Με μία ματιά...

Η πορεία των Satyricon είναι μια διαρκής εξέγερση ενάντια στη στασιμότητα. Αρνούμενοι τα στερεότυπα του ακραίου ήχου, σφυρηλάτησαν μια μοναδική, σκοτεινή αισθητική. Η ιστορία τους αποδεικνύει πως το ρίσκο και η αντοχή γεννούν την αληθινή πρωτοπορία.

  • Επαναπροσδιόρισαν το νορβηγικό black metal, μετατρέποντας τον πρωτόγονο ήχο σε μια εκλεπτυσμένη, ατμοσφαιρική και παγκόσμια μουσική δύναμη.
  • Αποτελούν το απόλυτο παράδειγμα καλλιτεχνικής ακεραιότητας, δείχνοντας πώς η διαρκής εξέλιξη νικά τους εφήμερους κανόνες της σύγχρονης βιομηχανίας.
  • Το θρυλικό “Nemesis Divina” και η πνευματική κατάθεση του “Deep Calleth Upon Deep” σφράγισαν την πρωτοποριακή τους ταυτότητα.

Οι Satyricon αποτελούν ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ονόματα στον σκληρό ήχο και μια σταθερή δύναμη που αρνείται να μείνει στάσιμη. Κοιτάζοντας πίσω στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ενενήντα, η νορβηγική σκηνή βρισκόταν σε δημιουργικό αλλά και επικίνδυνο αναβρασμό. Πολλοί μουσικοί αναλώνονταν σε εξωμουσικές δραστηριότητες, χάνοντας συχνά την ουσία. Ο Satyr, ή Sigurd Wongraven, είχε μια εντελώς διαφορετική άποψη για τα πράγματα. Κατάλαβε από νωρίς ότι η πραγματική πρόκληση δεν ήταν ο ανταγωνισμός στον εντυπωσιασμό, αλλά η δημιουργία μουσικής που θα άντεχε πραγματικά στον χρόνο. Αυτή η νοοτροπία τον βοήθησε να κρατήσει αποστάσεις από τις τάσεις της εποχής.

Satyricon: Τα δολοφονικά σημειώματα, οι κόντρες και η γέννηση ενός μύθου

Ξεκινώντας το ταξίδι τους, το συγκρότημα πήρε μια συνειδητή απόφαση να απέχει από τους εμπρησμούς εκκλησιών και την εγκληματικότητα που στιγμάτισαν τον χώρο. Εκείνη την περίοδο, πολλοί θεωρούσαν ότι έπρεπε να αποδείξουν την ακρότητά τους μέσα από παράνομες πράξεις για να κερδίσουν σεβασμό.

Οι Νορβηγοί όμως πίστευαν ότι το ταλέντο τους ήταν αρκετό για να μιλήσει από μόνο του, χωρίς να χρειάζονται τέτοιου είδους αντιπερισπασμούς. Επιλέγοντας να επικοινωνήσουν το μήνυμά τους αποκλειστικά μέσα από τα τραγούδια τους, απέφυγαν τις νομικές περιπέτειες που κατέστρεψαν την καριέρα πολλών συναδέλφων τους. Ήταν μια ώριμη στάση που τους εξασφάλισε τη μακροβιότητα που βλέπουμε σήμερα.

Satyricon: Πώς ξεκίνησαν όλα για το συγκρότημα;

Όλα πήραν μπρος σε μια εποχή όπου η ψηφιακή επικοινωνία ήταν ανύπαρκτη και η διάδοση της μουσικής απαιτούσε τρομερή αφοσίωση. Η επαφή με άλλους μουσικούς και οπαδούς γινόταν αποκλειστικά μέσω αλληλογραφίας, ανταλλάσσοντας κασέτες και χειροποίητα fanzines. Μέσα σε αυτό το ρομαντικό αλλά δύσκολο περιβάλλον, ο νεαρός τραγουδιστής γνώρισε τυχαία τον Dead, τον μυθικό τραγουδιστή των Mayhem.

Η συνάντηση έγινε έξω από μια συναυλία του King Diamond, όπου ο μελλοντικός ηγέτης του σχήματος πουλούσε πειρατικές κασέτες των Metallica για να βγάλει χαρτζιλίκι. Αυτές οι πρώτες επαφές στον δρόμο άνοιξαν τις πόρτες για να μπει βαθύτερα στους στενούς κύκλους της σκηνής.

Σύντομα, η πορεία του διασταυρώθηκε με τον Euronymous, μια από τις πιο αμφιλεγόμενες φιγούρες του χώρου. Η σχέση τους πέρασε από σαράντα κύματα, καθώς στην αρχή υπήρχε ξεκάθαρη ένταση και προσπάθεια επιβολής. Ο Euronymous προσπάθησε να τον εκφοβίσει και να τον ελέγξει, κάτι που συνήθιζε να κάνει στα νεότερα μέλη της κοινότητας.

