Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Το νέο “Street Fighter” φτάνει στις αίθουσες με σκηνοθέτη τον Kitao Sakurai και με τους Andrew Koji, Noah Centineo, Callina Liang και David Dastmalchian στους βασικούς ρόλους. Η ταινία κουμπώνει στο 1993 και πνίγεται μέσα σε νέον, υφή VHS και ατάκες της εποχής.
- Διάρκεια κοντά στις δύο ώρες, φωτογραφία Ken Seng, animated ενσωματώσεις από το στούντιο Titmouse, μουσική Leo Birenberg και Zach Robinson.
- Μια μεταφορά που είναι η πιο πετυχημένη της σειράς μέχρι σήμερα.
- Η μεταφορά Street Fighter από τον Kitao Sakurai πατάει γερά σε χρώμα και χορογραφίες, με δομή που διαλύεται και τη Callina Liang σε ελάχιστο χώρο
Ξεκινάω με ένα hot take. Η ταινία του 1994 με τον Jean-Claude Van Damme μου άρεσε τότε και μου αρέσει ακόμα, με τα καρναβαλίστικα κοστούμια της, τις ατάκες που δεν στέκουν πουθενά και τον Raul Julia να καταπίνει κάθε πλάνο στο οποίο μπαίνει. Κακή ταινία ήταν τότε, κακή παραμένει, και κουβαλάει μια αφέλεια που καμία επόμενη απόπειρα δεν μπόρεσε να αντιγράψει. Υπήρχε μέσα της κάτι ζεστό, μια ειλικρίνεια τύπου «το γυρίσαμε όπως το φανταστήκαμε στο μυαλό μας» που σήμερα κοστίζει ακριβά.
Πάμε και στο δεύτερο take, που είναι αρκετά λιγότερο hot. Σαν video game, το “Street Fighter” μπροστά στο “Mortal Kombat” είναι σαν να συγκρίνεις τις μπάμιες με το πιτόγυρο, και το πιτόγυρο εδώ είναι το “Mortal Kombat”. Το ένα σου έδινε αίμα, fatalities, μυθολογία και χαρακτήρες που θυμάσαι δεκαετίες μετά, το άλλο σου έδινε καθαρό μηχανισμό μάχης για ανθρώπους που μετράνε frames. Η τεχνική υπεροχή του πρώτου δεν το έκανε ποτέ πιο διασκεδαστικό στον καναπέ.
Με αυτά τα δύο στην πλάτη μπήκα στην αίθουσα για τη νέα μεταφορά. Πίσω της στέκει ο Kitao Sakurai, άνθρωπος που έρχεται από το “The Eric André Show”, το “Bad Trip” και τη σειρά “Twisted Metal”, δηλαδή από χώρο όπου το χάος είναι μέθοδος και όχι ατύχημα. Η Legendary Pictures και η Paramount του έδωσαν το franchise και εκείνος το γύρισε σαν δίωρο sketch show με γροθιές. Η ταινία βγήκε στις 16 Οκτωβρίου 2026 και κρατάει PG-13 σήμανση.
Ποια είναι η υπόθεση χωρίς spoilers;
Όλα ανοίγουν το 1987, σε ένα animated πρόλογο που μιμείται τα OVA της εποχής. Δύο νεαροί μαθητές, ο Ryu (Andrew Koji) και ο Ken (Noah Centineo), μεγαλώνουν σε ένα dojo κάτω από τον δάσκαλό τους, τον Gouken (Don Lee), δεμένοι σαν αδέρφια. Ο θάνατος του δασκάλου τους από τον Akuma (Roman Reigns) και μια νίκη που ο ένας δεν συγχώρεσε ποτέ στον άλλον τούς στέλνουν σε εντελώς διαφορετικούς δρόμους. Από εκεί και πέρα, η ταινία κάνει ένα άλμα έξι χρόνων.

