Αυτό το ερώτημα, ομολογώ, με βασανίζει εδώ και χρόνια και ακόμη δεν είμαι βέβαιος αν έχω καταλήξει σε κάποια οριστική απάντηση. Έτσι, στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσω πρωτίστως να δώσω μια απάντηση στον ίδιο μου τον εαυτό, μέσα από μια σειρά σκέψεων. Προειδοποίηση: πρόκειται για σκέψεις και όχι για επιχειρήματα που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης, αφού ακόμη και η ίδια η σύνταξη ενός τέτοιου κειμένου δεν είμαι βέβαιος ότι αποτελεί καλή ιδέα.
Ξεκινώντας, θα δώσω την απάντηση που συνηθίζω όταν με ρωτούν αν διαχωρίζω τον καλλιτέχνη από το έργο του. Διαχωρίζω τον εαυτό μου, όχι εκείνον. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτό μπορεί να εκληφθεί ως παιχνίδι με τις λέξεις, όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Και θα φέρω ως παράδειγμα τον Burzum: στο μυαλό μου συνυπάρχουν ταυτόχρονα δύο συνθήκες. Θεωρώ τον Vikernes ένα ρατσιστικό κατακάθι που καταχράζεται το οξυγόνο του πλανήτη, την ίδια στιγμή, όμως, τους τέσσερις πρώτους δίσκους του τους κατατάσσω ανάμεσα στις κορυφαίες στιγμές του black metal. Ειδικά το “Hvis lyset tar oss” το λογίζω ως μία από τις σπουδαιότερες στιγμές του ακραίου ήχου όλων των εποχών.
Στην ίδια λογική θα έβαζα και τον Παζολίνι. Σε επίπεδο πολιτικής σκέψης και στάσης ζωής, βρίσκομαι πολύ κοντά του, η κριτική του στον καπιταλισμό και η συστράτευσή του με εκείνους που το σύστημα συνειδητά κατατάσσει ως απόκληρους με εκφράζουν σε μεγάλο βαθμό. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχω καταφέρει ποτέ να αντιληφθώ ουσιαστικά το έργο του, ούτε να πω ότι μου αρέσει. Όχι επειδή το θεωρώ ανεπαρκές ή υπερτιμημένο, αλλά επειδή δεν μου ταιριάζει αισθητικά. Και αυτό, για μένα, λειτουργεί ως η αντίστροφη όψη της ίδιας σκέψης: όπως μπορώ να απορρίπτω έναν δημιουργό αλλά να αναγνωρίζω το έργο του, έτσι μπορώ να συμφωνώ βαθιά με κάποιον πολιτικά, χωρίς να αισθάνομαι καμία σύνδεση με την τέχνη του.
Έχοντας, λοιπόν, το παραπάνω ως άξονα της σκέψης μου, μπορώ να περάσω στο επόμενο επίπεδο: ποια πρέπει να είναι η στάση σου όταν αναγνωρίζεις έναν δημιουργό ως ταλέντο, αλλά τον απορρίπτεις ως άνθρωπο. Εδώ η απάντηση είναι σαφώς πιο σύνθετη απ’ όσο μοιάζει εκ πρώτης όψεως. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι Mgła, οι οποίοι έχουν κυκλοφορήσει δύο από τους σημαντικότερους black metal δίσκους της δεκαετίας του ’10, τα “With Hearts Toward None” και “Exercises in Futility”. Σε θεματικό επίπεδο, το έργο τους δεν περιέχει κάτι που να προκαλεί άμεσες ενστάσεις, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι εγώ τα πράγματα.
Παρ’ όλα αυτά, τα μέλη του σχήματος έχουν στο παρελθόν συμμετάσχει, σε προσωπικό επίπεδο, σε fund raising για την υπεράσπιση καταδικασμένου Ναζί δολοφόνου. Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν ένα τέτοιο κάλεσμα θα είχε την ίδια απήχηση εάν δεν συνοδευόταν από την αναγνωρισιμότητα που προσφέρει η καλλιτεχνική τους πορεία. Δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο. Με αυτή την έννοια, η κατανάλωση του έργου δεν είναι ποτέ πλήρως αποσυνδεδεμένη από το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτό παράγεται και κυκλοφορεί. Ο καθένας, φυσικά, κάνει τις επιλογές του. Έχει, όμως, αξία αυτές οι επιλογές να γίνονται με πλήρη επίγνωση.
Και αυτό μπορώ να το αντιστρέψω με το παράδειγμα των Κοινών Θνητών. Πρόκειται για ένα συγκρότημα που αρχικά αναζήτησα και άκουσα λόγω του πολιτικού του περιεχομένου. Οι θέσεις του, ο τρόπος με τον οποίο αρθρώνεται ο λόγος τους και η σαφής τοποθέτησή τους μέσα στον δημόσιο λόγο ήταν το πρώτο σημείο επαφής. Το ότι στη συνέχεια αγάπησα και τη μουσική τους λειτουργεί περισσότερο ως παράπλευρο κέρδος και λιγότερο ως βασικό κριτήριο, τουλάχιστον σε σχέση με το διακύβευμα του παρόντος συλλογισμού. Το παράδειγμα αυτό δείχνει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η πολιτική ταύτιση προηγείται της αισθητικής εμπλοκής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η δεύτερη είναι ψευδής ή επιβεβλημένη. Η αφετηρία μπορεί να είναι ιδεολογική, αλλά η σχέση με το έργο παραμένει προσωπική και όχι αποτέλεσμα υποχρέωσης ή πολιτικής πειθαρχίας.