Όταν όμως κατάλαβε πως απέναντί του είχε έναν άνθρωπο αλύγιστο, με ισχυρό χαρακτήρα που δεν μασούσε, άλλαξε τακτική και προσπάθησε να τον πάρει με το μέρος του. Παρά την αμοιβαία αναγνώριση, κρατούσε πάντα τις επιφυλάξεις του απέναντι σε αυτές τις εξουσιαστικές συμπεριφορές.

Δυστυχώς, αυτή η σχέση σημαδεύτηκε από ένα ανατριχιαστικό παιχνίδι της μοίρας που θα έμενε χαραγμένο στη μνήμη όλων. Την ίδια ακριβώς μέρα που κυκλοφόρησε η είδηση της δολοφονίας του κιθαρίστα των Mayhem, ο frontman βρήκε ένα γράμμα από εκείνον στο γραμματοκιβώτιό του.

Ήταν ένα φιλικό σημείωμα, γεμάτο χρήσιμες πληροφορίες και καλές προθέσεις, το οποίο έκανε το σοκ του θανάτου του ακόμα μεγαλύτερο. Το γεγονός ότι κρατούσε στα χέρια του τα τελευταία λόγια ενός ανθρώπου που μόλις είχε δολοφονηθεί, έδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο πόσο ανεξέλεγκτη είχε γίνει η κατάσταση. Αυτό το σκοτεινό κεφάλαιο έκλεισε οριστικά μια ολόκληρη εποχή αθωότητας.

Πρώτος δίσκος Satyricon: Τι συνέβη στο στούντιο;

Αφήνοντας πίσω τα εξωμουσικά δράματα, το μεγάλο σημείο καμπής ήρθε όταν ολοκληρώθηκε το βασικό δίδυμο του σχήματος. Η γνωριμία με τον Kjetil-Vidar Haraldstad, τον άνθρωπο που όλοι γνωρίζουμε ως Frost, ήταν ακριβώς αυτό που έλειπε για να δέσει το γλυκό.

Ο νέος ντράμερ έφερε μια απίστευτη ταχύτητα και τεχνική στα τύμπανα, προσφέροντας τον τέλειο καμβά για τις συνθέσεις. Αυτή η χαρακτηριστική δυναμική ανάμεσα στην εσωστρέφεια του ενός και την εξωστρέφεια του άλλου, αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά του συγκροτήματος για όλες τις επόμενες δεκαετίες. Μαζί ξεκαθάρισαν γρήγορα το τοπίο, αφήνοντας πίσω τα πρώτα μέλη που δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν τους ρυθμούς τους.

Προχωρώντας στις ηχογραφήσεις του ντεμπούτου τους, τα εμπόδια που συνάντησαν έφτασαν στο σημείο να απειλήσουν την ίδια την ύπαρξη του άλμπουμ. Το “Dark Medieval Times” κινδύνεψε να μείνει μισοτελειωμένο, επειδή η δισκογραφική εταιρεία που τους είχε αναλάβει ξέμεινε ξαφνικά από χρήματα.

Το στούντιο διέκοψε τις εγγραφές, απαιτώντας άμεση πληρωμή για να συνεχίσουν τη δουλειά τους. Μπροστά στο ενδεχόμενο να τιναχτούν όλα στον αέρα, οι δυο φίλοι μάζεψαν ό,τι οικονομίες είχαν και πήραν προσωπικά δάνεια για να εξοφλήσουν τα χρέη. Αυτή η κίνηση απέδειξε πόσο πολύ πίστευαν στο υλικό που είχαν στα χέρια τους.

Φυσικά, το τελικό αποτέλεσμα τους δικαίωσε πανηγυρικά, αφού το άλμπουμ σύστησε στο κοινό μια εντελώς νέα οπτική του σκληρού ήχου. Εκείνο που έκανε τη διαφορά ήταν η απρόσμενη χρήση ακουστικών οργάνων σε ένα κατά τα άλλα επιθετικό περιβάλλον. Ενσωμάτωσαν φλάουτα και ακουστικές κιθάρες, φτιάχνοντας μια ατμόσφαιρα που θύμιζε έντονα τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα, αποφεύγοντας τον τυπικό θόρυβο.

Η συνειδητή επιλογή τους να συνδυάσουν την ωμή ενέργεια με τις παραδοσιακές μελωδίες έδειξε από νωρίς ότι δεν σκόπευαν να ακολουθήσουν την πεπατημένη οδό. Πολλοί προσπάθησαν αργότερα να αντιγράψουν αυτή τη φόρμουλα, αλλά η φυσικότητα της αρχικής ιδέας έμεινε αξεπέραστη.

