Όταν το “Orchid” κυκλοφόρησε το 1995, έμοιαζε σχεδόν παράταιρο για την εποχή του. Τριάντα χρόνια μετά, παραμένει ένας από τους πιο ιδιαίτερους δίσκους που βγήκε ποτέ από το progressive death metal. Ο συνδυασμός ακουστικών περασμάτων με jazz, folk, death και black metal στοιχεία έφερε τα πάνω-κάτω εκείνη την εποχή. Oι Opeth κατόρθωσαν να συνδυάσουν διαφορετικά είδη με έναν τρόπο που κανείς δεν είχε τολμήσει μέχρι τότε. Ένα σχήμα χωρίς εμπειρία, αλλά με το θράσος να συγκεράσουν τεράστιες συνθέσεις, με απότομες αλλαγές και κινηματογραφική ατμόσφαιρα.
Οι πρώτες δυσκολίες
Όλα ξεκίνησαν το 1990 στη Στοκχόλμη, όταν ο David Isberg δημιούργησε το συγκρότημα και κάλεσε τον Mikael Åkerfeldt να συμμετάσχει. Τα υπόλοιπα μέλη διαφώνησαν με αυτή την απόφαση και αποχώρησαν, αφήνοντας τους δυο τους να βρουν νέους μουσικούς. Οι πρώτες συναυλίες συνοδεύτηκαν από άγχος και κακές εμφανίσεις, δημιουργώντας μια αρνητική φήμη γύρω από το όνομά τους στην τοπική σκηνή. Εκείνη την περίοδο αρκετοί τους θεωρούσαν μια μπάντα χωρίς σοβαρές προοπτικές, αγνοώντας το υλικό που ετοίμαζαν στις πρόβες τους. Ο Isberg τελικά έφυγε το 1992, δίνοντας στον Åkerfeldt τον ρόλο του τραγουδιστή. Η προσθήκη του Peter Lindgren στο μπάσο και μετέπειτα στην κιθάρα, σταθεροποίησε τον πυρήνα τους.

Οι πρόβες τους γίνονταν αρχικά σε ένα δημοτικό σχολείο με παλιό εξοπλισμό της δεκαετίας του εξήντα. Εκεί άρχισαν να πειραματίζονται με σκοτεινές θεματολογίες και στίχους που φλέρταραν με τον αποκρυφισμό. Ο ίδιος ο τραγουδιστής παραδέχτηκε αργότερα πως όλα αυτά ήταν απλώς μια προσπάθεια να ταιριάξουν με την αισθητική της εποχής. Η επιλογή των συγχορδιών και των θεμάτων γινόταν με μοναδικό σκοπό να δημιουργήσουν μια απειλητική ατμόσφαιρα που θα ταίριαζε με τα φωνητικά. Κομμάτια όπως το “Forest Of October” πήραν την τελική τους μορφή μέσα από αυτούς τους ατελείωτους πειραματισμούς. Η ταυτότητά τους άρχισε να χτίζεται αβίαστα μέσα από τα δικά τους λάθη και τις διορθώσεις.
Μια δισκογραφική συμφωνία από το πουθενά
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της ιστορίας τους είναι ο τρόπος που κατάφεραν να υπογράψουν συμβόλαιο. Τα οικονομικά τους προβλήματα δεν τους επέτρεπαν να νοικιάσουν κάποιο στούντιο για να γράψουν ένα επαγγελματικό demo. Η λύση δόθηκε μέσα από το δίκτυο ανταλλαγής κασετών που κυριαρχούσε τότε στον underground χώρο. Ο Jonas Renkse των Katatonia είχε στα χέρια του μια ηχογράφηση από πρόβα τους και την έδωσε στον Samoth των Emperor. Εκείνος συμπεριέλαβε μερικά δευτερόλεπτα από το “The Apostle In Triumph” σε μια συλλογή που έφτασε στα γραφεία της Candlelight Records. Αυτά τα ελάχιστα δευτερόλεπτα ήταν αρκετά για να πείσουν τον ιδρυτή της εταιρείας.

