Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Η βιαστική φωτογράφιση ανέτρεψε τους κανόνες της βιομηχανίας, καθιερώνοντας τον μινιμαλισμό στα εξώφυλλα χωρίς κανένα κείμενο.
- Ο Paul McCartney εμπνεύστηκε την ιδέα και ο σχεδιαστής John Kosh επέβαλε το επαναστατικό εξώφυλλο χωρίς γράμματα.
- Αποτελεί το θριαμβευτικό φινάλε των The Beatles και ένα μνημείο απλότητας που νίκησε τον χρόνο.
Αν πιάσεις κάποιον στον δρόμο και του ζητήσεις να σου περιγράψει ένα εξώφυλλο από έναν δίσκο, είναι αρκετά πιθανό είναι να σου μιλήσει για τέσσερις τύπους που διασχίζουν μια διάβαση. Το “Abbey Road” βγήκε τον Σεπτέμβριο του 1969 και έκανε κάτι που κανείς δεν περίμενε, μετέτρεψε έναν αδιάφορο δρόμο του Λονδίνου σε παγκόσμιο τουριστικό αξιοθέατο. Οι Beatles, ετοίμαζαν την τελευταία τους δουλειά μαζί και αποφάσισαν να βγουν απλώς έξω από το στούντιο. Η εικόνα τους να περπατούν συγχρονισμένα πάνω στις λευκές γραμμές παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο έξυπνες και άμεσες ιδέες στη μουσική. Δεν υπήρχε κανένα τρομερό κόνσεπτ πίσω από αυτό, παρά μόνο μια πρακτική λύση της στιγμής.
Εκείνη την περίοδο, τα πράγματα στο εσωτερικό της μπάντας ήταν οριακά. Οι καυγάδες, τα νομικά προβλήματα και η γενικότερη κατάσταση έδειχναν ότι το τέλος πλησιάζει, παρόλο που η μουσική τους βρισκόταν στην καλύτερή της φάση. Ο Paul McCartney πήρε την πρωτοβουλία να τους μαζέψει ξανά για να φτιάξουν κάτι ξεχωριστό, αφήνοντας στην άκρη τις διαφορές τους.
Μάλιστα, ζήτησαν από τον παραγωγό George Martin να αναλάβει το project με τον κλασικό τρόπο. Παρά το βαρύ κλίμα, η διαδικασία κύλησε ομαλά ακριβώς επειδή όλοι μέσα τους ήξεραν πως αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που δούλευαν μαζί. Η ηχογράφηση ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι, αφήνοντας μόνο την εκκρεμότητα του εξωφύλλου.
Abbey Road: Ποιο ήταν το αρχικό όνομα;
Στην αρχή, το πλάνο για το όνομα του project ήταν εντελώς διαφορετικό και μάλλον υπερβολικά φιλόδοξο. Η αρχική ιδέα ήταν να ονομάσουν τη δουλειά τους “Everest”, παίρνοντας έμπνευση από τη μάρκα των τσιγάρων που κάπνιζε ασταμάτητα ο ηχολήπτης τους Geoff Emerick. Η σκέψη μάλιστα συνοδευόταν από μια πρόταση να ταξιδέψουν μέχρι τα Ιμαλάια για να βγάλουν τη φωτογραφία στους πρόποδες του βουνού.
Ωστόσο, η ιδέα του να μπουν σε αεροπλάνα και να κάνουν ένα τόσο μακρινό ταξίδι απορρίφθηκε πολύ γρήγορα λόγω βαριεστημάρας. Η απόφαση πάρθηκε αστραπιαία όταν κάποιος πρότεινε να βγουν απλώς έξω από την πόρτα τους, δίνοντας στον δίσκο το όνομα του δρόμου όπου βρίσκονταν τα στούντιο. Έτσι, τα μεγαλεπήβολα σχέδια πήγαν περίπατο για χάρη της ευκολίας.
