Στο πάνθεον των ταινιών που βλέπεις ξανά και ξανά χωρίς να βαριέσαι, το “The Big Lebowski” κατέχει σίγουρα μια από τις υψηλότερες θέσεις. Είναι ένα έργο που σε τραβάει στον χαοτικά υπέροχο κόσμο του όσες φορές κι αν το πετύχεις μπροστά σου. Η συχνά χρησιμοποιημένη φράση «καλτ φαινόμενο» μοιάζει να έχει φτιαχτεί αποκλειστικά για την περίπτωση των αδερφών Κοέν. Τα White Russian, οι προσβολές προς τους Eagles και οι μουσικές των Creedence Clearwater Revival έχουν ριζώσει για τα καλά στο συλλογικό ασυνείδητο της σύγχρονης ποπ κουλτούρας.

Ο “Μεγάλος Λεμπόφσκι” εμφανίστηκε στις οθόνες το 1998 και, ακριβώς όπως ο χαρακτήρας του Jeff Bridges σε έναν ρόλο ζωής, άφησε αρχικά αμήχανους το κοινό και τους κριτικούς. Πολλοί αναρωτήθηκαν τι ήθελε να πει αυτή η χαλαρή ιστορία με τους τόσο ετερόκλητους χαρακτήρες. Σύντομα η εικόνα ξεκαθάρισε και ο Λεμπόφσκι αναγνωρίστηκε ως ένα εκπληκτικό κινηματογραφικό κολάζ που αγκαλιάζει κάθε θεατή, ένα φιλμ φτιαγμένο από αληθινούς εραστές του σινεμά. Το μεράκι των αδελφών Κοέν ξεχειλίζει σε κάθε καρέ της ταινίας. Αν και οι επικριτές τους συχνά τους καταλογίζουν έλλειψη ζωντάνιας, μια προσεκτική ματιά κάτω από το μικροσκόπιο αποδεικνύει το αντίθετο.
Ένα ιδιότυπο νουάρ με ρόμπα και πέδιλα
Το συγκεκριμένο φιλμ αποτελεί στην πραγματικότητα ένα ιδιότυπο νουάρ. Οι Κοέν συνδιαλέγονται με πολλά κομμάτια της κινηματογραφικής ιστορίας, αλλά η συμπάθεια στο αγνό κλασικό νουάρ δεν κρύβεται ήδη από το “Blood Simple”. Μόνο που εδώ, αντί για ντετέκτιβ, έχουμε έναν γεροντοχίπη και τεμπέλη της κοινωνίας των 80s, τον περίφημο Τζέφρι “The Dude” Λεμπόφσκι. Στον αντίποδα βρίσκεται ο συνονόματός του, ένας εκατομμυριούχος «νικητής» του συστήματος.
Πρόκειται για μια διαμάχη δεκαετιών, όπου το ‘60 αναμετράται με το ‘80 στο γήπεδο του 1991, την εποχή που ξεκινούσε ο πόλεμος του Κόλπου. Το ματς είναι Ρηγκανισμός εναντίον Χιπισμού. Η νουάρ ατμόσφαιρα είναι άλλοτε απτή και άλλοτε μασκαρεμένη στους διαλόγους με ρυθμό πολυβόλου, καθώς όλα περιστρέφονται γύρω από ένα κατουρημένο χαλί. Αυτό το μπλέξιμο του λούζερ με τον πλούσιο δημιουργεί ένα μοναδικό μείγμα που θα απολαύσουμε στην επικείμενη προβολή.

Ο πρωταγωνιστής δεν φοράει καπαρντίνα, αλλά ρόμπα, βερμούδα και πλαστικά πέδιλα. Το αυτοκίνητό του είναι ένα χιλιοταλαιπωρημένο Φορντ Τορίνο, μια ξεκάθαρη επέκταση της προσωπικότητάς του. Η οπτική του ατζαμή που μπλέκεται σε ένα μυστήριο δεν είναι πρωτότυπη, όμως εδώ διαφοροποιούνται τα υπέροχα μούτρα που εμφανίζονται στην οθόνη. Ο Dude δέχεται τις ειρωνείες των άλλων με ένα «νεκρό» βλέμμα ή με ατάκες όπως το «Well, yeah that’s just your opinion, man». Αυτό το στυλ έχει γίνει πρακτικά μάντρα για όσους λατρεύουν την ταινία και είναι πολλοί.
Στον αντίποδα έχουμε την προσωπικότητα του Γουόλτερ Σόμπτσακ. Σε έναν ρόλο ζωής για τον John Goodman, ο κολλητός του Dude εκπροσωπεί την οπτική των 60s από την άλλη πλευρά. Είναι ένας εκρηκτικός βετεράνος του Βιετνάμ που με τις παρεμβάσεις του σχεδόν πάντα χειροτερεύει την κατάσταση. Γεμάτος ψεύτικη αυτοπεποίθηση και μάτσο μπραβάντο, αποτελεί την προσωποποίηση εκείνου που έχει καλές προθέσεις, αλλά τελικά κατορθώνει να τα κάνει σκατά.

