Υπάρχει εκεί έξω πληθώρα κυκλοφοριών που, αν και δεν ενθουσίασαν αρχικά, με το πέρασμα των χρόνων κατέληξαν να θεωρούνται σημαντικές και ίσως κλασικές. Στο heavy metal ορισμένα άλμπουμ ξεχωρίζουν για την επιρροή που άσκησαν στη διαμόρφωση του τοπίου του είδου. Ένα τέτοιο άλμπουμ είναι το “Invasion”, το ντεμπούτο των Αμερικανών heavy metal stalwarts, Manilla Road.
Οι Manilla Road είναι μια εξαιρετικά υποτιμημένη μπάντα. Κατά μία έννοια, αυτό το γεγονός λειτουργεί θετικά για τη φήμη τους. Έχουν κυκλοφορήσει περίπου τόσα άλμπουμ όσα και οι Iron Maiden, Judas Priest και Black Sabbath. Φυσικά, η ουσία βρίσκεται στην ποιότητα και το ποσοστό των εξαιρετικών δίσκων τους πλησιάζει αρκετά εκείνο των συγκεκριμένων μεγαθηρίων. Επομένως, υπάρχουν λόγοι που η υποτίμησή τους κρύβει μια ιδιαίτερη αξία.
Η ιστορία από το Κάνσας
Πριν απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, ας δούμε τα δεδομένα για το συγκρότημα. Η ιστορία των Manilla Road ξεκινάει το 1977, στη Wichita του Κάνσας. Ο Mark Shelton, στην κιθάρα και τη φωνή, σχημάτισε το σχήμα μαζί με μερικούς συμμαθητές του. Το όραμα του Mark εστίαζε στη δημιουργία μουσικής που θα ξεπερνούσε τα όρια του τότε συμβατικού heavy metal.
Με αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε μια δημιουργική διαδρομή που τελικά εκδηλώθηκε με τη μορφή του “Invasion”. Ο δίσκος κυκλοφόρησε σε μια εποχή που το metal τοπίο βρισκόταν ακόμη υπό διαμόρφωση και πολλές μπάντες προσπαθούσαν να διευρύνουν τα όριά του.

Αξίζει να σημειωθεί πως βρισκόμαστε ακόμα στο 1980, τρία χρόνια πριν την κυκλοφορία του “Crystal Logic” και την εδραίωση του ήχου τους σε ένα στυλ αποκλειστικά δικό τους, το επικό heavy metal. Στο ξεκίνημά τους, οι Manilla Road παρουσίασαν ένα παραδοσιακό ύφος metal που συνδύαζε στοιχεία progressive και space rock για τη δημιουργία ενός ιδιαίτερου αποτελέσματος.
Παρόλο που οι στίχοι δεν προσδιορίζουν από μόνοι τους ένα μουσικό είδος, ο Mark Shelton έδειχνε σταθερή προτίμηση στην οικοδόμηση φανταστικών κόσμων. Τα συγκεκριμένα συστατικά ενώνονται για να διαμορφώσουν ένα σύμπαν που διαχωρίζει τους Manilla Road από τα υπόλοιπα συγκροτήματα της εποχής. Το “Invasion” αποτελεί μια προσπάθεια με ορισμένες ατέλειες, στην οποία όμως εντοπίζουμε τα δομικά στοιχεία του μετέπειτα μεγαλείου τους.
Τα στοιχεία του ήχου
Το ντεμπούτο των Manilla Road πλησιάζει το proto-metal περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο είδος. Το “Invasion” διαθέτει ορισμένα ενδιαφέροντα στοιχεία, παρουσιάζοντας όμως κάποιες αδυναμίες στην παραγωγή και τη συνοχή του. Οι αξιόλογες στιγμές του δίσκου είναι ικανές να εξισορροπήσουν τις όποιες ατέλειες. Τραγούδια όπως το “The Empire” αναδεικνύουν τις εντυπωσιακές κιθαριστικές ικανότητες του Mark Shelton και το ταλέντο του στη δημιουργία επικών ηχοτοπίων, τα οποία καθόρισαν τον μετέπειτα ήχο που εκπροσώπησαν οι Manilla Road.
