Για όλα φταίει ο Φοίβος. Βλέπετε, 13 του Μάη κυκλοφορήσε μία από τις 10 πιο αγαπημένες μου ταινίες, “Tο Κοράκι”. Και δε φτάνει που μου “πήρε το θέμα”, έγραψε δύο κείμενα ο καταραμμένος, τουλάχιστον μου άφησε τον Brandon Lee. Σε μία προσπάθεια εξιλέωσής του, μου θύμισε ότι την ίδια ημερομηνία, το 1988, κυκλοφόρησε το cult έπος, “Maniac Cop”.
Σαράντα σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη της προβολή, η συζήτηση γύρω από την ταινία “Maniac Cop” παραμένει ζωντανή. Το συγκεκριμένο φιλμ καταφέρνει να συνδυάζει τον τρόμο με τη δράση μέσα από μια πολύ ξεκάθαρη και άμεση ματιά. Ο σκηνοθέτης William Lustig δημιούργησε ένα έργο που ξεπέρασε τα στενά όρια των τότε b-movies. Φέρνει το κοινό αντιμέτωπο με τον μεγαλύτερο φόβο του, την προδοσία από τους ανθρώπους που έχουν ορκιστεί να το προστατεύουν. Η ιστορία επικεντρώνεται σε έναν δολοφόνο που φοράει στολή αστυνομικού και σπέρνει τον πανικό στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Σήμερα, η παραγωγή αυτή στέκεται ως ένα εξαιρετικό δείγμα του πώς μια πάναπλη ιδέα μπορεί να χτίσει ένα ολόκληρο σύμπαν.
Βλέποντας την κυκλοφορία σήμερα, κατανοεί κανείς αμέσως τη σημασία της στην ποπ κουλτούρα της δεκαετίας του ογδόντα. Ο σεναριογράφος Larry Cohen έδωσε έμφαση στην αντίδραση της κοινωνίας απέναντι σε έναν ένστολο τιμωρό. Οι πολίτες αρχίζουν να τρέμουν την ίδια την αστυνομία, αλλάζοντας εντελώς τις ισορροπίες στην πόλη. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές δείχνει μια γυναίκα να πυροβολεί έναν απλό αστυνομικό που πλησιάζει για να τη βοηθήσει με το χαλασμένο αυτοκίνητό της. Τέτοιες εικόνες αποδεικνύουν την τόλμη της παραγωγής να αγγίξει ευαίσθητα κοινωνικά αντανακλαστικά. Το έργο δεν αναλώνεται απλά σε αιματοχυσιές, προσφέροντας παράλληλα ένα υποδόριο σχόλιο για την εξουσία. Τα μηνύματα αυτά βρίσκουν άμεση ανταπόκριση ακόμα και στο σημερινό κοινό. Βασικά, περισσότερο σήμερα.
Η χρηματοδότηση και τα γυρίσματα
Η διαδικασία για να βρεθούν τα χρήματα της παραγωγής κρύβει πίσω της μια απρόσμενα δημιουργική στρατηγική. Οι συντελεστές έπρεπε να πείσουν τους επενδυτές για τη δυναμική του πρότζεκτ με ελάχιστα μέσα. Ο Sam Raimi, ο οποίος κάνει ένα μικρό πέρασμα στο φιλμ ως ρεπόρτερ, ανέλαβε να κινηματογραφήσει την παρέλαση του Αγίου Πατρικίου. Χρησιμοποίησε τρεις κάμερες πριν καν ξεκινήσει επίσημα το πρόγραμμα. Αυτό το υλικό παρουσιάστηκε στους χρηματοδότες και αποτέλεσε το κλειδί για να εξασφαλιστεί ο προϋπολογισμός. Το τελικό μοντάζ εκμεταλλεύεται στο έπακρο αυτές τις σκηνές, δίνοντας μια αίσθηση μεγαλείου σε μια κατά τα άλλα περιορισμένη παραγωγή.

Πολλές φορές η μαγεία του σινεμά κρύβει τις πραγματικές συνθήκες πίσω από τις κάμερες. Η πλοκή εκτυλίσσεται θεωρητικά σε κάθε γωνιά της Νέας Υόρκης. Τα πραγματικά γυρίσματα στη συγκεκριμένη πόλη κράτησαν μόλις τρεις ημέρες. Το μεγαλύτερο μέρος της δράσης αποτυπώθηκε σε άλλες τοποθεσίες, διατηρώντας την ψευδαίσθηση μιας αφιλόξενης μεγαλούπολης. Το πρόγραμμα συμβάδιζε με την παραγωγή του “Hit List”, με τις δύο δουλειές να γυρίζονται ταυτόχρονα για λόγους οικονομίας. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης επιστράτευσε ακόμα και τον προσωπικό του γιατρό, Barry Brenner, για να υποδυθεί τον ιατροδικαστή. Έτσι, η παραγωγή κατάφερε να εξοικονομήσει πόρους χωρίς να θυσιάσει τον ρεαλισμό που απαιτούσε η ιστορία. Ο ανεξάρτητος κινηματογράφος βασίζεται ανέκαθεν στην εφευρετικότητα.