Ο χαρακτήρας αυτός είναι εμπνευσμένος από μια άλλη μεγάλη χολιγουντιανή περσόνα, τον σκηνοθέτη John Milius, που γνωρίζουμε από τα “Αποκάλυψη Τώρα” και “Κόναν ο Βάρβαρος”. Η εμφάνισή του μας θυμίζει ακριβώς αυτή τη φιγούρα: τετράγωνο κούρεμα, πορτοκαλί φακοί στα γυαλιά και στρατιωτικά τζάκετ. Η larger than life συμπεριφορά του Goodman δένει άψογα με τις κινηματογραφικές συμβάσεις των Κοέν, δημιουργώντας έναν αξέχαστο χαρακτήρα.
Η σύγκρουση δύο κόσμων στο γήπεδο των 90s
Κάτι ανάλογο συνέβη και με τον χαρακτήρα του Dude, ο οποίος είναι εμπνευσμένος εν μέρει από τη φοβερή προσωπικότητα του Jeff Dowd. Ο Dowd υπήρξε πολιτικός ακτιβιστής κατά την περίοδο του πολέμου στο Βιετνάμ και μέλος των «Seattle Seven», της γνωστής οργάνωσης που δρούσε εκείνη την εποχή. Ο Λεμπόφσκι αναφέρει σε ανύποπτο χρόνο τη συμμετοχή του στην ομάδα, φωτογραφίζοντας ξεκάθαρα τη ζωή του Dowd.
Σαφέστατα, και οι υπόλοιπες φιγούρες αφήνουν το στίγμα τους στην επικείμενη προβολή. Από τη διακριτική παρουσία του Steve Buscemi ως Ντόνυ, μέχρι την υπέρτατη μορφή του Jesus Quintana που ενσαρκώνει ο John Turturro και μένει αξέχαστος μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Το πέρασμα των τριών μηδενιστών με τον Flea των Red Hot Chili Peppers και τον Peter Stormare, αλλά και η Julianne Moore ως Maude Lebowski, ανατρέπουν κάθε κλισέ των νουάρ.

Η Maude μεταμορφώνεται από femme fatale σε μια δυναμική φεμινίστρια καλλιτέχνη που φέρνει σε δύσκολη θέση το άλλο φύλο. Η συναναστροφή του Dude μαζί της γεννά μια σουρεάλ φαντασίωση με μπόουλινγκ, μουσικές του Kenny Rogers και τον Σαντάμ Χουσεΐν να μοιράζει παπούτσια. Όλα αυτά δένουν με τη θεσπέσια φωνή του Sam Elliott στον ρόλο του ανώνυμου αφηγητή-καουμπόι.
Λίγες ταινίες μπορούν να καυχηθούν ότι έχουν δημιουργήσει ένα τόσο μεγάλο καλτ κοινό, ώστε να διαθέτουν μέχρι και θρησκεία στο όνομά τους. Η στάση ζωής του Λεμπόφσκι έχει μετατραπεί πρακτικά σε μια «τεμπέλικη Βίβλο» και τα Lebowski Fest στις ΗΠΑ καταρρίπτουν τα όρια της απλής κινηματογραφικής ψυχαγωγίας. Αν θα ασπαζόμασταν τον Dude-ισμό δεν το ξέρουμε ακόμα, αλλά σίγουρα δεν θα χάσουμε την ευκαιρία να δούμε ξανά ένα φιλμ που παραμένει χορταστικό, παράξενο και υπερβολικά αστείο. Όλα αυτά τα στοιχεία θα τα ξαναβρούμε, αφού κάθε φορά ου θα τηβλέπουμε, η ταινία θα μοιάζει τόσο φρέσκια όσο την πρώτη φορά.