Λίγο καιρό αργότερα, αυτή η βιαστική επιλογή έμελλε να αλλάξει την περιοχή για πάντα. Το ιστορικό κτίριο της EMI Studios, που βρισκόταν στο νούμερο τρία του συγκεκριμένου δρόμου στο Λονδίνο, δεν είχε κάποια ιδιαίτερη φήμη πέρα από το ότι ήταν κοντά σε ένα γήπεδο κρίκετ. Μετά την κυκλοφορία της δουλειάς τους όμως, οι υπεύθυνοι αποφάσισαν να μετονομάσουν επίσημα τις εγκαταστάσεις σε Abbey Road Studios.
Ο χώρος απέκτησε μυθικές διαστάσεις και η τοποθεσία μετατράπηκε σε σημείο συνάντησης για χιλιάδες θαυμαστές που ήθελαν να δουν από κοντά πού γράφτηκε η ιστορία. Αξίζει να σημειωθεί πως το 2003, ορισμένοι προσπάθησαν να αφαιρέσουν το τσιγάρο από το χέρι του McCartney στις αφίσες, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις.
Ποιος τράβηξε τη διάσημη φωτογραφία στη διάβαση;
Ημέρα της φωτογράφισης ορίστηκε η 8η Αυγούστου του 1969 και ο φωτογράφος Iain Macmillan κλήθηκε να κάνει τη δουλειά μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Γύρω στις έντεκα και μισή το πρωί, ένας αστυνομικός σταμάτησε την κίνηση των αυτοκινήτων στη διασταύρωση. Ο Macmillan έστησε μια σκάλα ακριβώς στη μέση του δρόμου, ανέβηκε επάνω και άρχισε να τραβάει. Η μπάντα πέρασε τη διάβαση τρεις φορές πέρα δώθε, δίνοντας στον φωτογράφο την ευκαιρία να βγάλει συνολικά έξι καρέ πριν αρχίσουν να κορνάρουν οι οδηγοί.
Η όλη διαδικασία κράτησε μόλις δέκα λεπτά, αποδεικνύοντας ότι οι πιο εμβληματικές στιγμές συχνά προκύπτουν μέσα από τους πιο αυστηρούς περιορισμούς. Αμέσως μετά, επέστρεψαν στο εσωτερικό του κτιρίου για να συνεχίσουν.
Όσον αφορά το ντύσιμο, τα μέλη του συγκροτήματος δεν είχαν κάποια συγκεκριμένη οδηγία από στιλίστα. Οι John Lennon, Paul McCartney και Ringo Starr επέλεξαν να φορέσουν κομψά κοστούμια του σχεδιαστή Tommy Nutter, δίνοντας μια πιο επίσημη αίσθηση στην εμφάνισή τους. Αντίθετα, ο George Harrison έκανε την ανατροπή και εμφανίστηκε εντελώς χαλαρός, φορώντας τζιν.
Όταν εμφανίστηκαν τα φιλμ, ο McCartney εξέτασε τα δείγματα με έναν μεγεθυντικό φακό και επέλεξε την πέμπτη λήψη. Ήταν το μοναδικό καρέ όπου περπατούσαν με σχεδόν τέλειο συγχρονισμό, σχηματίζοντας καθαρά το σχήμα V με τα πόδια τους σε πλήρη έκταση. Στις άλλες προσπάθειες η απόσταση μεταξύ τους ήταν άνιση ή χαλούσε η σύνθεση.
Γιατί λείπει το όνομα της μπάντας από το μπροστινό μέρος;
Προχωρώντας στο γραφιστικό κομμάτι, ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Apple Records, John Kosh, πήρε μια ριζοσπαστική απόφαση που έφερε τα πάνω κάτω στην εταιρεία. Όταν έλαβε το επιλεγμένο καρέ, αποφάσισε συνειδητά να μην τυπώσει κανένα κείμενο στο μπροστινό μέρος. Ούτε τον τίτλο, ούτε το όνομα του συγκροτήματος.

Όταν ο πρόεδρος της δισκογραφικής είδε το προσχέδιο, έξαλλος του τηλεφώνησε μέσα στη νύχτα, ουρλιάζοντας ότι αυτή η κίνηση θα κατέστρεφε τις πωλήσεις. Ο Kosh απάντησε ψύχραιμα πως η μπάντα ήταν τόσο αναγνωρίσιμη παγκοσμίως, που οποιαδήποτε προσθήκη κειμένου θα φαινόταν απλώς περιττή και φλύαρη. Η σύγκρουση ήταν έντονη και απείλησε τη θέση του νεαρού σχεδιαστή.