Ο Lee Barrett επικοινώνησε μαζί τους και τους πρότεινε κατευθείαν να κυκλοφορήσουν έναν δίσκο. Η εξέλιξη αυτή φάνηκε παράξενη στο συγκρότημα, καθώς είχαν συνηθίσει να απορρίπτονται από διάφορες εταιρείες στις οποίες έστελναν το υλικό τους. Η αναμονή μέχρι την επίσημη κυκλοφορία κράτησε σχεδόν έναν χρόνο, με αποτέλεσμα οι κασέτες να κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι μέσα από το δίκτυο ανταλλαγής των οπαδών. Αυτή η μυστικοπάθεια γύρω από το όνομά τους βοήθησε να χτιστεί ένας μύθος πριν καν φτάσει το άλμπουμ στα δισκοπωλεία. Οι ακροατές άκουγαν κάτι εντελώς καινούργιο και προσπαθούσαν να μάθουν περισσότερες πληροφορίες για αυτούς τους Opeth μέσα από fanzines της εποχής.
Δημιουργία στο ημίφως και μπαράζ ατυχίας
Το στούντιο Unisound βρισκόταν στο υπόγειο ενός μικρού σπιτιού στη μέση μιας πεδιάδας στο Finspång. Η παραγωγή ανατέθηκε στον Dan Swanö, ο οποίος βρέθηκε μπροστά σε μια παρέα μουσικών που είχαν προετοιμαστεί εξαντλητικά. Είχαν κάνει τόσες πολλές πρόβες που μπορούσαν να παίξουν τα κομμάτια στο σκοτάδι χωρίς να βλέπουν τις ταστιέρες τους. Ο βασικός συνθέτης ζήτησε να ηχογραφήσουν τις περισσότερες ώρες μόνο με το φως των κεριών για να μπουν στο κατάλληλο κλίμα. Αυτή η απομόνωση αποτυπώθηκε στον ήχο, δίνοντας του μια φυσική αίσθηση που ξεχώριζε από τις υπόλοιπες παραγωγές εκείνης της χρονιάς.
Στη διάρκεια των ηχογραφήσεων προέκυψαν απρόσμενες στιγμές που εμπλούτισαν το αποτέλεσμα. Ο ντράμερ Anders Nordin ηχογράφησε το πιανιστικό “Silhouette” λίγες ώρες πριν αποχωρήσουν οριστικά από τον χώρο. Ο Swanö έμεινε έκπληκτος από τις ικανότητές του, καθώς κανείς δεν περίμενε από έναν μουσικό αυτού του είδους να παίζει τόσο καλά πιάνο. Το ακουστικό “Requiem” ολοκληρώθηκε αργότερα στη Στοκχόλμη με τη χρήση μιας κλασικής ισπανικής κιθάρας που ο Åkerfeldt δανείστηκε από ένα τοπικό κατάστημα. Το τελικό αποτέλεσμα περιείχε ένα λάθος στο mastering, με το τέλος του ακουστικού κομματιού να κολλάει στην αρχή του “The Apostle In Triumph”.

Τα προβλήματα δεν σταμάτησαν στη διαδικασία του ήχου. Η πρώτη εκτύπωση του εξωφύλλου κυκλοφόρησε χωρίς το λογότυπο του σχήματος στην μπροστινή όψη. Το βιβλιαράκι με τους στίχους τυπώθηκε με λάθος σειρά και τα χρώματα βγήκαν εντελώς διαφορετικά από τον αρχικό σχεδιασμό. Το ίδιο το CD πήρε μια μπλε απόχρωση αντί για μαύρη που είχαν ζητήσει αρχικά. Οι δημιουργοί απογοητεύτηκαν αρχικά από αυτές τις αστοχίες. Οι οπαδοί αγάπησαν αυτή την ιδιαίτερη αισθητική και τη θεώρησαν αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας του δίσκου. Το ροζ λουλούδι στο εξώφυλλο ερχόταν σε πλήρη αρμονία με την παράξενη μουσική που έκρυβε μέσα του.
Η αλλαγή των κανόνων
Μουσικά, η προσέγγισή τους άλλαξε εντελώς τις παραδοσιακές δομές кουπλέ και ρεφρέν. Τα κομμάτια είχαν πολύ μεγάλες διάρκειες, ενσωματώνοντας στοιχεία από την jazz και το παραδοσιακό folk της πατρίδας τους. Οι ακουστικές κιθάρες συνυπήρχαν με τα ακραία φωνητικά και τα βαριά riff, δημιουργώντας ένα σύνολο γεμάτο εντάσεις και υφέσεις. Τραγούδια όπως το “In Mist She Was Standing” έδειξαν ότι ένα συγκρότημα μπορεί να είναι σκληρό και ταυτόχρονα βαθιά μελωδικό χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό του. Η χρήση διπλών κιθαριστικών αρμονιών έδωσε έναν πλούσιο όγκο που παρέπεμπε σε κλασικά rock σχήματα προηγούμενων δεκαετιών.
Η υποδοχή της δουλειάς τους υπήρξε ανάμεικτη στα πρώτα της βήματα. Αρκετοί εκπαιδευμένοι μουσικοί παραπονέθηκαν για την ποιότητα του ήχου και την απουσία μετρονόμου στις ηχογραφήσεις. Οι ακροατές του σκληρού ήχου εντυπωσιάστηκαν από την πρωτοτυπία των συνθέσεων και υποστήριξαν τη μπάντα από την πρώτη στιγμή. Το Orchid άνοιξε τον δρόμο όχι μόνο για τους Opeth αλλά και για τη δημιουργία μιας ολόκληρης σκηνής που αργότερα θα ονομαζόταν progressive death metal. Οι ίδιοι οι δημιουργοί ίσως να μην καταλάβαιναν τότε το μέγεθος του έργου τους, άλλα εκ των υστέρων σίγουρα τους βγήκε σε καλό.



