείας
Η σαρωτική εμπορική επιτυχία του άλμπουμ μετά την κυκλοφορία του συνοδεύτηκε άμεσα από μια θηριώδη παγκόσμια περιοδεία για την προώθησή του. Το πρόγραμμα περιλάμβανε και την πολυσυζητημένη περιοδεία “Summer Sanitarium”, όπου οι Linkin Park μοιράστηκαν τη σκηνή με τους Metallica.
Σε κάθε πόλη, η μπάντα έπαιζε μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες εκστασιασμένους οπαδούς βιώνοντας την απόλυτη αποθέωση. Ωστόσο, πίσω από τις κλειστές πόρτες των πολυτελών ξενοδοχείων η εικόνα ήταν τρομακτική και άκρως ανησυχητική. Η αβάσταχτη πίεση, η εξάντληση από τα συνεχή ταξίδια και ο ασταμάτητος ρυθμός οδήγησαν τον Chester Bennington σε μια σκοτεινή περίοδο πλήρους σωματικής και ψυχολογικής κατάρρευσης.
Ο ίδιος παραδέχτηκε ανοιχτά αργότερα ότι περνούσε τις περισσότερες μέρες του κλειδωμένος μέσα σε ντουλάπες δωματίων, τρέμοντας από την υπερένταση. Κατανάλωνε τεράστιες ποσότητες αλκοόλ και συνταγογραφούμενων χαπιών για να μουδιάσει τις αισθήσεις του. Έφτανε διαρκώς στο οριακό σημείο να παθαίνει ανεξέλεγκτες κρίσεις. Οι συχνές μεταφορές του στο νοσοκομείο έγιναν μια θλιβερή ρουτίνα που οι άνθρωποι της παραγωγής προσπαθούσαν να κρατήσουν αυστηρά κρυφή από τα μέσα ενημέρωσης. Μέσα σε αυτή την προσωπική κόλαση, οι ζωντανές εμφανίσεις αποτελούσαν ίσως τη μοναδική του διέξοδο.
Η σκηνή λειτουργούσε πρακτικά ως ένας χώρος όπου ο τραγουδιστής χρησιμοποιούσε τον φυσικό και ψυχικό του πόνο ως εργαλείο θεραπείας. Άφηνε κυριολεκτικά την ψυχή του πάνω στο σανίδι κάθε βράδυ και ούρλιαζε τους στίχους του με όλο του το είναι. Την ίδια ακριβώς ώρα, το εκστασιασμένο κοινό αγνοούσε παντελώς το βουβό προσωπικό του μαρτύριο.
Το στέμμα του σύγχρονου ροκ
Παρά τις αντιξοότητες, η συνολική πορεία του δίσκου στα τέλη Μαρτίου του 2003 απέδειξε περίτρανα ότι η τεράστια αναμονή και η εξαντλητική προετοιμασία είχαν πραγματικό αντίκρισμα. Το άλμπουμ κατέκτησε αμέσως την κορυφή των παγκόσμιων charts και σάρωσε τις φυσικές πωλήσεις σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Η μπάντα βρέθηκε ξανά στους δρόμους, αυτή τη φορά σε ασύλληπτα μεγαλύτερη κλίμακα από την πρώτη τους περιοδεία.
Οι συναυλίες μεταφέρθηκαν πλέον αποκλειστικά σε τεράστια και ανοιχτά στάδια. Το επίπεδο της αναγνωρισιμότητάς τους άγγιξε επικίνδυνα όρια για την ιδιωτικότητα και την προσωπική τους ζωή. Έτσι, η ανάγκη για επαγγελματική ασφάλεια στις καθημερινές τους μετακινήσεις έγινε μόνιμη ρουτίνα.
Είναι χαρακτηριστικό πως σε αρκετές ασιατικές χώρες, τα μέλη του συγκροτήματος ήταν εντελώς αδύνατο να κυκλοφορήσουν σε δημόσιους χώρους χωρίς αυστηρή συνοδεία σωματοφυλάκων. Η τεράστια επιρροή τους ξεπέρασε τις απλές πωλήσεις δίσκων και τα νούμερα των charts. Το βραβείο Grammy που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια, καθώς και η απρόσμενη, πρωτοποριακή συνεργασία με τον αστέρα της ραπ Jay-Z στο project “Collision Course“, εδραίωσαν τους Linkin Park. Τους μετέτρεψαν σε ένα καλλιτεχνικό μέγεθος που μπορούσε να σταθεί ισότιμα δίπλα σε διαχρονικούς θρύλους της σύγχρονης μουσικής.

Η ιστορική εμφάνισή τους στα βραβεία, όπου μοιράστηκαν τη σκηνή μαζί με τον Paul McCartney, αποτέλεσε την απόλυτη και αδιαμφισβήτητη αναγνώριση από το συντηρητικό μουσικό κατεστημένο. Η ταμπέλα του πρόσκαιρου φαινομένου της nu metal σκηνής διαγράφηκε οριστικά από το όνομά τους, επιβεβαιώνοντας πως είχαν έρθει για να μείνουν.
Ο τίτλος του δίσκου αποτέλεσε την απόλυτη δήλωση των μεγαλόπνοων προθέσεών τους για τη συνέχεια. Εμπνευσμένοι από τους εντυπωσιακούς, επιβλητικούς βράχους και τα μοναστήρια στην Ελλάδα, τα μέλη της μπάντας βρήκαν την ιδανική λέξη που αντιπροσώπευε πλήρως το όραμά τους για το μέλλον. Όπως δήλωσε με περηφάνια ο Shinoda σχετικά με την τελική επιλογή του τίτλου: «Όταν είδαμε το όνομα “Meteora“, μας άρεσε επειδή ήταν επικό και κινηματογραφικό, ισχυρό και δυναμικό. Έτσι θέλαμε να ακούγεται ο δίσκος μας».
Κλείνοντας τους λογαριασμούς
Το “Meteora” διέλυσε κάθε αμφιβολία σχετικά με τις πραγματικές ικανότητες των Linkin Park. Το συγκρότημα κλήθηκε να αντιμετωπίσει την πιο απαιτητική φάση της καριέρας του και κατάφερε να επιβληθεί με τους δικούς του όρους. Η μουσική αγορά εξασφάλισε τις τεράστιες πωλήσεις που είχε ανάγκη, ενώ ο Τύπος αναγκάστηκε να υποκλιθεί στο καλλιτεχνικό τους όραμα.
Παράλληλα, τα μέλη της μπάντας κέρδισαν το πολυτιμότερο αγαθό για κάθε καλλιτέχνη, δηλαδή την απόλυτη δημιουργική τους ελευθερία. Το άλμπουμ λειτούργησε ως η οριστική απόδειξη ότι μπορούσαν να διαχειριστούν την κορυφή χωρίς να χάσουν την ταυτότητά τους. Με αυτόν τον δίσκο, άνοιξαν τον δρόμο για την πλήρη ανεξαρτησία τους στα επόμενα δισκογραφικά τους βήματα.



