Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Μια καρδιά μισή από σάρκα και μισή από μέταλλο στο εξώφυλλο, δέκα κομμάτια χωρίς λίπος από μέσα. Το “Heartwork” έδιωξε τους παλιούς οπαδούς των Carcass και έφτιαξε μια σκηνή που δεν είχε γεννηθεί ακόμα. Η παραδοχή άργησε δεκαετίες.
- Από τους Arch Enemy μέχρι τους Carnal Forge, το “Heartwork” στέκεται ως το σημείο μηδέν για πάμπολλα σχήματα.
- Με το “Heartwork” οι Carcass έκοψαν το goregrind και έδωσαν στο death metal μελωδία, δομή και κατεύθυνση.
- Ο Bill Steer έπαιξε κάθε ρυθμική κιθάρα, ο Michael Amott τα lead και ο Colin Richardson κράτησε τον ήχο ψυχρό.
Το “Heartwork” κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1993 και ήταν ο τέταρτος δίσκος των Carcass. Δέκα κομμάτια, κανένα πάνω από πέντε λεπτά, χωρίς τα σπλάχνα και τα ιατρικά εγχειρίδια που είχαν κάνει γνωστό το σχήμα. Μεγάλο μέρος του παλιού κοινού μίλησε για ξεπούλημα. Ο δίσκος μπήκε στο Νο. 54 των βρετανικών charts, την υψηλότερη θέση που πήρε ποτέ η μπάντα, και τρία χρόνια αργότερα το σχήμα είχε διαλυθεί.
Πίσω από το “Heartwork” υπάρχει ένα παρασκήνιο που αξίζει να μπει στην κουβέντα. Μέσα σε λίγους μήνες το σχήμα κόντεψε να διώξει τον παραγωγό του, έχασε τον έναν κιθαρίστα του πριν ξεκινήσει η περιοδεία και βρέθηκε σε γραφεία μιας εταιρείας που δεν ήξερε ποια ακριβώς είναι. Ο ήχος κιθάρας που αντιγράφεται μέχρι σήμερα βγήκε από καθαρή απόγνωση, σε ένα δωμάτιο που διάλεξαν επειδή ήταν το φθηνότερο του κτηρίου.
Οι Carcass πριν το “Heartwork”
Η μπάντα σχηματίστηκε στο Merseyside στα μέσα των 80s, με τον Bill Steer στην κιθάρα, τον Ken Owen στα τύμπανα και τον Jeff Walker στο μπάσο. Το ντεμπούτο “Reek Of Putrefaction” κυκλοφόρησε το 1988 από την Earache, με τίτλους κομματιών και εξώφυλλο που απέκλειαν κάθε πιθανότητα ραδιοφωνικής ζωής. Παρόλα αυτά, ο John Peel τους κάλεσε για session στο Radio One το 1989 και άνοιξε την πρώτη πραγματική πόρτα του σχήματος.
Με το “Symphonies Of Sickness” την ίδια χρονιά μπήκε στο κάδρο ο παραγωγός Colin Richardson και ο ήχος απέκτησε συνοχή. Δύο χρόνια αργότερα ήρθε ο Σουηδός Michael Amott ως δεύτερος κιθαρίστας και το “Necroticism – Descanting The Insalubrious” τράβηξε το σχήμα ακόμα πιο μακριά από τις ακραίες ρίζες του. Τα κομμάτια είχαν αρχίσει να γίνονται τεχνικά, αλλά και αρκετά μεγάλα, σχεδόν progressive.

Το γράψιμο για το “Heartwork” ξεκίνησε όσο η μπάντα περιόδευε ακόμα για τον προηγούμενο δίσκο. Η απόφαση ήταν συνειδητή και αφορούσε κυρίως τη διάρκεια: λιγότερη περιπλάνηση, πιο σφιχτά κομμάτια, καθόλου λίπος. Ο Walker το έχει περιγράψει χωρίς περιστροφές, λέγοντας ότι πήγαιναν για πιο σύντομα τραγούδια. Ότι η τεχνική ικανότητα δεν πήγε πουθενά φαίνεται στο “Arbeit Macht Fleisch”, από τα πιο σύνθετα πράγματα που έχουν γράψει ποτέ.