Την επόμενη κιόλας μέρα, ο Kosh συναντήθηκε στα γραφεία της εταιρείας με τον George Harrison και του εξήγησε τον χαμό που είχε προηγηθεί. Ο κιθαρίστας άκουσε το πρόβλημα, χαμογέλασε και στήριξε αμέσως την ιδέα του γραφίστα, λέγοντας με χαρακτηριστική άνεση: «Άστο να πάει στο διάολο. Είμαστε οι Beatles».
Αυτή η φράση ήταν αρκετή για να βάλει τέλος στη συζήτηση και να προχωρήσει η εκτύπωση όπως ακριβώς είχε σχεδιαστεί. Η επιλογή αυτή αποδείχτηκε τελικά ιδιοφυής, καθώς ενίσχυσε τη μυσταγωγία της εικόνας και δημιούργησε ένα νέο ρεύμα στη βιομηχανία για μινιμαλιστικά εξώφυλλα. Χωρίς γράμματα να αποσπούν την προσοχή, το μάτι του θεατή εστιάζει κατευθείαν στη δράση και τη γεωμετρία της φωτογραφίας.
Θεωρίες συνωμοσίας: Τι σημαίνουν τα στοιχεία για τον θάνατο του McCartney;
Παρόλα αυτά, μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ τον Οκτώβριο του 1969 στην Αμερική, άρχισε να φουντώνει μια πολύ σκοτεινή φήμη. Πολλοί οπαδοί πίστεψαν ότι ο McCartney είχε χάσει τη ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα τρία χρόνια πριν και είχε αντικατασταθεί από σωσία. Η εικόνα της διάβασης θεωρήθηκε γεμάτη κρυφά μηνύματα και αναλύθηκε με μανία από όσους έψαχναν αποδείξεις.

Το γεγονός ότι περπατούσε ξυπόλητος ερμηνεύτηκε ως ξεκάθαρος συμβολισμός μιας ταφής, καθώς σε ορισμένες κουλτούρες οι νεκροί θάβονται χωρίς παπούτσια. Η πραγματικότητα όμως ήταν αφοπλιστικά βαρετή, αφού η μέρα ήταν απλώς πολύ ζεστή, τα σανδάλια τον στενεύουν και αποφάσισε να τα βγάλει για να νιώθει πιο άνετα. Ο ίδιος αντιμετώπισε την κατάσταση με χιούμορ.
Φυσικά, οι οπαδοί της συνωμοσίας δεν σταμάτησαν στα παπούτσια και πήγαν το σενάριο πολλά βήματα παραπέρα. Διαβάζοντας τη σειρά με την οποία περπατούσαν, είδαν μια κανονική νεκρική πομπή. Ο Lennon στα λευκά ήταν ο ιερέας, ο Starr με το μαύρο κοστούμι ήταν ο εργολάβος κηδειών και ο Harrison με τα τζιν ήταν ο νεκροθάφτης.
Ακόμα και η πινακίδα 28IF ενός λευκού Volkswagen που ήταν παρκαρισμένο στο βάθος, θεωρήθηκε σημάδι ότι ο μουσικός θα ήταν εικοσιοκτώ ετών αν ζούσε. Όλος αυτός ο παραλογισμός λειτούργησε ως η καλύτερη δωρεάν διαφήμιση, εκτοξεύοντας τις πωλήσεις σε δυσθεώρητα ύψη. Ο μύθος είχε ήδη νικήσει την αλήθεια στη συνείδηση του κοινού.
Ποιοι είναι οι άγνωστοι που φαίνονται στο εξώφυλλο;
Μέσα στο κάδρο της θρυλικής λήψης δεν υπάρχουν μόνο οι τέσσερις μουσικοί, αλλά και μερικοί ανυποψίαστοι άνθρωποι που βρέθηκαν εκεί κατά τύχη. Στο πεζοδρόμιο στα δεξιά, διακρίνεται η φιγούρα ενός Αμερικανού τουρίστα ονόματι Paul Cole. Εκείνο το πρωί είχε βαρεθεί τις ξεναγήσεις της γυναίκας του, έπιασε κουβέντα με έναν αστυνομικό και απλώς χάζευε τους τέσσερις τύπους που πηγαινοέρχονταν στον δρόμο.

