Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Η δεύτερη εποχή των Satyricon είναι μια αδιάκοπη αναμέτρηση με τα όρια του σκληρού ήχου. Αψηφώντας τους πουρίστες, ενσωμάτωσαν καθαρά φωνητικά και συμφωνικές ενορχηστρώσεις. Ακόμα και μπροστά στον θάνατο, η τέχνη τους παρέμεινε αλύγιστη, γεννώντας σκοτεινά αριστουργήματα.
- Πώς η εμπορική στροφή και οι αναλογικές ηχογραφήσεις άλλαξαν ριζικά το τοπίο της ακραίας σκανδιναβικής σκηνής.
- Η άρνησή τους να γίνουν καρικατούρες τους καθιέρωσε ως την πιο προοδευτική δύναμη του σύγχρονου metal.
- Η μάχη του Satyr με τον καρκίνο και η σύμπραξη με την Εθνική Όπερα γέννησαν μοναδικά πνευματικά αριστουργήματα.
Έχοντας ήδη κατακτήσει το παγκόσμιο underground – [όπως διαβάσαμε στο πρώτο μέρος του αφιερώματος για την ιστορία των Satyricon] – η συνέχεια της πορείας τους τούς βρήκε να αγκαλιάζουν ακόμα περισσότερο το groove, με το “Volcano” να αποτελεί τον μεγάλο θρίαμβο στη χώρα τους. Ο δίσκος σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του, κερδίζοντας τέσσερα βραβεία, συμπεριλαμβανομένου και του Νορβηγικού Grammy, κάτι εντελώς αδιανόητο για τα δεδομένα του είδους λίγα χρόνια πριν.
Κομμάτια γεμάτα ενέργεια τους έφεραν στα ραδιόφωνα και σε ακροατήρια που δεν είχαν ποτέ επαφή με τον σκληρό ήχο. Η ικανότητά τους να γράφουν πιασάρικα τραγούδια χωρίς να χάνουν τη σκοτεινή τους ταυτότητα, αποδείχθηκε το χρυσό εισιτήριο για την τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική αναγνώριση. Εκείνη η στιγμή σηματοδότησε την πλήρη απελευθέρωσή τους.
Αξίζει να σημειωθεί πως καθοριστικό ρόλο σε αυτή την ηχητική μετάβαση έπαιξαν και οι απρόσμενες εξωτερικές συμμετοχές. Η συνεργασία με την τραγουδίστρια Anja Garbarek έδωσε μια εντελώς διαφορετική, σχεδόν τζαζ διάσταση σε επιλεγμένα σημεία του δίσκου. Η αέρινη και ιδιαίτερη φωνή της λειτούργησε αντιστικτικά με τα γρυλίσματα, δημιουργώντας ένα ηχητικό κολάζ που ξάφνιασε ευχάριστα άπαντες.

Αυτή η τολμηρή απόφαση να παντρέψουν φαινομενικά αταίριαστους κόσμους απέδειξε πως η μπάντα δεν φοβόταν να δοκιμάσει οτιδήποτε εξυπηρετούσε το καλλιτεχνικό της όραμα. Ήταν άλλη μια απόδειξη πως τα όρια υπήρχαν μόνο για να τα σπάνε.
Αναφορικά με τις ζωντανές εμφανίσεις, η νοοτροπία τους άλλαξε ριζικά τον τρόπο που το κοινό βίωνε τις συναυλίες, γκρεμίζοντας τους άγραφους κανόνες. Παλιότερα υπήρχε η αντίληψη ότι οι θεατές έπρεπε να παραμένουν σοβαροί και ακίνητοι, για να διατηρείται η σκοτεινή μυσταγωγία του θεάματος.
Ο Satyr κατέρριψε γρήγορα αυτόν τον μύθο, ενθαρρύνοντας τον κόσμο να χτυπηθεί, να τραγουδήσει και να ιδρώσει κατά τη διάρκεια του σόου. Ξεκαθάρισαν έμπρακτα πως ένας δίσκος μπορεί να είναι υψηλή τέχνη, αλλά η συναυλία οφείλει να είναι ωμή διασκέδαση και σωματική εκτόνωση για τον κόσμο. Αυτή η αμεσότητα μετέτρεψε τα live τους σε γιορτή.
Τι κάνει το “Now, Diabolical” να ξεχωρίζει;
Φτάνοντας στο 2006, το “Now, Diabolical” είναι το αγαπημένο μου μέσα από τη μακρόχρονη πορεία τους, ακριβώς λόγω της ωμής του απλότητας. Είναι η στιγμή που πέταξαν οτιδήποτε περιττό, αφήνοντας μόνο το καθαρό, στιβαρό ρυθμικό μέρος να οδηγήσει τα κομμάτια. Ο δίσκος μοιάζει σαν να δημιουργήθηκε με αποκλειστικό σκοπό να προκαλεί ασταμάτητη κίνηση, διαθέτοντας κομμάτια όπως το “K.I.N.G.”.
Αυτή η λιτή, σχεδόν ροκ προσέγγιση απέδειξε περίτρανα πως δεν χρειάζονται ατελείωτες ταχύτητες ή πολύπλοκες ενορχηστρώσεις για να βγάλεις μια συμπαγή και εξαιρετικά απειλητική ατμόσφαιρα. Ένιωθες ότι το σχήμα είχε βρει πλέον την πλήρη άνεση με τον εαυτό του.
Παράλληλα, η κριτική από ένα μέρος του συντηρητικού κοινού έγινε πιο έντονη, κατηγορώντας τους για υπερβολική απλοποίηση των δομών τους. Παρόλα αυτά, η ίδια η μπάντα δεν έδειξε να πτοείται από τα σχόλια, συνεχίζοντας να γεμίζει μεγαλύτερους συναυλιακούς χώρους και φεστιβάλ.