Το τελευταίο που νιώθω ότι πρέπει να θίξω αφορά τις περιπτώσεις όπου η πολιτική τοποθέτηση του καλλιτέχνη εμπεριέχεται άμεσα στο ίδιο το έργο του, όπως συμβαίνει με τους Absurd, ή αξιοποιείται πλαγίως, όπως στην περίπτωση των Mgła. Προφανώς, το μόνο που μπορώ να καταθέσω είναι ο τρόπος με τον οποίο το αντιμετωπίζω εγώ, χωρίς καμία πρόθεση αυτό να εκληφθεί ως θέσφατο.
Από τον ρόλο μου ως αρχισυντάκτης, έχω επιλέξει συνειδητά να μην τους παραχωρούμε ούτε πιθαμή χώρου εντός του site. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, αρκετές φορές, να καταλήγω να λειτουργώ σχεδόν ως ντετέκτιβ, προσπαθώντας να εντοπίσω αν υπάρχει κάτι μεμπτό, βάσει του δικού μου αξιακού κώδικα. Όχι από διάθεση ηθικής υπεροχής, αλλά από την ανάγκη να υπάρχει συνέπεια ανάμεσα σε όσα γράφονται και σε όσα, έστω έμμεσα, στηρίζονται.
Τώρα, ως ακροατής, που είναι και το σημαντικότερο, προσπαθώ να μην τους στηρίζω με κανέναν τρόπο έμπρακτα. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα απόλυτη αποκοπή ή επιβολή σιωπής στον ίδιο μου τον εαυτό, αλλά μια συνειδητή αποστασιοποίηση από οτιδήποτε μεταφράζεται σε πραγματική στήριξη: αγορά δίσκων και merch, παρουσία σε συναυλίες, αναπαραγωγή μέσω πλατφορμών που αποφέρουν έσοδα, ακόμη και έμμεση προώθηση μέσω αναφορών. Δεν το κάνω για τιμωρητικούς λόγους ούτε για επίδειξη συνέπειας, αλλά ως έναν τρόπο να παραμένω εντάξει με τον δικό μου αξιακό κώδικα, αναγνωρίζοντας ότι, είτε το θέλουμε είτε όχι, ο ακροατής δεν είναι ποτέ απολύτως ουδέτερος.
Και αυτό, τελικά, οδηγεί σε ένα βασικό λογικό σφάλμα που επανέρχεται σχεδόν κάθε φορά που συζητάμε για την πρόσληψη του έργου ενός δημιουργού: την υπόθεση του παθητικού ρόλου του ακροατή. Παρότι η πρόθεση πίσω από αυτή τη θέση είναι συχνά ξεκάθαρα πολιτική -και δικαίως, στην πράξη απαξιώνει τον ενεργό ρόλο του παραλήπτη. Δεν του επιτρέπει να σταθεί κριτικά απέναντι στο έργο, αλλά τον τοποθετεί εξαρχής στη θέση του κοινωνού ενός a priori καταγεγραμμένου μηνύματος.
Το σκεπτικό αυτό, όμως, οδηγεί και σε ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα: την αποστασιοποίηση από τη ρητορική και τον ψυχισμό των αντιπάλων και τη σταδιακή δημιουργία απόρθητων echo chambers, όπου η μόνη αφήγηση που επιβιώνει είναι η «δική μας». Για να αντιληφθεί κανείς, όμως, το φαινόμενο του φασισμού στην πραγματική του έκταση, οφείλει -όσο δυσάρεστο κι αν είναι- να δει και τι είναι αυτό που χρησιμοποιεί για να έλξει το κοινό προς το μέρος του. Να παρατηρήσει την αισθητικοποίηση μιας φρικτής ιδεολογίας στον “Θρίαμβο της Θέλησης” της Leni Riefenstahl. Να κατανοήσει γιατί ο Vikernes ρομαντικοποιεί τόσο έντονα τις έννοιες της γης και του πρωτογονισμού. Και, εν τέλει, να αντιληφθεί γιατί οι Mgła, παρά το «απολιτίκ» προσωπείο, γνωρίζουν πολύ καλά σε ποιους απευθύνονται όταν μιλούν για “Ersatz revolt” στο “Age of Excuse III”.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα να μην είναι αν μπορούμε ή αν πρέπει να διαχωρίζουμε τον καλλιτέχνη από το έργο του. Ίσως να αφορά περισσότερο το κατά πόσο είμαστε διατεθειμένοι να αναγνωρίσουμε τη θέση μας μέσα σε αυτή τη σχέση. Η ακρόαση, η θέαση, η ανάγνωση δεν είναι ουδέτερες πράξεις, ακόμη κι όταν θα θέλαμε να είναι. Δεν υπάρχει ένας καθολικός κανόνας, ούτε μια απάντηση που να ισχύει για όλες τις περιπτώσεις. Υπάρχει, όμως, η ευθύνη της επιλογής και η ανάγκη αυτή να γίνεται με επίγνωση. Και, τουλάχιστον για μένα, αυτό αρκεί ως σημείο ισορροπίας.
Υγ: Η cover εικόνα είναι ο πίνακας “Op under Fjeldet toner en Lur” του Theodor Kittelsen. Αξίζει να τον δούμε χωρίς το σήμα των Burzum επάνω του, όπως ακριβώς δημιουργήθηκε, και στη συνέχεια να αναλογιστούμε πόσο αλλάζει η ερμηνεία του όταν αυτό προστεθεί. Το έργο παραμένει το ίδιο, το πλαίσιο, όμως, όχι.