Ποιοι έπαιξαν στο ιστορικό πρώτο άλμπουμ;

Έπειτα από την επιτυχία του ντεμπούτου, η μπάντα αποφάσισε να εξελίξει τον ήχο της στο δεύτερο της βήμα. Το “The Shadowthrone” άφησε λίγο στην άκρη τα ακουστικά περάσματα και έριξε το βάρος σε πιο γεμάτες ενορχηστρώσεις, ανεβάζοντας αισθητά τον πήχη της παραγωγής. Τα πλήκτρα προστέθηκαν με μεγάλο μέτρο, δίνοντας έναν επικό τόνο χωρίς να πνίγουν ποτέ τον βασικό κιθαριστικό κορμό των τραγουδιών.

Αυτό το σταθερό βήμα εδραίωσε τη θέση τους ανάμεσα στους ηγέτες του χώρου, δίνοντας ξεκάθαρη έμφαση στις δυνατές συνθέσεις αντί για τον απλό εντυπωσιασμό. Εκείνη την περίοδο φάνηκε καθαρά η ικανότητά τους να χτίζουν ατμόσφαιρα χρησιμοποιώντας παραδοσιακές φόρμες.

Παρόλα αυτά, η πραγματική κορύφωση των συνεργασιών ήρθε κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του τρίτου τους δίσκου, ο οποίος λειτούργησε σαν μαγνήτης για ταλέντα. Ο πυρήνας των δημιουργών εμπλουτίστηκε με ονόματα που προκαλούσαν δέος στην κοινότητα, φτιάχνοντας ένα άτυπο supergroup για τις ανάγκες των ηχογραφήσεων.

Ο Nocturno Culto των Darkthrone ανέλαβε χρέη δεύτερου κιθαρίστα, ενώ ο Ihsahn των Emperor προσέφερε τις ικανότητές του στα πλήκτρα για ένα μικρό διάστημα. Η παρουσία αυτών των θρύλων στο ίδιο δωμάτιο έδωσε στο υλικό μια πρωτόγνωρη βαρύτητα, αποδεικνύοντας τον απέραντο σεβασμό που έτρεφαν οι συνάδελφοί τους για τους Satyricon. Ήταν μια μαγική σύμπραξη που δύσκολα θα επαναλαμβανόταν.

Μέσα σε αυτό το δημιουργικό χάος, προέκυψε και μια από τις πιο αστείες, αλλά και κρίσιμες στιγμές στην ιστορία τους. Κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης των τυμπάνων για το “Mother North”, ο Frost αποφάσισε αυθόρμητα να παίξει το βασικό θέμα σε εξωφρενικά γρήγορη ταχύτητα.

Αρχικά οι υπόλοιποι πάγωσαν, νομίζοντας ότι καταστρέφει εντελώς την επική ατμόσφαιρα του τραγουδιού με την υπερβολή του και το άγχος χτύπησε κόκκινο. Μόλις όμως μπήκαν οι φωνητικές γραμμές και ολοκληρώθηκε η αρχική μίξη, διαπίστωσαν όλοι μαζί πως αυτή η φρενήρης ταχύτητα έδωσε στο κομμάτι τον θρυλικό του χαρακτήρα. Ήταν ένα ευτυχές ατύχημα που γέννησε τον απόλυτο ύμνο τους.

Γιατί το “Nemesis Divina” έγραψε ιστορία;

Θεωρώ το “Nemesis Divina” το Magnum Opus τους, τον δίσκο που τους έβαλε οριστικά στο πάνθεον της σκληρής μουσικής και μετά από αυτό τίποτα δεν ήταν ξανά ίδιο. Συνδύασε την ακραία επιθετικότητα με την τεχνική αρτιότητα, παρουσιάζοντας μια μπάντα που πατούσε πλέον γερά στα πόδια της και ήξερε ακριβώς τι ήθελε να πει.

Ο ήχος ήταν κρυστάλλινος και γεμάτος αυτοπεποίθηση, αφήνοντας πίσω του την ερασιτεχνική παραγωγή των πρώτων χρόνων. Αυτό το μνημειώδες έργο απέδειξε περίτρανα ότι η ακραία τέχνη μπορεί να έχει τεράστιες φιλοδοξίες, να γεμίζει στάδια και να διατηρεί ανέπαφη την υψηλή της αισθητική. Ο αντίκτυπός του αντηχεί ακόμα και σήμερα σε αμέτρητες κυκλοφορίες.

