Με τον Χρήστο το είχαμε συζητήσει κάποια στιγμή το “Bergtatt – Et eeventyr i 5 capitler”. Μου έλεγε πόσο σπουδαίος δίσκος είναι, όχι ότι διαφωνούσα, απλώς είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που τον είχα ακούσει πραγματικά προσεκτικά. Εκεί που στάθηκε περισσότερο ήταν στο πόσο φρέσκο ακούγεται ακόμη και τώρα. Και είχε απόλυτο δίκιο. Αν σκεφτεί κανείς ότι το ντεμπούτο των Ulver κυκλοφόρησε το 1995, στην καρδιά του δεύτερου κύματος του black metal και μάλιστα στο γεωγραφικό του επίκεντρο, τη Νορβηγία, και δη το Όσλο, τότε όσα πέτυχε η μπάντα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Η ιστορική χρονική στιγμή του άλμπουμ είναι ουσιαστική. Ηχογραφημένο στα τέλη του 1994, το “Bergtatt – Et eeventyr i 5 capitler” εμφανίστηκε σε μια περίοδο όπου το νορβηγικό black metal είχε ήδη διαμορφώσει την εικόνα του. Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να αναφερθεί κανείς στο ποιοι δίσκοι είχαν κυκλοφορήσει εκείνη την περίοδο και στο πόσο σπουδαίοι υπήρξαν πραγματικά. Αδιάκοπο ξύσιμο, ψυχρή ατμόσφαιρα, ακατέργαστη παραγωγή και προσύλωση σε μια διάθεση προκλητικά εχθρική απέναντι σε οποιονδήποτε. Χονδρικά, αυτή ήταν η συνταγή που ακολουθούσαν τα black metal σχήματα της εποχής, και καλά έκαναν, αφού εντός του πλαισίου του είδους λειτουργούσε άψογα.
Enter Ulver. Οι λύκοι ανήκαν στο ίδιο γενεαλογικό και γεωγραφικό πλαίσιο, όμως αντιλαμβάνονταν το black metal ως αφηγηματικό μέσο και αποφάσισαν να χτίσουν ένα έπος σε πέντε μέρη, διατυπωμένο σε αρχαϊκή γλώσσα και δομημένο με σχεδόν λογοτεχνικούς όρους. Σε αντίθεση με πολλές μπάντες της γενιάς τους, αντιμετώπισαν τη μουσική ως έναν χώρο όπου ο ήχος, η γλώσσα και ο ρυθμός μπορούσαν να οργανωθούν με στόχο να υπηρετήσουν μια ιστορία, όχι απλώς μια στάση. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άλμπουμ που ξεχώριζε χωρίς να τοποθετείται ανοιχτά απέναντι στη σκηνή από την οποία προήλθε.
Αυτή η προσέγγιση δεν ήταν τυχαία. Οι Ulver μπήκαν στο Endless Lydstudio ως μια μπάντα που είχε πρόσφατα υποστεί σημαντικές εσωτερικές αλλαγές. Το προηγούμενο υλικό της φανέρωνε φιλοδοξία, αλλά και υπερβολή, με πολλές ιδέες να μοιάζουν σαν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την προσοχή. Όταν το “Bergtatt” άρχισε να παίρνει μορφή, η σύνθεση είχε μετατοπιστεί προς μια πιο λιτή λογική. Ο Kristoffer “Garm” Rygg παρέμεινε η κεντρική φιγούρα, όμως οι μουσικοί που τον πλαισίωναν επιλέχθηκαν με στόχο να υπηρετήσουν ένα πιο αποσαφηνισμένο όραμα. Ο Håvard Jørgensen, ειδικότερα, λειτούργησε ως σταθερά, φέρνοντας μια ακουστική κατεύθυνση και μια κατανόηση της ενορχήστρωσης που αποδείχθηκαν θεμελιώδεις για το άλμπουμ.
Η αφήγηση, εμπνευσμένη από τη σκανδιναβική παράδοση αλλά χωρίς ίχνος ρομαντικοποίησης, ακολουθεί μια νεαρή κοπέλα που χάνεται, συνειδητοποιεί, καταδιώκεται, πείθεται και τελικά απορροφάται από το βουνό. Αυτή η εξέλιξη στηρίζεται σε μια μακρά παράδοση παραμυθιών της Βόρειας Ευρώπης, στις οποίες η φύση λειτουργεί ως ενεργή δύναμη. Τα δάση και τα βουνά είναι χώροι αμφισημίας, ικανοί τόσο για καταφύγιο όσο και για καταστροφή. Στο “Bergtatt – Et eeventyr i 5 capitler”, αυτά τα στοιχεία δεν προστίθενται στη μουσική ως μεταφορές, αλλά συνιστούν το πλαίσιο που καθορίζει τη συμπεριφορά της.
Οι τίτλοι των κεφαλαίων λειτουργούν ως σημεία αναφοράς. Το “I troldskog faren vild” δημιουργεί αποπροσανατολισμό, ενώ το “Soelen gaaer bag aase need” σηματοδοτεί τη μετάβαση από την ασφάλεια στον κίνδυνο. Το “Graablick blev hun vaer” εισάγει την επίγνωση και τον φόβο, αλλάζοντας αισθητά τον τόνο του άλμπουμ και το “Een stemme locker” μεταφέρει το βάρος από την καταδίωξη στην πειθώ. Τέλος, το “Bergtatt – ind i fjeldkamrene” ολοκληρώνει την αφήγηση χωρίς διέξοδο.
