Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Κριτήριο της goth αισθητικής του ’90. Cult δημιουργία και σημείο αναφοράς. Πεδίο θεωριών συνομωσίας. Γεννήτορας μερικών από τα πιο απαίσια sequel που έχουν υπάρξει στην ιστορία του κινηματογράφου, με τελευταίο κρίκο το ανεκδιήγητο remake του 2024. Το “The Crow” του Alex Proyas είναι μια από τις ταινίες που όρισαν εκ νέου την ποπ κουλτούρα, ντύνοντάς τη με μαύρα ρούχα και σκοτεινιάζοντάς την αισθητά. Τριάντα και βάλε χρόνια μετά, η σκιά του πέφτει ακόμα πάνω σε ό,τι προσπαθεί να το μιμηθεί.
Το κόμικ που γεννήθηκε μέσα από το πένθος
Όλα ξεκινούν από την πηγή του “The Crow”, το ομώνυμο κόμικ του James O’Barr. Ένας άνθρωπος που πέρασε αρκετές δυσκολίες μεγαλώνοντας ως ορφανό, οι οποίες δε σταμάτησαν ούτε κατά τον ενήλικο βίο του. Λίγο καιρό πριν καταταγεί στους Πεζοναύτες, έχασε την αρραβωνιαστικιά του σε ένα τροχαίο με μεθυσμένο οδηγό. Ως πεζοναύτης, μεταφέρθηκε στο Βερολίνο. Εκεί σχεδίαζε εικόνες προορισμένες για στρατιωτικά εγχειρίδια, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να αντιμετωπίσει την τραυματική του εμπειρία.

Η έμπνευση για την ιστορία που θα λειτουργούσε ως απόπειρα εξαγνισμού των δαιμόνων του ήρθε απροσδόκητα. Διάβασε την ιστορία ενός ζευγαριού που δολοφονήθηκε από ληστές στο Detroit για ένα δαχτυλίδι πενιχρής οικονομικής αξίας. Αυτό έμελλε να είναι ο καταλύτης για το πρώτο βήμα. Εν τέλει, αν και το “The Crow” γνώρισε μια cult αποδοχή το 1989 όταν και κυκλοφόρησε ως κόμικ, η κάθαρση του δημιουργού του δεν ήρθε ποτέ. Συνέπεια; Οι αυτοκαταστροφικές του συμπεριφορές εντάθηκαν.
Μια σφαίρα που δεν έπρεπε να υπάρχει
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1993, ξεκίνησαν τα γυρίσματα της κινηματογραφικής μεταφοράς του “The Crow”. Με τον Alex Proyas στα σκηνοθετικά ηνία και τον γιο του Bruce Lee, Brandon Lee, στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Όλα έδειχναν να πηγαίνουν εξαιρετικά, μέχρι που η τραγωδία χτύπησε. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι έως τότε ο Proyas δεν είχε κάποια αξιοσημείωτη δημιουργία. Στο βιογραφικό του βρισκόταν ένα ανεξάρτητο post-apocalyptic φιλμ με τίτλο Spirits of The Air, Gremlins of The Clouds.
Στις 31 Μαρτίου εκείνου του έτους όλα γκρεμίστηκαν μέσα σε λίγα λεπτά. Στα γυρίσματα της σκηνής όπου ο Eric δολοφονείται, ο Brandon Lee πυροβολείται κανονικά από ένα όπλο που υποτίθεται πως είχε άσφαιρα. Λόγω της λανθασμένης προετοιμασίας, ένα κομμάτι βλήματος τον διαπέρασε και τον οδήγησε στο χειρουργείο. Έπειτα από έξι ώρες επέμβασης, απεβίωσε. Οι θεωρίες που ήθελαν τους ανθρώπους που κρύβονταν πίσω από τον θάνατο του πατέρα του να ευθύνονται και για αυτό άρχισαν να φουντώνουν. Η ταινία έμοιαζε καταδικασμένη.