Βλέποντας την επιρροή που άσκησε, καταλαβαίνει κανείς γιατί οι “ιστορικοί της μουσικής” το αντιμετωπίζουν με τέτοιο σεβασμό. Το οπτικοακουστικό υλικό που συνόδευσε την κυκλοφορία βοήθησε καθοριστικά το συγκρότημα να βγει οριστικά από το underground στερέωμα. Τα μουσικά κανάλια άρχισαν να προβάλλουν το βίντεο κλιπ, φέρνοντας την αισθητική των νορβηγικών δασών στις οθόνες των τηλεοράσεων σε ολόκληρο τον κόσμο. Η έξυπνη χρήση της εικόνας σε συνδυασμό με την αψεγάδιαστη μουσική εκτέλεση, δημιούργησαν ένα πακέτο που ήταν αδύνατον να αγνοηθεί από το ευρύτερο κοινό. Είχαν πλέον τοποθετηθεί στο κέντρο του παγκόσμιου χάρτη.

Πώς έφτασαν στην κορυφή των charts;

Στη συνέχεια, η πορεία τους τούς βρήκε να αγκαλιάζουν ακόμα περισσότερο το groove, με το “Volcano” να αποτελεί τον μεγάλο θρίαμβο στη χώρα τους. Ο δίσκος σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του, κερδίζοντας τέσσερα βραβεία, συμπεριλαμβανομένου και του Νορβηγικού Grammy, κάτι εντελώς αδιανόητο για τα δεδομένα του είδους λίγα χρόνια πριν.

Κομμάτια γεμάτα ενέργεια τους έφεραν στα ραδιόφωνα και σε ακροατήρια που δεν είχαν ποτέ επαφή με τον σκληρό ήχο. Η ικανότητά τους να γράφουν πιασάρικα τραγούδια χωρίς να χάνουν τη σκοτεινή τους ταυτότητα, αποδείχθηκε το χρυσό εισιτήριο για την τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική αναγνώριση. Εκείνη η στιγμή σηματοδότησε την πλήρη απελευθέρωσή τους.

Αξίζει να σημειωθεί πως καθοριστικό ρόλο σε αυτή την ηχητική μετάβαση έπαιξαν και οι απρόσμενες εξωτερικές συμμετοχές. Η συνεργασία με την τραγουδίστρια Anja Garbarek έδωσε μια εντελώς διαφορετική, σχεδόν τζαζ διάσταση σε επιλεγμένα σημεία του δίσκου. Η αέρινη και ιδιαίτερη φωνή της λειτούργησε αντιστικτικά με τα γρυλίσματα, δημιουργώντας ένα ηχητικό κολάζ που ξάφνιασε ευχάριστα άπαντες.

Αυτή η τολμηρή απόφαση να παντρέψουν φαινομενικά αταίριαστους κόσμους απέδειξε πως η μπάντα δεν φοβόταν να δοκιμάσει οτιδήποτε εξυπηρετούσε το καλλιτεχνικό της όραμα. Ήταν άλλη μια απόδειξη πως τα όρια υπήρχαν μόνο για να τα σπάνε.

Αναφορικά με τις ζωντανές εμφανίσεις, η νοοτροπία τους άλλαξε ριζικά τον τρόπο που το κοινό βίωνε τις συναυλίες, γκρεμίζοντας τους άγραφους κανόνες. Παλιότερα υπήρχε η αντίληψη ότι οι θεατές έπρεπε να παραμένουν σοβαροί και ακίνητοι, για να διατηρείται η σκοτεινή μυσταγωγία του θεάματος.

Ο Satyr κατέρριψε γρήγορα αυτόν τον μύθο, ενθαρρύνοντας τον κόσμο να χτυπηθεί, να τραγουδήσει και να ιδρώσει κατά τη διάρκεια του σόου. Ξεκαθάρισαν έμπρακτα πως ένας δίσκος μπορεί να είναι υψηλή τέχνη, αλλά η συναυλία οφείλει να είναι ωμή διασκέδαση και σωματική εκτόνωση για τον κόσμο. Αυτή η αμεσότητα μετέτρεψε τα live τους σε γιορτή.

Τι κάνει το “Now, Diabolical” να ξεχωρίζει;

Φτάνοντας στο 2006, το “Now, Diabolical” είναι το αγαπημένο μου μέσα από τη μακρόχρονη πορεία τους, ακριβώς λόγω της ωμής του απλότητας. Είναι η στιγμή που πέταξαν οτιδήποτε περιττό, αφήνοντας μόνο το καθαρό, στιβαρό ρυθμικό μέρος να οδηγήσει τα κομμάτια. Ο δίσκος μοιάζει σαν να δημιουργήθηκε με αποκλειστικό σκοπό να προκαλεί ασταμάτητη κίνηση, διαθέτοντας κομμάτια όπως το “K.I.N.G.”.

Αυτή η λιτή, σχεδόν ροκ προσέγγιση απέδειξε περίτρανα πως δεν χρειάζονται ατελείωτες ταχύτητες ή πολύπλοκες ενορχηστρώσεις για να βγάλεις μια συμπαγή και εξαιρετικά απειλητική ατμόσφαιρα. Ένιωθες ότι το σχήμα είχε βρει πλέον την πλήρη άνεση με τον εαυτό του.