Έμαθε ότι συμμετείχε σε ένα τόσο σημαντικό γεγονός αρκετούς μήνες μετά, όταν η σύζυγός του αγόρασε το βινύλιο για να μάθει ένα τραγούδι. Η τυχαία παρουσία του αποτελεί ίσως το πιο διάσημο photobombing που έχει καταγραφεί ποτέ στην ιστορία της ποπ κουλτούρας. Κανείς δεν περίμενε μια τέτοια εξέλιξη.
Κοιτάζοντας στην αριστερή πλευρά της φωτογραφίας, πάνω στο πεζοδρόμιο, ξεχωρίζουν τρεις ακόμα φιγούρες που στέκονται δίπλα στην πύλη. Ήταν μια παρέα εργατών που έκαναν εργασίες ανακαίνισης μέσα στα στούντιο εκείνη την περίοδο. Καθώς επέστρεφαν από το διάλειμμά τους, είδαν την κίνηση έξω και στάθηκαν για να παρακολουθήσουν από περιέργεια το σκηνικό.
Ο φωτογράφος τούς έκανε νοήματα να φύγουν από το πλάνο, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν να κουνηθούν ρούπι. Χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα για τη βαρύτητα της στιγμής, επέλεξαν να μείνουν στη θέση τους και κέρδισαν άθελά τους μια θέση στην αιωνιότητα. Όλοι αυτοί οι καθημερινοί άνθρωποι συμπληρώνουν αρμονικά τον ρεαλισμό της σύνθεσης.
Οπισθόφυλλο “Abbey Road”: Τι δείχνει η φωτογραφία στο πίσω μέρος του βινυλίου;
Γυρίζοντας τον δίσκο από την άλλη πλευρά, συναντάμε μια εντελώς διαφορετική εικόνα με τη δική της ξεχωριστή ιστορία. Αφού τελείωσαν με τη διάβαση, ο φωτογράφος αναζήτησε την ιδανική πινακίδα με το όνομα του δρόμου, η οποία έπρεπε να είναι χτισμένη με παλιά πλακάκια μέσα σε τούβλινο τοίχο.

Τη βρήκε στο άλλο άκρο της οδού και ξεκίνησε να τραβάει, μέχρι που μια κοπέλα με μπλε φόρεμα πέρασε γρήγορα από μπροστά του. Αν και αρχικά εκνευρίστηκε με τη διακοπή, αυτή η λήψη φάνηκε η πιο ενδιαφέρουσα στο συγκρότημα και επιλέχθηκε αμέσως. Η πινακίδα αυτή δεν υπάρχει πια, καθώς οι πολυκατοικίες της περιοχής κατεδαφίστηκαν και αναμορφώθηκαν πλήρως τη δεκαετία του εβδομήντα. Πάνω της προστέθηκε μεταγενέστερα η λέξη Beatles.
Σήμερα, το συγκεκριμένο σημείο στο Λονδίνο παραμένει ένας χώρος λατρείας για τους λάτρεις της μουσικής από κάθε γωνιά του πλανήτη. Καλλιτέχνες όπως οι Red Hot Chili Peppers με το περίφημο EP τους, έχουν αποτίσει φόρο τιμής ή έχουν παρωδήσει το διάσημο στιγμιότυπο με τον δικό τους τρόπο.
Ο ίδιος ο McCartney σατίρισε τις φήμες κυκλοφορώντας έναν live δίσκο που απεικόνιζε τον εαυτό του στη διάβαση με τον σκύλο του. Τελικά, μια ιδέα που γεννήθηκε μέσα σε λίγα λεπτά κατάφερε να επιβιώσει στον χρόνο, αποδεικνύοντας ότι η απλότητα συχνά κερδίζει τις πιο πολύπλοκες παραγωγές.