Οι επιρροές από σχήματα όπως οι Celtic Frost ήταν εμφανείς, ενσωματώνοντας έναν αέρα παραδοσιακού heavy metal στο σκοτεινό τους υπόβαθρο. Η επιμονή τους να αγνοούν τις φωνές των νοσταλγών του παρελθόντος τούς επέτρεψε να διευρύνουν τον ορίζοντά τους, φέρνοντας τη μουσική τους σε ανθρώπους από εντελώς διαφορετικούς χώρους. Ήταν μια νίκη της ουσίας απέναντι στις κλειστές ταμπέλες.
Γιατί απομονώθηκαν στα βουνά;
Αναζητώντας συνεχώς νέους τρόπους για να διατηρήσουν τη φλόγα αναμμένη, η διαδικασία σύνθεσης του επόμενου έργου τους απαίτησε δραστικά μέτρα. Έχοντας φτάσει στα όρια της επαγγελματικής εξουθένωσης, ο Satyr απομονώθηκε σε μια ξύλινη καμπίνα ψηλά στα νορβηγικά βουνά για να γράψει το “The Age Of Nero”.
Χωρίς ίντερνετ, χωρίς τηλεόραση και με κλειστό το κινητό, η επαφή με τη σιωπή της φύσης λειτούργησε θεραπευτικά. Αυτή η πλήρης αποσύνδεση από τον θόρυβο της καθημερινότητας του επέτρεψε να ξεπεράσει το burnout και να συνθέσει ριφ που ξεχείλιζαν από ανανεωμένη έμπνευση. Η μοναξιά αποδείχθηκε η καλύτερη παρέα σε αυτή τη φάση.

Έχοντας το υλικό στα χέρια τους, αποφάσισαν να κάνουν μια κίνηση ματ και να ταξιδέψουν μέχρι το Λος Άντζελες για την ηχογράφηση. Αντί να κλειστούν στα γνωστά τους στούντιο στη Σκανδιναβία, διάλεξαν να δουλέψουν στα θρυλικά Sound City studios, εκεί όπου γράφτηκε τεράστιο μέρος της παγκόσμιας ροκ ιστορίας.
Η συνεργασία τους με τον παραγωγό Joe Barresi βοήθησε στο να αποκτήσει η μουσική τους έναν ζεστό, οργανικό αναλογικό ήχο. Το πάντρεμα της ευρωπαϊκής σκοτεινής αισθητικής με την αμερικανική παραγωγική κουλτούρα έδωσε στο άλμπουμ μια βαρύτητα που σε χτυπάει κατευθείαν στο στήθος. Απέδειξαν ξανά πως ρίσκαραν συνειδητά τη βολή τους.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη μουσική έκπληξη;
Επιστρέφοντας με το ομώνυμο άλμπουμ “Satyricon” το 2013, είχαν ήδη δείξει σημάδια μιας πιο εσωτερικής και προοδευτικής αναζήτησης, αφήνοντας πίσω τα γκάζια. Εκεί επέλεξαν την αυστηρά αναλογική ηχογράφηση, δίνοντας έμφαση στη ζεστασιά του ήχου και αφήνοντας τις δυναμικές να αναπνεύσουν φυσικά στον χώρο.
Ήταν ένας δίσκος που δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει με την ταχύτητα, αλλά με τις πολυεπίπεδες μελωδίες και τη διάθεση για πειραματισμό. Αυτή η ωριμότητα τους οδήγησε στο να γράψουν κομμάτια που απλώνονταν σε διάρκεια, χτίζοντας μια μελαγχολική αλλά ταυτόχρονα μεγαλειώδη εικόνα στο μυαλό του ακροατή. Έμοιαζε σαν μια επαναπροσδιορισμός της ίδιας τους της ταυτότητας.
Μέσα σε αυτόν τον δίσκο βρισκόταν και η μεγαλύτερη ίσως έκπληξη ολόκληρης της καριέρας τους, προκαλώντας τεράστιες συζητήσεις. Η συνεργασία με τον Sivert Høyem, τον σπουδαίο τραγουδιστή των Madrugada (hot take: έπρεπε να έρθουν οι black metal-άδες για να σε κάνουν άνθρωπο), για τις ανάγκες του κομματιού “Phoenix”, άφησε τον μουσικό κόσμο με το στόμα ανοιχτό.

