Ο Daniel Day-Lewis είναι μια κατηγορία από μόνος του στον χώρο του κινηματογράφου. Μέσα σε τέσσερις δεκαετίες, έκανε την υποκριτική να μοιάζει με πραγματική ιεροτελεστία. Η δέσμευσή του σε κάθε χαρακτήρα ξεπερνούσε τα συνηθισμένα όρια, απαιτώντας από τον εαυτό του την πλήρη παράδοση. Βυθιζόταν τόσο βαθιά στους ρόλους του, που παρέμενε σε αυτούς ακόμα και όταν οι κάμερες έκλειναν, ψάχνοντας τη μέγιστη ακρίβεια σε κάθε του βήμα. Σπάνια συναντάμε τέτοιο επίπεδο επιμονής και κατανόησης στο σύγχρονο σινεμά.
Οι λιγοστές εμφανίσεις του στη μεγάλη οθόνη αποτελούσαν πάντα ένα ξεχωριστό γεγονός. Σκηνοθέτες και κοινό ήξεραν καλά πως η συμμετοχή του σε μια ταινία εγγυάται πάθος και ξεκάθαρη πρόθεση για δημιουργία. Προσέγγιζε κάθε χαρακτήρα με ολοκληρωτική ψυχολογική και σωματική ταύτιση, δίνοντας όλο του το είναι στο εκάστοτε project. Η αφοσίωση αυτή έβγαινε αβίαστα σε κάθε του κίνηση, σε κάθε του βλέμμα, ακόμα και στις σιωπές του.
Το 2017 πήρε την απόφαση να αποσυρθεί από την υποκριτική, κλείνοντας τον κύκλο του με την ίδια ακριβώς συνέπεια που είχε σε όλη του την καριέρα. Η έξοδός του από τα πλατό άφησε ένα τεράστιο κενό, καθώς μιλάμε για έναν δημιουργό που άλλαξε τους κανόνες της ερμηνείας. Ακολουθούν επτά ρόλοι που στέκονται ως ορόσημα και δείχνουν το τεράστιο μέγεθος του ταλέντου του.
Nathaniel “Hawkeye” Poe
The Last of the Mohicans (1992)
Σε μια ξεχωριστή προσέγγιση προς το σινεμά δράσης, ο Day-Lewis ενσαρκώνει τον Nathaniel “Hawkeye” Poe, έναν λευκό άνδρα που μεγάλωσε δίπλα στους Μοϊκανούς κατά τον Γαλλο-Ινδικό Πόλεμο. Για τον συγκεκριμένο ρόλο εκπαιδεύτηκε εντατικά με ιστορικά όπλα και έμαθε να ζει ελεύθερος στη φύση, ρίχνοντας όλο το βάρος στην επιβίωση. Η παρουσία του στο έργο κυριαρχεί απέναντι στους λίγους διαλόγους.

Βλέπουμε έναν ήρεμο προστάτη γεμάτο εσωτερική ένταση, όπου οι καθοριστικές πράξεις του έχουν τον πρώτο λόγο. Το ειδύλλιο με την Cora Munro προσθέτει το απαραίτητο συναίσθημα σε μια ιστορία γεμάτη βία και τιμή, φέρνοντας στην επιφάνεια την ωμή γοητεία του πρωταγωνιστή με τελείως απροσδόκητο τρόπο.
Reynolds Woodcock
Phantom Thread (2017)
Ο Reynolds Woodcock είναι ένας άνθρωπος γεμάτος έλεγχο, στυλ και εσωτερικά μαρτύρια. Στην τελευταία του εμφάνιση πριν την απόσυρση, ο Day-Lewis παίζει τον εμμονικό μοδίστρο με μια ψυχραιμία που σε καθηλώνει. Η τέχνη του είναι υπερβολικά σχολαστική και η ψυχολογία του ταραγμένη, καθώς μπλέκεται σε μια σχέση γεμάτη πάθος και εξάρτηση. Η χημεία του με τη Vicky Krieps φτιάχνει ένα ιδιόρρυθμο παιχνίδι εξουσίας, δυνατών συναισθημάτων και σπάνιας οικειότητας.