Πρόσωπα και ερμηνείες που ξεχώρισαν
Κάθε έργο δράσης χρειάζεται έναν χαρακτηριστικό πρωταγωνιστή, είτε μιλάμε για τον ήρωα είτε για τον κακό. Ο Robert Z‘Dar ανέλαβε τον ρόλο του τρομακτικού αστυνομικού Matt Cordell, φέρνοντας μαζί του ένα στοιχείο τραγικής ειρωνείας. Ο συγκεκριμένος ηθοποιός εργαζόταν στο παρελθόν ως πραγματικός ένστολος στο τμήμα του Σικάγο. Η εμπειρία του αυτή πρόσθεσε μια περίεργη βαρύτητα στις κινήσεις και τη στάση του μπροστά στον φακό. Επιπρόσθετα, τόσο ο ίδιος όσο και ο συμπρωταγωνιστής του Bruce Campbell μοιράζονταν ένα κοινό παρατσούκλι στον χώρο του θεάματος. Οι δύο άντρες ήταν γνωστοί στο Χόλιγουντ ως “The Chin”, εξαιτίας του έντονου και επιβλητικού πηγουνιού τους.
Στον αντίποδα του τέρατος βρίσκεται ο χαρακτήρας του Jack Forrest, τον οποίο ενσαρκώνει ο Bruce Campbell. Ο αγαπημένος ηθοποιός των b-movies παραδέχτηκε αργότερα πως δέχτηκε τον ρόλο καθαρά από οικονομική ανάγκη. Την περίοδο των γυρισμάτων δεν πίστευε καθόλου στην ποιότητα της δουλειάς και θεωρούσε το σενάριο αδύναμο. Σταδιακά, η στάση του άλλαξε, βλέποντας το cult status που απέκτησε ο τίτλος μέσα στα χρόνια. Το όνομα του Campbell έδωσε την απαραίτητη ώθηση στο έργο, προσελκύοντας ένα πολύ συγκεκριμένο και πιστό κοινό. Στο καστ συναντάμε επίσης σπουδαία ονόματα όπως τον Richard Roundtree, γνωστό από τον θρυλικό ρόλο του στο “Shaft”.
Αναλύοντας τις σεναριακές επιλογές, η μεταχείριση του χαρακτήρα του Tom Atkins προκαλεί τεράστια εντύπωση. Ο Atkins υποδύεται τον ντετέκτιβ Frank McCrae, ο οποίος παρουσιάζεται από την αρχή ως ο βασικός ήρωας. Οι θεατές τον ακολουθούν να ξετυλίγει το κουβάρι της υπόθεσης με μεθοδικότητα και ψυχραιμία. Η απόφαση των δημιουργών να σκοτώσουν τον βασικό τους πρωταγωνιστή στα δύο τρίτα της πλοκής αποτελεί ένα κινηματογραφικό σοκ. Αυτή η ανατροπή διαλύει την αίσθηση ασφάλειας του κοινού, αποδεικνύοντας πως κανείς δεν είναι άτρωτος απέναντι στον δολοφόνο. Ανάλογες μικρές λεπτομέρειες, όπως το ότι η πρώτη νεκρή είναι η κόρη του σεναριογράφου, Jill Gatsby, ενισχύουν τον μύθο του τίτλου.
Η πορεία προς την αναγνώριση
Τα εμπόδια κατά τη διάρκεια της διανομής ήταν πολλά και καθοριστικά για το μέλλον του πρότζεκτ. Η κυβέρνηση της Τουρκίας απαγόρευσε την κυκλοφορία με τον αρχικό τίτλο, φοβούμενη την υποβάθμιση του κύρους των τοπικών αρχών. Το φιλμ προβλήθηκε εκεί ως “Searching For A Maniac”, αποσιωπώντας την ιδιότητα του δράστη από τις αφίσες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πρεμιέρα περιορίστηκε σε μεταμεσονύχτιες προβολές και σε σκοτεινές αίθουσες. Τα έσοδα από τα εισιτήρια ήταν απογοητευτικά, μην μπορώντας να καλύψουν καν το αρχικό κόστος παραγωγής. Φαινόταν πως η προσπάθεια θα κατέληγε στα αζήτητα της κινηματογραφικής ιστορίας. Η πραγματική δικαίωση ήρθε λίγο αργότερα από μια άλλη αγορά.

Εκείνη η νέα αγορά του οικιακού βίντεο αποδείχθηκε ο πραγματικός σωτήρας για αυτή την παραγωγή. Η ζήτηση για περιπέτειες και θρίλερ στις κασέτες βίντεο εκτοξεύτηκε στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα. Οι υπεύθυνοι της εταιρείας διανομής είχαν πουλήσει τα δικαιώματα για το εξωτερικό σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές. Πίστευαν πως είχαν στα χέρια τους ένα φθηνό και πρόχειρο κατασκεύασμα, χάνοντας την ευκαιρία για τεράστια κέρδη. Όταν είδαν το τελικό ποιοτικό αποτέλεσμα της εικόνας, οι παραγωγοί μετάνιωσαν πικρά για τις βιαστικές επιχειρηματικές τους κινήσεις. Η τεράστια εμπορική επιτυχία στις ενοικιάσεις άνοιξε τελικά τον δρόμο για τη δημιουργία δύο ακόμα συνεχειών, ικανοποιώντας τη δίψα των θεατών.
Συνοψίζοντας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως η απλότητα συχνά κερδίζει το στοίχημα του χρόνου. Ο δυναμικός συνδυασμός μυστηρίου και αστυνομικής περιπέτειας λειτούργησε άψογα χάρη στο πάθος των συντελεστών. Το έργο δεν στηρίχθηκε σε ατελείωτα εφέ ή υπερβολικούς προϋπολογισμούς για να αφηγηθεί τη σκοτεινή του ιστορία. Βασίστηκε κυρίως στην έντονη ατμόσφαιρα και στις στέρεες ερμηνείες των βετεράνων ηθοποιών του. Ο συγκεκριμένος τίτλος συνεχίζει να ανακαλύπτεται από νέους φανς, κερδίζοντας επάξια τη θέση του στα κλασικά καλτ δημιουργήματα.