Το ξεκίνημα του δίσκου πραγματοποιείται με ορισμένους ιδιαίτερους ambient ήχους και ένα καταιγιστικό σόλο κιθάρας. Το συγκεκριμένο κομμάτι, το “The Dream Goes On”, προσφέρει μια σαφή εικόνα για το περιεχόμενο του υπόλοιπου “Invasion”. Περιλαμβάνει εντυπωσιακά κιθαριστικά μέρη, μια έντονη επική αίσθηση, ιδιόμορφη παραγωγή και τα χαρακτηριστικά φωνητικά του Mark Shelton. Αυτά τα στοιχεία συνθέτουν το μουσικό προφίλ που χαρακτηρίζει ολόκληρη την κυκλοφορία.
Οι ιδιαιτερότητες του "Invasion"
Είναι απόλυτα κατανοητό κάποιος να δυσκολεύεται με την ιδιαίτερη χροιά του Mark Shelton. Πριν συγκριθεί η απόδοσή του με εκείνη άλλων μεγάλων τραγουδιστών του είδους, όπως ο Eric Adams, έχει αξία να αναλογιστούμε αν θα μπορούσαμε να φανταστούμε τις συνθέσεις των Manilla Road ερμηνευμένες από διαφορετική φωνή. Η μοναδικότητα του αποτελέσματος συνδέεται άρρηκτα με τον τρόπο που ο ίδιος προσέγγιζε τα κομμάτια του.
Πριν κάποιος σταθεί στην απόδοση του Mark Shelton ως τραγουδιστή, ειδικά στη συγκεκριμένη κυκλοφορία, αξίζει να εστιάσει στην κιθαριστική του δουλειά, η οποία κρίνεται κάτι παραπάνω από αξιόλογη. Το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό σε κάθε στιγμή του δίσκου. Από το σόλο στην έναρξη του “The Dream Goes On” και τα riffs του “Street Jammer”, μέχρι το μελωδικό μέρος του “The Empire”, κάθε κιθαριστική παρέμβαση χαρακτηρίζεται από αριστοτεχνική προσέγγιση.

Αυτή η αξιόλογη κιθαριστική δουλειά δεν γίνεται πάντα αντιληπτή με την απαραίτητη ενάργεια. Η παραγωγή εμφανίζεται τόσο μπερδεμένη που σε αρκετά σημεία δυσκολεύεται κανείς να διακρίνει με ακρίβεια τα τεκταινόμενα. Το μπάσο και τα τύμπανα ηχούν αρκετά χαμηλά στην ηχογράφηση, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η παρουσία τους στο τελικό αποτέλεσμα. Οι Scott Park και Rick Fisher εξασφαλίζουν έναν σταθερό ρυθμό και μια επαρκή βάση για τις συνθέσεις. Μάλιστα, ο Rick Fisher παρουσιάζει ορισμένες στιγμές που εντυπωσιάζουν μέσα από τη συνολική εικόνα του rhythm section.
Επίσης, οι συνθέσεις διαθέτουν σημαντική χρονική διάρκεια. Στην πραγματικότητα, όλα τα κομμάτια εκτός από δύο ξεπερνούν τα έξι λεπτά, ενώ ένα από αυτά αγγίζει τα πέντε λεπτά. Όλες οι δημιουργίες χαρακτηρίζονται από μια επική αίσθηση που βοηθάει τον δίσκο να ξεχωρίσει. Η συγκεκριμένη διάρκεια που ενισχύει το επικό στοιχείο επιφέρει ορισμένες φορές μια κάμψη στον ρυθμό των τραγουδιών.
Η underground ταυτότητα
Το “Invasion” πέταξε αρχικά κάτω από το ραντάρ, συγκεντρώνοντας περιορισμένη προσοχή εκτός των underground κύκλων του metal. Η εξέλιξη αυτή αποδείχθηκε αρκετή για τον Mark Shelton, καθώς σε όλη τη μετέπειτα πορεία των Manilla Road διατήρησαν την ταυτότητά τους. Παρότι η φήμη τους αυξήθηκε με τα χρόνια, επέλεξαν συνειδητά να μην εγκαταλείψουν τις underground καταβολές τους.
Ανεξαρτήτως του τελικού αποτελέσματος, η αξία του “Invasion” παραμένει αδιαμφισβήτητη. Είναι σαφές ότι ο δίσκος σηματοδότησε την αρχή της επικής διαδρομής των Manilla Road, επομένως η συνολική του σημασία κρίνεται καθοριστική. Ο Mark “The Shark” Shelton έφυγε από τη ζωή πριν λίγα χρόνια, όμως το έργο του αποτελεί ένα διαμορφωτικό ορόσημο στην ιστορία του heavy metal. Αυτή η πορεία ξεκίνησε με την κυκλοφορία του “Invasion”.