Στο “Phantom Thread”, η ερμηνεία του παραμένει αθόρυβη, κοφτερή και αποπνικτική. Ο ηθοποιός θάβει τον πόνο του ρόλου κάτω από μέτρα υφάσματος και καθημερινές τελετουργίες. Η ιστορία φτάνει στη σκοτεινή της κορύφωση, φανερώνοντας την ευαλωτότητα και τη σκληρότητα του χαρακτήρα του. Αυτός ο τελευταίος του ρόλος αποτελεί έναν κινηματογραφικό αποχαιρετισμό γεμάτο ατόφια κομψότητα και μυστήριο.
Bill “The Butcher” Cutting
Gangs of New York (2002)
Παίζοντας τον Bill “The Butcher” Cutting, έχτισε έναν από τους πιο τρομακτικούς χαρακτήρες που έχουμε δει ποτέ στο σινεμά. Βίαιος, γεμάτος χάρισμα και κολλημένος με τις πεποιθήσεις του, ο Bill φαντάζει σαν εφιάλτης βγαλμένος από τα έγκατα της αμερικανικής ιστορίας. Ο αιματοβαμμένος πατριωτισμός του και η σαδιστική του άνεση συγκρούονται με τον Amsterdam Vallon του Leonardo DiCaprio, δίνοντας τεράστια ένταση στις κοινές τους σκηνές.

Στο “Gangs Of New York”, ο ηθοποιός λέγεται πως δούλεψε ως κανονικός χασάπης και κράτησε την περσόνα του Bill σε όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων. Μιλούσε με την ίδια χαρακτηριστική προφορά ακόμα και στα διαλείμματα, δίνοντας στον ρόλο μια αίσθηση τραγικού μεγαλείου. Ο χαρακτήρας λειτουργεί με έναν δικό του στρεβλό κώδικα τιμής και ο Day-Lewis μας κάνει να νιώθουμε όλο το βάρος αυτής της αλήθειας. Η συγκεκριμένη ερμηνεία στέκεται αυτόνομη και προσφέρει μια αυθεντική και αξέχαστη κινηματογραφική εμπειρία.
Abraham Lincoln
Lincoln (2012)
Η απόφαση να παίξεις τον Abraham Lincoln αποτελεί ένα τεράστιο ρίσκο εξαιτίας της ιστορικής βαρύτητας του προσώπου. Ο Day-Lewis αφήνει στην άκρη τις αγιογραφίες και ρίχνει το φως καθαρά στην ανθρώπινη πλευρά του προέδρου. Ο δικός του Lincoln μοιάζει εξαντλημένος, κρατώντας παράλληλα αναλλοίωτη την οξυδέρκεια, το ιδιαίτερο χιούμορ και τη στρατηγική του σκέψη. Η ψηλή, χαρακτηριστική φωνή που υιοθέτησε με βάση τις πηγές της εποχής, ξάφνιασε στην αρχή, καταλήγοντας γρήγορα να γίνει το πιο δυνατό σήμα κατατεθέν του.

Μέσα σε ένα τεράστιο καστ και εξαιρετικά σκηνικά, ο ηθοποιός παραμένει η καρδιά του “Lincoln”. Κάθε του παύση, κάθε βλέμμα και κάθε αφήγηση έχουν μελετηθεί σχολαστικά, σαν να γράφει την ιστορία ακριβώς τη στιγμή που τη ζει μπροστά μας. Η συγκεκριμένη ταινία τού χάρισε το τρίτο του Όσκαρ, τοποθετώντας τον στην κορυφή ως τον μοναδικό άνδρα με τρεις νίκες στον Α’ Ανδρικό Ρόλο.
Gerry Conlon
In the Name of the Father (1993)
Δουλεύοντας ξανά με τον σκηνοθέτη Jim Sheridan, παίρνει τον ρόλο του Gerry Conlon, ενός Ιρλανδού που μπήκε άδικα στη φυλακή για μια βομβιστική επίθεση. Μέσα από την ερμηνεία του στο “In The Name Of The Father”, βγάζει στην επιφάνεια τον εσωτερικό πόλεμο ενός ανθρώπου απέναντι στην αδικία, την απόγνωση και τις προσδοκίες της οικογένειάς του. Σε αυτό το έργο ρίχνει όλο του το βάρος στη συναισθηματική σύγκρουση και τη διαρκή πίεση που βιώνει ο χαρακτήρας του.