Φτάνουμε στο 1993. Ο Ken έχει γίνει διάσημος μαχητής με χορηγούς και εμφανίσεις στην τηλεόραση, ο Ryu ζει στην αφάνεια σερβίροντας μέτριο ραμέν και αποφεύγοντας κάθε καβγά. Ο M. Bison (David Dastmalchian) έχει στα χέρια του μια συσκευή που ρουφάει τη δύναμη των καλύτερων μαχητών και ξαναστήνει το World Warrior Tournament με έναν και μόνο στόχο. Στη μέση μπαίνει η Chun-Li (Callina Liang), πράκτορας της Interpol που δουλεύει κρυφά με δικό της σχέδιο.
Γύρω τους κυκλοφορεί μισό ρόστερ του παιχνιδιού. Guile (Cody Rhodes), Blanka (Jason Momoa), Balrog (50 Cent), Vega (Orville Peck), Cammy (Mel Jarnson), Dhalsim (Vidyut Jammwal), Zangief (Olivier Richters), E. Honda (Hirooki Goto) και Dan Hibiki (Andrew Schulz) μπαινοβγαίνουν στο κάδρο. Η ταινία δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει γιατί βρίσκεται ο καθένας εκεί, κάτι που αποδεικνύεται από τις πιο έξυπνες αποφάσεις της. Κανείς δεν ζήτησε ποτέ το background story του Balrog.
Πώς τη βλέπει κάποιος που έπαιζε το arcade;
Για τον παίκτη, το πρώτο μισάωρο δουλεύει σαν δώρο. Τα κοστούμια βγαίνουν κατευθείαν από τα sprites, οι κινήσεις εκτελούνται με τα φωνητικά callouts τους, το hadouken και το shoryuken φτάνουν στην οθόνη με καθαρά καρέ που θυμίζουν manga. Το κούρεμα του Guile μόνο του αξίζει το εισιτήριο, γιατί η ταινία το αντιμετωπίζει σαν φυσιολογικό μαλλί και όχι σαν ανέκδοτο. Κανένα πλάνο δεν σταματάει για να σου κλείσει το μάτι.
Στο δεύτερο μισό αρχίζει το πρόβλημα. Το τουρνουά που υποτίθεται ότι κρατάει όλη την ταινία γίνεται κυρίως εκτός κάμερας, με αναγγελίες αποτελεσμάτων αντί για αγώνες. Η αναμέτρηση ανάμεσα σε Guile και Vega λύνεται μακριά από τον φακό, ο Zangief εξαφανίζεται χωρίς εξήγηση και ο Ryu περνάει μεγάλο μέρος της διάρκειας κλειδωμένος μακριά από τη δράση. Μετράς στα δάχτυλα του ενός χεριού τις πραγματικές μονομαχίες.

Υπάρχει και μια πιο στενόχωρη παρατήρηση. Το ρόστερ είναι τεράστιο και οι περισσότεροι παίρνουν μία σκηνή ο καθένας, συχνά μέσα σε ομαδικό καβγά μπαρ αντί για ρινγκ. Ο παίκτης που περιμένει κάθε χαρακτήρα να περάσει από το δικό του set κινήσεων θα φύγει από την αίθουσα με άδεια χέρια. Το ίδιο το φορμάτ του παιχνιδιού, δηλαδή ο γύρος, η εξέλιξη, ο αποκλεισμός, μένει αναξιοποίητο.
Και κάποιος που δεν έχει αγγίξει ποτέ joystick;
Για τον θεατή που μπαίνει καθαρός, η ταινία λειτουργεί σαν κωμωδία παρέας με δύο τσακωμένους φίλους. Η σχέση Ryu και Ken κρατάει το συναισθηματικό βάρος και η κάμερα είναι ξεκάθαρα ερωτευμένη μαζί τους. Κάθε φορά που το φιλμ μένει πάνω στους δύο πρωταγωνιστές βρίσκει ρυθμό, και κάθε φορά που φεύγει χάνει τον μίτο μέσα σε δύο λεπτά. Ο Andrew Koji σηκώνει τον ρόλο με μια σοβαρότητα που δεν γίνεται ποτέ βαρετή.
Τα animated ενδιάμεσα, φτιαγμένα από το στούντιο Titmouse, είναι ό,τι ομορφότερο έχει να δείξει η ταινία. Εκεί μαθαίνεις ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, τι έχασαν και γιατί δεν μιλιούνται. Η ομορφιά τους κρύβει κάτι άβολο, γιατί τα σχέδια κάνουν τη δουλειά που όφειλαν να κάνουν οι ζωντανές σκηνές. Κάθε φορά που η ταινία πρέπει να σου πουλήσει πόνο, ανοίγει το κινούμενο σχέδιο.

Στο τέλος, ο αδιάβαστος θεατής βγαίνει με μια αίσθηση ζάλης. Τα ονόματα πέφτουν βροχή, τα πρόσωπα αλλάζουν κάθε τρία λεπτά και οι μισοί χαρακτήρες μπαίνουν χωρίς να τους συστήσει κανείς. Η ταινία προϋποθέτει ότι ξέρεις ήδη ποιος είναι ο Dhalsim, και όταν δεν τον ξέρεις, απλώς τον βλέπεις να περνάει. Αυτό που σώζεται στα μάτια του είναι η ενέργεια, η μουσική και τα χρώματα.
Πού χάνει πόντους η ταινία;
Το μεγαλύτερο αγκάθι βρίσκεται στο μοντάζ. Σε μία σκηνή μάς πετάει στο τέλος ενός καβγά ανάμεσα στον Ken και τη Chun-Li και αμέσως μετά γυρίζει πίσω για να μας δείξει την αρχή του, χωρίς να κερδίζει τίποτα από αυτό. Η ταινία πηδάει ανάμεσα σε τρεις αφηγηματικές γραμμές μέσα στην ίδια σκηνή, ακόμα και όταν οι γραμμές αυτές δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Ο ρυθμός θυμίζει περισσότερο feed παρά σενάριο.