Παράλληλα, η κριτική από ένα μέρος του συντηρητικού κοινού έγινε πιο έντονη, κατηγορώντας τους για υπερβολική απλοποίηση των δομών τους. Παρόλα αυτά, η ίδια η μπάντα δεν έδειξε να πτοείται από τα σχόλια, συνεχίζοντας να γεμίζει μεγαλύτερους συναυλιακούς χώρους και φεστιβάλ.

Οι επιρροές από σχήματα όπως οι Celtic Frost ήταν εμφανείς, ενσωματώνοντας έναν αέρα παραδοσιακού heavy metal στο σκοτεινό τους υπόβαθρο. Η επιμονή τους να αγνοούν τις φωνές των νοσταλγών του παρελθόντος τούς επέτρεψε να διευρύνουν τον ορίζοντά τους, φέρνοντας τη μουσική τους σε ανθρώπους από εντελώς διαφορετικούς χώρους. Ήταν μια νίκη της ουσίας απέναντι στις κλειστές ταμπέλες.

Γιατί απομονώθηκαν στα βουνά;

Αναζητώντας συνεχώς νέους τρόπους για να διατηρήσουν τη φλόγα αναμμένη, η διαδικασία σύνθεσης του επόμενου έργου τους απαίτησε δραστικά μέτρα. Έχοντας φτάσει στα όρια της επαγγελματικής εξουθένωσης, ο Satyr απομονώθηκε σε μια ξύλινη καμπίνα ψηλά στα νορβηγικά βουνά για να γράψει το “The Age Of Nero.

Χωρίς ίντερνετ, χωρίς τηλεόραση και με κλειστό το κινητό, η επαφή με τη σιωπή της φύσης λειτούργησε θεραπευτικά. Αυτή η πλήρης αποσύνδεση από τον θόρυβο της καθημερινότητας του επέτρεψε να ξεπεράσει το burnout και να συνθέσει ριφ που ξεχείλιζαν από ανανεωμένη έμπνευση. Η μοναξιά αποδείχθηκε η καλύτερη παρέα σε αυτή τη φάση.

Έχοντας το υλικό στα χέρια τους, αποφάσισαν να κάνουν μια κίνηση ματ και να ταξιδέψουν μέχρι το Λος Άντζελες για την ηχογράφηση. Αντί να κλειστούν στα γνωστά τους στούντιο στη Σκανδιναβία, διάλεξαν να δουλέψουν στα θρυλικά Sound City studios, εκεί όπου γράφτηκε τεράστιο μέρος της παγκόσμιας ροκ ιστορίας.

Η συνεργασία τους με τον παραγωγό Joe Barresi βοήθησε στο να αποκτήσει η μουσική τους έναν ζεστό, οργανικό αναλογικό ήχο. Το πάντρεμα της ευρωπαϊκής σκοτεινής αισθητικής με την αμερικανική παραγωγική κουλτούρα έδωσε στο άλμπουμ μια βαρύτητα που σε χτυπάει κατευθείαν στο στήθος. Απέδειξαν ξανά πως ρίσκαραν συνειδητά τη βολή τους.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη μουσική έκπληξη;

Επιστρέφοντας με το ομώνυμο άλμπουμ “Satyricon” το 2013, είχαν ήδη δείξει σημάδια μιας πιο εσωτερικής και προοδευτικής αναζήτησης, αφήνοντας πίσω τα γκάζια. Εκεί επέλεξαν την αυστηρά αναλογική ηχογράφηση, δίνοντας έμφαση στη ζεστασιά του ήχου και αφήνοντας τις δυναμικές να αναπνεύσουν φυσικά στον χώρο.

Ήταν ένας δίσκος που δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει με την ταχύτητα, αλλά με τις πολυεπίπεδες μελωδίες και τη διάθεση για πειραματισμό. Αυτή η ωριμότητα τους οδήγησε στο να γράψουν κομμάτια που απλώνονταν σε διάρκεια, χτίζοντας μια μελαγχολική αλλά ταυτόχρονα μεγαλειώδη εικόνα στο μυαλό του ακροατή. Έμοιαζε σαν μια επαναπροσδιορισμός της ίδιας τους της ταυτότητας.

Μέσα σε αυτόν τον δίσκο βρισκόταν και η μεγαλύτερη ίσως έκπληξη ολόκληρης της καριέρας τους, προκαλώντας τεράστιες συζητήσεις. Η συνεργασία με τον Sivert Høyem, τον σπουδαίο τραγουδιστή των Madrugada (hot take: έπρεπε να έρθουν οι black metal-άδες για να σε κάνουν άνθρωπο), για τις ανάγκες του κομματιού “Phoenix”, άφησε τον μουσικό κόσμο με το στόμα ανοιχτό.