Ωστόσο, παρά τις αντίξοες περιστάσεις, έγιναν κάποιες κινήσεις που έβγαλαν το “The Crow” εκτός τέλματος. Με σεναριακές προσαρμογές και τη βοήθεια των ψηφιακών εφέ, η ταινία κατάφερε να περατωθεί και να κυκλοφορήσει στις 13 Μαΐου του 1994. Αν και δε θα γινόταν hit στο box office με τη μία, με τον καιρό τα εισιτήρια αυξήθηκαν και οι εισπράξεις ξεπέρασαν τα πενήντα εκατομμύρια δολάρια. Το υλικό από το μοιραίο πλάνο δεν μπήκε ποτέ στο μοντάζ.
Μαύρο δέρμα, βροχή και ένα κοράκι πάνω από το Detroit
Στα της ταινίας. Σε ένα Detroit ξέχειλο από ανομία, τη Νύχτα του Διαβόλου -30 Οκτωβρίου- ο Eric Draven δολοφονείται από τους βιαστές της αρραβωνιαστικιάς του, Shelley, η οποία και καταλήγει από τα τραύματά της μια νύχτα πριν τον γάμο τους. Έναν χρόνο αργότερα, με τη βοήθεια ενός μυστήριου κορακιού, ο Eric ξαναέρχεται στη ζωή και θυμάται τον θάνατό του. Αποφασισμένος να μην αφήσει ατιμώρητες τις πράξεις των δολοφόνων τους, αρχίζει και ξετυλίγει το κουβάρι των ιθυνόντων. Φτάνει μέχρι τα υψηλά κλιμάκια των εγκληματιών της πόλης με τη βοήθεια του αστυνόμου Albrecht, αναζητώντας εκδίκηση. Παράλληλα, προστατεύει τη μικρή Sarah που είχε σαν κόρη του όσο ζούσε.
Ως ταινία, είναι ακριβώς αυτό που χρειαζόταν ο τότε εμπορικός κινηματογράφος για να «νομιμοποιήσει» τη σκοτεινή υποκουλτούρα στο σελιλόιντ του και να την «κανονικοποιήσει» στα μυαλά των πολλών. Αναφορές στο Κοράκι του Edgar Allan Poe. Φιγούρες ντυμένες με μαύρο δέρμα. Γοτθικές εικόνες νεκροταφείων. Η βροχή που δε σταμάτησε ποτέ πάνω από το Detroit του Proyas έγινε σήμα κατατεθέν του “The Crow” όσο και το μακιγιάζ του Eric. Η εκδίκηση και ο αγνός έρωτας υπερνικούν τις εικόνες παρακμής μιας πόλης η οποία κρέμεται από μια κλωστή. Όλα αυτά ρομαντζάρουν το ’90s goth όπως του πρέπει, και στα χέρια του Proyas γίνεται μια ταινία που συνδυάζει αγνό λυρισμό με καντάρια badassery.

Στο πρόσωπο του Brandon Lee μια ολόκληρη γενιά βρήκε ένα ιδανικό είδωλο. Αυτό του χαρισματικού και ετοιμόλογου εκδικητή με την ευαίσθητη ψυχή, έναν αντι-υπερήρωα με εμφανή την τραγωδία του. Ένα πνεύμα που δρούσε από αγάπη και μπορούσε να γίνει ο χειρότερος εφιάλτης σου αν βρίσκεσαι στη λάθος πλευρά. Καμία συνέχεια και κανένα reboot δε βρήκε ποτέ αντικαταστάτη για αυτή τη φιγούρα.
Ό,τι μένει όταν σβήνουν οι ενισχυτές
Οι σκηνές που σολάρει στην κιθάρα πριν τη σπάσει πάνω στον ενισχυτή στην ταράτσα και η φιγούρα του να καταρρέει στον τάφο της αγαπημένης του δε σε αφήνουν ασυγκίνητο, όσο και να προσπαθήσεις. Το σκοτεινό soundtrack του “The Crow” εξακολουθεί να μας ανατριχιάζει, περιλαμβάνοντας σπουδαία τραγούδια. Μεταξύ αυτών, ο ύμνος “Burn” των The Cure και η grande διασκευή του “Dead Souls” των Joy Division από τους Nine Inch Nails. Δίπλα τους στέκονται οι Pantera με το “The Badge” και οι Stone Temple Pilots με το “Big Empty”.
Είναι δύσκολο να δούμε το μέγεθος του αντίκτυπου που είχε το “The Crow” στη συνείδηση του κοινού. Ακόμα και αν μετρήσουμε τους ανθρώπους που ντύθηκαν σαν τον Brandon Lee για Halloween και Απόκριες, δε θα μπορέσουμε να το αντιληφθούμε. Όσο και να ακούσουμε το “Brandon Lee” των 69 Eyes και το “Black Ghost” των δικών μας W.E.B. Όσο και να δούμε gifs στο διαδίκτυο, η εικόνα του πύρινου κορακιού στέκει ως σύμβολο εκδίκησης στα μυαλά μας. Εξακολουθεί να είναι μια κορυφή σκοτεινή και υπέρλαμπρη σε όλη την παραδοξότητα του συνδυασμού αυτών των δύο.
Από εκείνα τα Χριστούγεννα του 2004 που το είδα σε φθαρμένη βιντεοκασέτα στις Σέρρες και τον Γενάρη του 2006 όταν το πήρα σε αμερικάνικο DVD μέχρι σήμερα, ξέρω ως Φοίβος ότι κάθε φορά που ακούω το “It Can‘t Rain All The Time” θα παίρνω δύναμη και θα συγκινούμαι. Και θα λέω μέσα στο κεφάλι μου «…Eric?».