Η γλώσσα είναι ένα από τα πιο κομβικά στοιχεία του άλμπουμ. Η χρήση της αρχαϊκής δανικής-νορβηγικής τοποθετεί την ιστορία εκτός του σύγχρονου χρόνου, με τρόπο που παραπέμπει σε μια αφήγηση που λέγεται και ξαναλέγεται. Αυτή η επιλογή επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούμε με το άλμπουμ. Λόγω της μη κατανόησής τους, οι στίχοι λειτουργούν αρχικά ως ρυθμός, επιτρέποντας στη φωνή να δουλεύει ως όργανο. Αυτή η απόσταση αποτυπώνει την ίδια την αφήγηση: παρατηρούμε τα γεγονότα να ξεδιπλώνονται, αντί να τα βιώνουμε μέσω του πρωταγωνιστή.
Φωνητικά, ο Garm προσαρμόζει πλήρως την ερμηνεία του στις απαιτήσεις του άλμπουμ. Καθαρά, ψίθυροι και brutal χρησιμοποιούνται επιλεκτικά, όχι για να μας δείξει το εύρος του, αλλά ως κατάλληλοι χρωματισμοί βάσει ιστορίας. Όταν η αφήγηση κινείται σε στιγμές ηρεμίας, η φωνή του μαλακώνει και όταν η απειλή γίνεται αισθητή, αποκτά ένταση. Το “Soelen gaaer bag aase need” αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διττότητας, με αντιθέσεις που ενισχύουν τη μετάβαση από την ηρεμία της ημέρας στον νυχτερινό κίνδυνο.
Η ενορχήστρωση παίζει παρόμοιο ρόλο, με τη συμπερίληψη του φλάουτου και του πιάνου να επεκτείνει την ηχητική γκάμα του άλμπουμ χωρίς να το κατακλύζει. Αυτά τα στοιχεία εισάγονται με φειδώ, συχνά σε στιγμές όπου η ιστορία απαιτεί διεύρυνση της προοπτικής ή χαλάρωση της έντασης. Έτσι, αξιοποιούνται ως αφηγηματικά μέσα, περιγράφοντας το περιβάλλον, την απόσταση ή τη σύγκρουση. Αυτή τη λογική ενισχύουν περαιτέρω και οι επιλογές στην παραγωγή. Σε σύγκριση με πολλές black metal κυκλοφορίες της εποχής, το “Bergtatt” ακολουθεί διαφορετική κατεύθυνση. Τα όργανα είναι διακριτά, οι μεταβάσεις ξεκάθαρες και οι δυναμικές αλλαγές διατηρούνται. Αυτό δεν γίνεται για να καταστεί ο δίσκος πιο προσιτός, αλλά για να υπηρετηθεί η αφηγηματική συνοχή.
Ίσως ο μύθος του “Bergtatt – Et eeventyr i 5 capitler” να γιγαντώθηκε και από το γεγονός ότι οι Ulver δεν επιχείρησαν ποτέ να επαναλάβουν κάτι παρόμοιο. Ακόμη κι αν το έκαναν, δεν θα ήταν παράλογο, αφού το άλμπουμ κέρδισε γρήγορα την εκτίμηση του κοινού μετά την κυκλοφορία του. Ο αντίκτυπός του στη σκηνή εντοπίζεται κυρίως στη μέθοδό του. Το “Bergtatt” έδειξε ότι το black metal μπορούσε να φιλοξενήσει αφηγηματική δομή και folk στοιχεία χωρίς να αλλοιώνει τον χαρακτήρα του. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές μπάντες του ατμοσφαιρικού και folk black metal το αναφέρουν έκτοτε ως βασική επιρροή.
Για μια τέτοια κυκλοφορία, το εικαστικό δεν γινόταν να αντιμετωπιστεί ως δευτερεύον στοιχείο. Το υλικό που συνόδευσε το “Bergtatt” απέφυγε τον εντυπωσιασμό και έδωσε έμφαση στην ατμόσφαιρα. Αυτή η προσέγγιση συνάδει με την εστίαση του άλμπουμ στη λαογραφία και την αφήγηση, επεκτείνοντας την ιστορία πέρα από τον ήχο και στην ίδια την παρουσίασή της.
Έτσι, ευθυγραμμίζοντας ιστορία, γλώσσα, δομή και παραγωγή, οι Ulver παρουσίασαν ένα ντεμπούτο που λειτουργεί ως παράδειγμα του πώς η αφήγηση μπορεί να οργανώσει τον ήχο. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, παραμένει σημείο αναφοράς για το νορβηγικό -και όχι μόνο- black metal και για τη σχέση του είδους με τη σκανδιναβική λαϊκή παράδοση. Αυτή ακριβώς η προσέγγιση, και όχι κάποιο μεμονωμένο μουσικό χαρακτηριστικό, είναι που καθορίζει τη σημασία του. Το “Bergtatt” παραμένει ντοκουμέντο μιας μπάντας που αντιμετώπισε την ατμόσφαιρα ως αρχιτεκτονική και τη λαογραφία ως δομή, και απομακρύνθηκε πριν αυτή η μέθοδος μετατραπεί σε φόρμουλα.