Η βαθιά, χαρακτηριστική φωνή του έδεσε απίστευτα με τις κιθάρες, φτιάχνοντας ένα τραγούδι που θύμιζε κάτι ανάμεσα σε σκοτεινό ροκ και κινηματογραφικό soundtrack (Κοκκινόπουλε, τι κάνεις; Όλα καλά;). Η απόφασή τους να εντάξουν εξ ολοκλήρου καθαρά φωνητικά σε ένα τραγούδι τους έδειξε περίτρανα πως δεν έχουν κανένα κόμπλεξ να βγουν εντελώς έξω από τα νερά τους. Το ρίσκο απέδωσε θεαματικά.

Φυσικά, η κίνηση αυτή δίχασε ευχάριστα το κοινό, με άλλους να μιλούν για ξεπούλημα και άλλους για αριστούργημα. Το κομμάτι αγαπήθηκε τρελά από ανθρώπους που δεν άκουγαν ακραία μουσική, ενώ οι σκληροπυρηνικοί χρειάστηκαν χρόνο για να χωνέψουν αυτή την αλλαγή ρότας.

Ωστόσο, η ίδια η μπάντα απάντησε πως τέτοιες συνεργασίες προκύπτουν οργανικά όταν ψάχνεις να βρεις το καταλληλότερο όχημα για να εκφράσεις ένα συναίσθημα. Το να παραμένεις δημιουργικά στάσιμος από φόβο για την κριτική των οπαδών, αποτελούσε πάντα τη μεγαλύτερη ήττα στο δικό τους αξιακό σύστημα. Η τέχνη τους προχωρούσε ανεξάρτητα από το τι πίστευαν οι άλλοι.

Πώς ο καρκίνος άλλαξε τη μουσική τους;

Δυστυχώς, μια από τις πιο σκοτεινές καμπές στην προσωπική και επαγγελματική τους ζωή συνέβη όταν ανακοινώθηκε το σοβαρό πρόβλημα υγείας. Η διάγνωση του Satyr με όγκο στον εγκέφαλο το 2015 πάγωσε ολόκληρο τον μουσικό κόσμο, φέρνοντας τη θνητότητα στο προσκήνιο. Αυτή η εξέλιξη άλλαξε εντελώς τον τρόπο που έβλεπε τη ζωή, προσδίδοντας μια πιεστική ανάγκη για επαναξιολόγηση του χρόνου που ίσως του έμενε.

Αντί να παραδοθεί στην απόγνωση, χρησιμοποίησε αυτή την τρομακτική εμπειρία ως καύσιμο για να δώσει στη νέα τους μουσική μια έντονη, σχεδόν χειροπιαστή πνευματικότητα. Οι προτεραιότητες στο στούντιο άλλαξαν δραματικά από εκείνη τη μέρα.

Περνώντας στο “Deep Calleth Upon Deep”, το αποτέλεσμα ήταν ένας δίσκος γεμάτος υπαρξιακές αναζητήσεις, εσωτερικό βάρος και σκοτεινές σκέψεις. Τα ριφ εδώ ακούγονται έντονα μελαγχολικά, οι ρυθμοί συχνά θυμίζουν ένα αργόμολυβο βάδισμα και η γενικότερη ατμόσφαιρα μοιάζει με έναν αποχαιρετισμό ή μια εσωτερική κάθαρση.

Ήταν ίσως η πιο ειλικρινής κατάθεσή τους μέχρι εκείνη τη στιγμή, βγαλμένη μέσα από την αβεβαιότητα της ύπαρξης. Η συμπερίληψη κλασικών οργάνων έδωσε μια εντελώς διαφορετική διάσταση στο τελικό άκουσμα, ενισχύοντας τη μυστικιστική φύση του άλμπουμ σε κάθε του δευτερόλεπτο. Κάθε νότα είχε πλέον ξεκάθαρο λόγο ύπαρξης.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αυτής της περιόδου ήταν η αυστηρότητα με την οποία αντιμετώπισαν το νέο τους υλικό κατά τη διαδικασία της επιλογής. Έχοντας νιώσει το άγγιγμα του θανάτου, ο δημιουργός αποφάσισε να πετάξει στα σκουπίδια τραγούδια που υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν σίγουρες επιτυχίες, προκαλώντας την απορία των συνεργατών του.

Εξήγησε πως δεν τον ενδιέφερε πια να κυκλοφορήσει απλώς καλά τραγούδια, αλλά μόνο όσα είχαν βαθιά πνευματική σημασία. Αυτή η αδιαπραγμάτευτη στάση απέναντι στην ποιότητα εξασφάλισε πως ο δίσκος θα λειτουργούσε ως ένα αληθινό καλλιτεχνικό μανιφέστο, χωρίς καμία απολύτως έκπτωση ή γέμισμα. Η τέχνη νίκησε τον εφησυχασμό.