Ο πυρήνας της ταινίας χτίζεται πάνω στη σχέση του Gerry με τον πατέρα του, Giuseppe, τον οποίο υποδύεται ο Pete Postlethwaite. Η επαφή τους περνάει από τα νεύρα στην ήρεμη αφοσίωση, βάζοντας την προσωπική απώλεια ως θεμέλιο για το πολιτικό μήνυμα της ιστορίας. Ο Day-Lewis δείχνει την εξέλιξη ενός επιπόλαιου νεαρού σε έναν άντρα που βρίσκει τη φωνή του μέσα στα προβλήματα. Έχουμε να κάνουμε με ένα πορτρέτο τεράστιας αντοχής, γεμάτο σκληράδα, θυμό και βαθιά ανθρωπιά.
Christy Brown
My Left Foot (1989)
Μιλάμε για τον ρόλο που έβαλε τον Day-Lewis για τα καλά στον κινηματογραφικό χάρτη. Παίζοντας τον Christy Brown, έναν άνθρωπο με εγκεφαλική παράλυση που κουνούσε μόνο το αριστερό του πόδι, πήγε την ερμηνεία πολλά βήματα παραπέρα. Αποτύπωσε όλη την απογοήτευση, το χιούμορ και τη δημιουργική δίψα του πραγματικού προσώπου. Στα γυρίσματα του “My Left Foot” ζούσε συνεχώς στο αναπηρικό αμαξίδιο, ζητώντας από το συνεργείο να τον ταΐζει για να νιώθει ακριβώς όπως ο ήρωάς του.

Το τελικό αποτέλεσμα στην οθόνη μοιάζει με κανονική μεταμόρφωση. Η συγκεκριμένη εμφάνιση του έδωσε το πρώτο του Όσκαρ και έφτιαξε τον κανόνα για όλες τις βιογραφικές ταινίες που ακολούθησαν. Εκείνο που σε κρατάει διαρκώς στην ταινία είναι η τεράστια συναισθηματική του ευαισθησία. Οι σκηνές με τη Brenda Fricker, στον ρόλο της μητέρας του, βγάζουν απίστευτη ζεστασιά και δίνουν βάθος σε μια προσέγγιση ολοκληρωτικής ταύτισης.
Daniel Plainview
There Will Be Blood (2007)
Ο Daniel Plainview φαντάζει σαν μια ασταμάτητη δύναμη της φύσης. Στο “There Will Be Blood”, ο Day-Lewis φτιάχνει μια τρομακτική εικόνα της απληστίας, της μοναξιάς και της ηθικής σήψης που φέρνει το κυνήγι της επιτυχίας. Η διαδρομή του αδίστακτου πετρελαιά παίρνει επικές διαστάσεις, θυσιάζοντας τους πάντες για να φτάσει στην κορυφή. Από τη στιγμή που συστήνεται λέγοντας «Είμαι πετρελαιάς», ξέρεις πως παρακολουθείς ένα ρεσιτάλ υποκριτικής ιδιοφυΐας.

Δίπλα στον ανατριχιαστικό ιεροκήρυκα του Paul Dano, ο πρωταγωνιστής χτίζει μία από τις πιο δυνατές κόντρες του σύγχρονου σινεμά. Αυτή η οσκαρική νίκη κρύβει μέσα της τεράστια ένταση και σπουδαίο ψυχολογικό βάθος. Ο Plainview βγάζει στην επιφάνεια τα πιο σκοτεινά ένστικτα του συστήματος, παλεύοντας με πετρελαιοπηγές και ψεύτικους προφήτες. Είναι ο ρόλος που αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο τη βίαιη αφοσίωση και το μαγνητικό χάρισμα του κορυφαίου ηθοποιού.