Η βαθιά, χαρακτηριστική φωνή του έδεσε απίστευτα με τις κιθάρες, φτιάχνοντας ένα τραγούδι που θύμιζε κάτι ανάμεσα σε σκοτεινό ροκ και κινηματογραφικό soundtrack (Κοκκινόπουλε, τι κάνεις; Όλα καλά;). Η απόφασή τους να εντάξουν εξ ολοκλήρου καθαρά φωνητικά σε ένα τραγούδι τους έδειξε περίτρανα πως δεν έχουν κανένα κόμπλεξ να βγουν εντελώς έξω από τα νερά τους. Το ρίσκο απέδωσε θεαματικά.
Φυσικά, η κίνηση αυτή δίχασε ευχάριστα το κοινό, με άλλους να μιλούν για ξεπούλημα και άλλους για αριστούργημα. Το κομμάτι αγαπήθηκε τρελά από ανθρώπους που δεν άκουγαν ακραία μουσική, ενώ οι σκληροπυρηνικοί χρειάστηκαν χρόνο για να χωνέψουν αυτή την αλλαγή ρότας.
Ωστόσο, η ίδια η μπάντα απάντησε πως τέτοιες συνεργασίες προκύπτουν οργανικά όταν ψάχνεις να βρεις το καταλληλότερο όχημα για να εκφράσεις ένα συναίσθημα. Το να παραμένεις δημιουργικά στάσιμος από φόβο για την κριτική των οπαδών, αποτελούσε πάντα τη μεγαλύτερη ήττα στο δικό τους αξιακό σύστημα. Η τέχνη τους προχωρούσε ανεξάρτητα από το τι πίστευαν οι άλλοι.
Πώς ο καρκίνος άλλαξε τη μουσική τους;
Δυστυχώς, μια από τις πιο σκοτεινές καμπές στην προσωπική και επαγγελματική τους ζωή συνέβη όταν ανακοινώθηκε το σοβαρό πρόβλημα υγείας. Η διάγνωση του Satyr με όγκο στον εγκέφαλο το 2015 πάγωσε ολόκληρο τον μουσικό κόσμο, φέρνοντας τη θνητότητα στο προσκήνιο. Αυτή η εξέλιξη άλλαξε εντελώς τον τρόπο που έβλεπε τη ζωή, προσδίδοντας μια πιεστική ανάγκη για επαναξιολόγηση του χρόνου που ίσως του έμενε.
Αντί να παραδοθεί στην απόγνωση, χρησιμοποίησε αυτή την τρομακτική εμπειρία ως καύσιμο για να δώσει στη νέα τους μουσική μια έντονη, σχεδόν χειροπιαστή πνευματικότητα. Οι προτεραιότητες στο στούντιο άλλαξαν δραματικά από εκείνη τη μέρα.
Περνώντας στο “Deep Calleth Upon Deep”, το αποτέλεσμα ήταν ένας δίσκος γεμάτος υπαρξιακές αναζητήσεις, εσωτερικό βάρος και σκοτεινές σκέψεις. Τα ριφ εδώ ακούγονται έντονα μελαγχολικά, οι ρυθμοί συχνά θυμίζουν ένα αργόμολυβο βάδισμα και η γενικότερη ατμόσφαιρα μοιάζει με έναν αποχαιρετισμό ή μια εσωτερική κάθαρση.