Ποιοι έπαιξαν μαζί τους πρόσφατα;

Ανατρέχοντας στην τεράστια συναυλιακή τους ιστορία, η ικανότητά τους να στήνουν κορυφαίες εμφανίσεις στηρίχτηκε συχνά και σε σπουδαίους καλεσμένους. Υπήρξε μια περίοδος που χρειάστηκε να βρουν άμεσα αντικαταστάτη για τα τύμπανα σε αμερικανική περιοδεία, λόγω προβλημάτων με τη βίζα του Fost.

Σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή, τη θέση ανέλαβε προσωρινά ο Joey Jordison των Slipknot, δίνοντας μια εντελώς διαφορετική, εκρηκτική πινελιά στα γνώριμα κομμάτια. Η παρουσία ενός τέτοιου μεγέθους πίσω από το κιτ απέδειξε τον τεράστιο σεβασμό που απολάμβανε η μπάντα από ολόκληρο το διεθνές στερέωμα, ανεξαρτήτως μουσικού υποείδους. Οι συναυλίες εκείνες θεωρούνται πλέον συλλεκτικές.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός πως το σχήμα βγήκε εντελώς έξω από τα συνήθη νερά του, στήνοντας μια γέφυρα με την κλασική μουσική. Η σύμπραξη με την Εθνική Όπερα της Νορβηγίας φαινόταν αρχικά αδιανόητη για μια μπάντα που ξεκίνησε παίζοντας σε σκοτεινά υπόγεια με φτηνό εξοπλισμό.

Η μεταφορά των κομματιών τους σε ένα αμιγώς συμφωνικό περιβάλλον δεν ήταν απλώς μια απλή διασκευή, αλλά μια πλήρης επαναδιαπραγμάτευση της ηχητικής τους ταυτότητας. Αυτή η τολμηρή συνεργασία έφερε νέο κόσμο στον σκληρό ήχο, αποδεικνύοντας περίτρανα πως οι συνθέσεις τους κρύβουν μια κλασική παιδεία που στέκεται επάξια δίπλα στα κορυφαία έργα.

Satyr, εσύ superstar

Πέρα από τη μουσική σκηνή, ο πολυπράγμων χαρακτήρας του ηγέτη τους βρήκε διέξοδο και σε εντελώς διαφορετικά επιχειρηματικά μονοπάτια, ξαφνιάζοντας ξανά. Διοχετεύοντας το πάθος του για την τελειότητα, ίδρυσε την εταιρεία Wongraven Wines, μπαίνοντας δυναμικά στον απαιτητικό χώρο της παραγωγής κρασιού.

Αυτό που ξεκίνησε ως ένα ακριβό χόμπι, εξελίχθηκε σε μια εξαιρετικά επιτυχημένη επιχείρηση, με τα κρασιά του να κερδίζουν βραβεία ποιότητας στην Ευρώπη. Η ικανότητά του να χτίζει ένα κορυφαίο brand εκτός μουσικής βιομηχανίας, δείχνει έναν άνθρωπο με τεράστιο όραμα και μια αστείρευτη ανάγκη να δημιουργεί ακατάπαυστα. Είναι η ίδια νοοτροπία που τον έκανε ροκ σταρ.

Κοιτάζοντας το σύνολο της καριέρας τους, αντιλαμβάνεται κανείς ότι κάθε βήμα εξυπηρετούσε μια εσωτερική ανάγκη να πάνε την τέχνη τους ένα βήμα παρακάτω. Οι Satyricon έχτισαν μια σχέση εμπιστοσύνης με τους ακροατές, βασισμένη στην ειλικρίνεια και την ευθύτητα, χωρίς να φοβούνται το κόστος.

Σε αυτό το πείσμα οφείλουν τη μακροβιότητά τους απέναντι στις εφήμερες τάσεις μιας βιομηχανίας που καταναλώνει συγκροτήματα με ταχύτατους ρυθμούς. Η τεράστια προσφορά τους έγκειται στο ότι αρνήθηκαν να γίνουν καρικατούρες του εαυτού τους, προτιμώντας να χάσουν οπαδούς παρά να συμβιβαστούν καλλιτεχνικά. Σήμερα, η ιστορία τους λειτουργεί ως ιδανικό εγχειρίδιο επιβίωσης για κάθε νέο σχήμα.