Δεύτερο πρόβλημα, η οικονομία του χρόνου. Οι δύο ώρες περνάνε με συνεχή κίνηση και ελάχιστη εξέλιξη, γιατί ο Kitao Sakurai κρατάει κάθε αστείο ζωντανό πολύ αφότου έχει πέσει η ατάκα. Τα καλά gags υπάρχουν, πνίγονται όμως μέσα σε δεκάδες άλλα που βγάζουν ήχο αποτυχίας και μυρίζουν δεκαετία του 90 με τον χειρότερο τρόπο. Η κορύφωση δεν φτάνει ποτέ, και η ταινία κλείνει με μια υπόσχεση για συνέχεια αντί για τέλος.
Τι κρατάει την ταινία όρθια;
Πρώτα από όλα, η εικόνα. Ο Ken Seng φωτίζει το 1993 με νέον, τεχνητό κόκκο φιλμ και χρώματα που έχουν εξαφανιστεί από τις μεγάλες παραγωγές της τελευταίας δεκαετίας. Κάθε κάδρο δείχνει σχεδιασμένο από άνθρωπο που ήξερε ακριβώς τι ήθελε να δει στην οθόνη, κάτι σπάνιο σε blockbuster αυτού του μεγέθους. Η δουλειά στα σκηνικά και στα κοστούμια κουβαλάει την ίδια πειθαρχία.
Μετά έρχονται οι χορογραφίες. Το βάρος πέφτει σε πρακτικά στανς και wire fu, με τα ψηφιακά να προσθέτουν υπερβολή αντί να αντικαθιστούν τη δράση. Οι περισσότεροι ηθοποιοί εκτελούν μόνοι τους τις σκηνές τους, με την Callina Liang και τον Vidyut Jammwal να ξεχωρίζουν στη σωματική δουλειά. Η μουσική των Leo Birenberg και Zach Robinson δένει το σύνολο χωρίς να το σκεπάζει.

Το τελευταίο ατού είναι το καστ. Ο Andrew Koji κρατάει τον σοβαρό ρόλο χωρίς να γίνεται ανέκδοτο, ο David Dastmalchian φτιάχνει έναν M. Bison που τρώει τις σκηνές του με όρεξη και παραδίδει το «Για μένα, ήταν Τρίτη» με ακρίβεια μέτρου. Ο Noah Centineo αποδεικνύεται η έκπληξη της ταινίας, παίζοντας τον φαντασμένο σταρ των 90s με χρονομετρημένο κωμικό ένστικτο. Ο Cody Rhodes και ο Jason Momoa παίρνουν ελάχιστο χρόνο και βγάζουν τα περισσότερα γέλια.
Αξίζει το εισιτήριο;
Σαν εμπειρία αίθουσας με παρέα, η απάντηση είναι ναι. Σαν ταινία που στέκεται μόνη της, η απάντηση γίνεται πιο σφιχτή, γιατί τα δομικά προβλήματα δεν λύνονται με καλή διάθεση. Είναι η πιο πετυχημένη μεταφορά του franchise μέχρι σήμερα, και ο πήχης που ξεπερνάει βρίσκεται κάπου στα τρία εκατοστά από το έδαφος. Το 1994 και το “The Legend Of Chun-Li” έχουν φροντίσει γι αυτό.
Movie: Street Fighter
Year: 2026
Duration: 119′
Genre: Martial Arts, Superhero, Action
Director: Kitao Sakurai
Noah Centineo, Andrew Koji, Callina Liang, Joe “Roman Reigns” Anoa’i, David Dastmalchian, Cody Rhodes, Eric André, Andrew Schulz, Vidyut Jammwal, Orville Peck, Don Lee, Curtis “50 Cent” Jackson, Jason Momoa
Street Fighter
Γέλιο, χρώμα και ένα καστ που δουλεύει με όρεξη, μέσα σε ένα σενάριο που δεν ξέρει πού πάει. Λείπει η πειθαρχία που θα μετέτρεπε τη φασαρία σε ταινία. Σε μια δεύτερη προσπάθεια, θα ήθελα λιγότερα καλαμπούρια και περισσότερους γύρους.