Ήταν ίσως η πιο ειλικρινής κατάθεσή τους μέχρι εκείνη τη στιγμή, βγαλμένη μέσα από την αβεβαιότητα της ύπαρξης. Η συμπερίληψη κλασικών οργάνων έδωσε μια εντελώς διαφορετική διάσταση στο τελικό άκουσμα, ενισχύοντας τη μυστικιστική φύση του άλμπουμ σε κάθε του δευτερόλεπτο. Κάθε νότα είχε πλέον ξεκάθαρο λόγο ύπαρξης.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αυτής της περιόδου ήταν η αυστηρότητα με την οποία αντιμετώπισαν το νέο τους υλικό κατά τη διαδικασία της επιλογής. Έχοντας νιώσει το άγγιγμα του θανάτου, ο δημιουργός αποφάσισε να πετάξει στα σκουπίδια τραγούδια που υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν σίγουρες επιτυχίες, προκαλώντας την απορία των συνεργατών του.
Εξήγησε πως δεν τον ενδιέφερε πια να κυκλοφορήσει απλώς καλά τραγούδια, αλλά μόνο όσα είχαν βαθιά πνευματική σημασία. Αυτή η αδιαπραγμάτευτη στάση απέναντι στην ποιότητα εξασφάλισε πως ο δίσκος θα λειτουργούσε ως ένα αληθινό καλλιτεχνικό μανιφέστο, χωρίς καμία απολύτως έκπτωση ή γέμισμα. Η τέχνη νίκησε τον εφησυχασμό.
Ποιοι έπαιξαν μαζί τους πρόσφατα;
Ανατρέχοντας στην τεράστια συναυλιακή τους ιστορία, η ικανότητά τους να στήνουν κορυφαίες εμφανίσεις στηρίχτηκε συχνά και σε σπουδαίους καλεσμένους. Υπήρξε μια περίοδος που χρειάστηκε να βρουν άμεσα αντικαταστάτη για τα τύμπανα σε αμερικανική περιοδεία, λόγω προβλημάτων με τη βίζα του Fost.
Σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή, τη θέση ανέλαβε προσωρινά ο Joey Jordison των Slipknot, δίνοντας μια εντελώς διαφορετική, εκρηκτική πινελιά στα γνώριμα κομμάτια. Η παρουσία ενός τέτοιου μεγέθους πίσω από το κιτ απέδειξε τον τεράστιο σεβασμό που απολάμβανε η μπάντα από ολόκληρο το διεθνές στερέωμα, ανεξαρτήτως μουσικού υποείδους. Οι συναυλίες εκείνες θεωρούνται πλέον συλλεκτικές.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός πως το σχήμα βγήκε εντελώς έξω από τα συνήθη νερά του, στήνοντας μια γέφυρα με την κλασική μουσική. Η σύμπραξη με την Εθνική Όπερα της Νορβηγίας φαινόταν αρχικά αδιανόητη για μια μπάντα που ξεκίνησε παίζοντας σε σκοτεινά υπόγεια με φτηνό εξοπλισμό.

Η μεταφορά των κομματιών τους σε ένα αμιγώς συμφωνικό περιβάλλον δεν ήταν απλώς μια απλή διασκευή, αλλά μια πλήρης επαναδιαπραγμάτευση της ηχητικής τους ταυτότητας. Αυτή η τολμηρή συνεργασία έφερε νέο κόσμο στον σκληρό ήχο, αποδεικνύοντας περίτρανα πως οι συνθέσεις τους κρύβουν μια κλασική παιδεία που στέκεται επάξια δίπλα στα κορυφαία έργα.
Satyr, εσύ superstar
Πέρα από τη μουσική σκηνή, ο πολυπράγμων χαρακτήρας του ηγέτη τους βρήκε διέξοδο και σε εντελώς διαφορετικά επιχειρηματικά μονοπάτια, ξαφνιάζοντας ξανά. Διοχετεύοντας το πάθος του για την τελειότητα, ίδρυσε την εταιρεία Wongraven Wines, μπαίνοντας δυναμικά στον απαιτητικό χώρο της παραγωγής κρασιού.
Αυτό που ξεκίνησε ως ένα ακριβό χόμπι, εξελίχθηκε σε μια εξαιρετικά επιτυχημένη επιχείρηση, με τα κρασιά του να κερδίζουν βραβεία ποιότητας στην Ευρώπη. Η ικανότητά του να χτίζει ένα κορυφαίο brand εκτός μουσικής βιομηχανίας, δείχνει έναν άνθρωπο με τεράστιο όραμα και μια αστείρευτη ανάγκη να δημιουργεί ακατάπαυστα. Είναι η ίδια νοοτροπία που τον έκανε ροκ σταρ.

Κοιτάζοντας το σύνολο της καριέρας τους, αντιλαμβάνεται κανείς ότι κάθε βήμα εξυπηρετούσε μια εσωτερική ανάγκη να πάνε την τέχνη τους ένα βήμα παρακάτω. Οι Satyricon έχτισαν μια σχέση εμπιστοσύνης με τους ακροατές, βασισμένη στην ειλικρίνεια και την ευθύτητα, χωρίς να φοβούνται το κόστος.
Σε αυτό το πείσμα οφείλουν τη μακροβιότητά τους απέναντι στις εφήμερες τάσεις μιας βιομηχανίας που καταναλώνει συγκροτήματα με ταχύτατους ρυθμούς. Η τεράστια προσφορά τους έγκειται στο ότι αρνήθηκαν να γίνουν καρικατούρες του εαυτού τους, προτιμώντας να χάσουν οπαδούς παρά να συμβιβαστούν καλλιτεχνικά. Σήμερα, η ιστορία τους λειτουργεί ως ιδανικό εγχειρίδιο επιβίωσης για κάθε νέο σχήμα.