Artist: Sober On Tuxedos

Album: Good Intentions

Label: Heaven Music

Release Date: 11/12/2020

Genre: Nu Metal, Metalcore

Share.
Χρησιμοποιούμε cookies για να εξατομικεύουμε το περιεχόμενο και τις διαφημίσεις, να παρέχουμε λειτουργίες κοινωνικών μέσων και να αναλύουμε την επισκεψιμότητά μας. Μοιραζόμαστε επίσης πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του ιστότοπού μας με συνεργάτες μας στα κοινωνικά μέσα, τη διαφήμιση και την ανάλυση δεδομένων. View more
Cookies settings
Αποδοχή
Απόρριψη
Πολιτική Απορρήτου
Privacy & Cookies policy
Cookie name Active

Όροι Χρήσης

Η εταιρεία DEPART (εφεξής «Εταιρεία»), ιδιοκτήτρια του παρόντος διαδικτυακού τόπου (εφεξής «Διαδικτυακός Τόπος»), προσφέρει τις υπηρεσίες της υπό τους κάτωθι όρους χρήσης. Η Εταιρεία διατηρεί το δικαίωμα να ενημερώνει ή να τροποποιεί τους όρους χρήσης οποτεδήποτε χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Παρακαλείστε να ελέγχετε τακτικά τους όρους χρήσης για τυχόν αλλαγές. Η χρήση του Διαδικτυακού Τόπου συνιστά αποδοχή των παρακάτω όρων.

1. Χρήση του Διαδικτυακού Τόπου

Η πρόσβαση και η χρήση του Διαδικτυακού Τόπου υπόκεινται στους παρόντες όρους χρήσης. Οι χρήστες οφείλουν να διαβάσουν προσεκτικά τους όρους αυτούς. Σε περίπτωση που δεν συμφωνούν, καλούνται να μην κάνουν χρήση των υπηρεσιών ή του περιεχομένου του Διαδικτυακού Τόπου.

2. Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας

Όλο το περιεχόμενο του Διαδικτυακού Τόπου, συμπεριλαμβανομένων κειμένων, γραφικών, εικόνων και αρχείων, αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του DEPART και προστατεύεται από την ελληνική και διεθνή νομοθεσία. Η αναπαραγωγή, διανομή, τροποποίηση ή χρήση του περιεχομένου για εμπορικούς σκοπούς απαγορεύεται χωρίς την έγγραφη άδεια της Εταιρείας. Επιτρέπεται η αποθήκευση και χρήση τμημάτων του περιεχομένου αποκλειστικά για προσωπική και μη εμπορική χρήση, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρείται η ένδειξη προέλευσης από τον Διαδικτυακό Τόπο.

3. Ευθύνη Χρήστη

Οι χρήστες φέρουν την ευθύνη για οποιαδήποτε ζημία προκαλείται στον Διαδικτυακό Τόπο ή στην Εταιρεία λόγω αθέμιτης ή κακής χρήσης του περιεχομένου ή των υπηρεσιών του.

4. Περιορισμός Ευθύνης

To DEPART δεν φέρει ευθύνη για οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση ζημία προκύψει από τη χρήση του Διαδικτυακού Τόπου. Το περιεχόμενο παρέχεται «ως έχει» και χωρίς εγγύηση ως προς την ακρίβεια, την πληρότητα ή τη διαθεσιμότητά του. Η Εταιρεία δεν εγγυάται ότι οι υπηρεσίες θα παρέχονται αδιάλειπτα ή χωρίς σφάλματα.

5. Υπερσύνδεσμοι (Links)

Ο Διαδικτυακός Τόπος ενδέχεται να περιέχει συνδέσμους προς άλλους ιστότοπους. Το DEPART δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο, τις υπηρεσίες ή την πολιτική προστασίας προσωπικών δεδομένων των ιστότοπων αυτών. Ο χρήστης έχει την ευθύνη να ενημερώνεται για τους όρους χρήσης των εν λόγω ιστότοπων.

6. Cookies

Ο Διαδικτυακός Τόπος ενδέχεται να χρησιμοποιεί cookies για τη βελτίωση της εμπειρίας πλοήγησης. Ο χρήστης μπορεί να ρυθμίσει τον περιηγητή του ώστε να απορρίπτει τα cookies ή να ειδοποιείται για τη χρήση τους. Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να επικοινωνήσετε στο privacy@depart.gr.

7. Εφαρμοστέο Δίκαιο και Δικαιοδοσία

Οι παρόντες όροι διέπονται από το ελληνικό δίκαιο. Οποιαδήποτε διαφορά προκύψει από τη χρήση του Διαδικτυακού Τόπου, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Αθήνας.

Επικοινωνία

Για οποιαδήποτε ερώτηση ή ζήτημα που άπτεται νομικών ή ηθικών θεμάτων, μπορείτε να επικοινωνήσετε με την Εταιρεία μέσω email στο privacy@depart.gr.
Save settings
Cookies settings
Exit mobile version