Ο ήχος της κιθάρας που βγήκε στο φθηνότερο δωμάτιο του στούντιο
Μέχρι την άνοιξη του 1993 το υλικό ήταν ήδη ολόκληρο σε demo, ηχογραφημένο τον Φεβρουάριο στο Studio Three των Parr Studios. Στην ευρωπαϊκή περιοδεία με Death και Cannibal Corpse που ακολούθησε, οι Carcass έπαιξαν ζωντανά όλα τα καινούργια κομμάτια πριν καν κυκλοφορήσει ο δίσκος. Ο Walker ήταν ο μόνος που διαφώνησε, βρέθηκε μειοψηφία και το κοινό τελικά τα δέχτηκε θερμά.
Οι κανονικές ηχογραφήσεις έτρεξαν από τις 18 Μαΐου μέχρι τις 21 Ιουνίου 1993, αυτή τη φορά στο Studio Two, που είχε καλύτερη ακουστική για τα τύμπανα. Με τις κιθάρες όμως δεν έβγαινε άκρη. Δοκίμασαν ενισχυτές, καμπίνες και δεκάδες τοποθετήσεις μικροφώνων για μέρες, με το νοίκι του στούντιο στις 100 λίρες την ημέρα να τρέχει. Ό,τι και αν άλλαζαν, ο ήχος έβγαινε στεγνός και μακριά από αυτό που ήθελαν.
Η λύση ήρθε όταν μετέφεραν όλο το setup πίσω στο Studio Three, το μικρό δωμάτιο όπου είχαν κάνει το demo. Ο ήχος κλείδωσε αμέσως, μέσα στο φθηνότερο δωμάτιο ολόκληρου του κτηρίου. Από τότε αμέτρητες μπάντες έχουν ξοδέψει χρόνο και χρήμα κυνηγώντας αυτό το tone, χωρίς να ξέρουν ότι πίσω του δεν κρύβεται κάποιο μυστικό, μόνο ένα δωμάτιο που δεν ήθελε κανείς άλλος.
Γιατί οι Carcass κόντεψαν να διώξουν τον παραγωγό τους;
Λίγο πριν μπουν στο στούντιο, η σχέση με τον Richardson είχε φτάσει σε οριακό σημείο. Ο παραγωγός δούλευε την ίδια περίοδο στα ίδια studios με άλλα σχήματα και η μπάντα πίστεψε ότι αραίωνε τη δουλειά του δεχόμενος ό,τι του πρότειναν. Το σχέδιο ήταν να κατέβουν στο στούντιο, να του το πουν κατάμουτρα και να παράγουν μόνοι τους τον δίσκο με τη βοήθεια του μηχανικού Keith Andrews.

Η συνάντηση δεν εξελίχθηκε όπως την είχαν φανταστεί. Ο Richardson τους μετέπεισε μέσα σε λίγη ώρα και κράτησε τη δουλειά. Και ευτυώς, διότι όπως παραδέχτηκαν μετά, αν είχε φύγει εκείνη τη μέρα, δεν υπήρχε κανένα εναλλακτικό όνομα στο τραπέζι, γιατί η μπάντα δεν είχε μιλήσει με κανέναν άλλο παραγωγό.
Ο Bill Steer σταμάτησε να τραγουδά στο “Heartwork”
Υπάρχει ένας μύθος που κυκλοφορεί δεκαετίες, ότι δηλαδή ο παραγωγός έβγαλε τον Steer από τα φωνητικά επειδή η φωνή του Walker ταίριαζε καλύτερα στη νέα κατεύθυνση. Την απόφαση την πήρε ο ίδιος ο κιθαρίστας, που ήθελε να ασχοληθεί μόνο με το παίξιμό του. Ήταν η πρώτη φορά που δίσκος των Carcass δεν είχε πουθενά τη φωνή του.
Η υπόλοιπη μπάντα, μαζί με τον παραγωγό, πίεσε για το αντίθετο. Η ένταση έφτασε σε σημείο που ο Steer σηκώθηκε και βγήκε από το στούντιο, για να επιστρέψει μία ώρα αργότερα. Το θέμα δεν ξανασυζητήθηκε ποτέ, παρότι ο Walker παραδέχεται μέχρι σήμερα ότι ο δίσκος έχασε κάτι από αυτή την απουσία. Σε αντάλλαγμα, ο Steer έπαιξε κάθε ρυθμική κιθάρα του δίσκου, με τον Amott να αναλαμβάνει lead και αρμονίες.
Ποιος έφτιαξε τη βιομηχανική καρδιά του “Heartwork”;
Στο εξώφυλλο μπήκε φωτογραφία γλυπτού του Ελβετού HR Giger, του ανθρώπου πίσω από τον σχεδιασμό του Alien. Το έργο φέρει τον τίτλο “Life Support 1993” και δείχνει μια καρδιά μισή οργανική και μισή μηχανική. Η εικόνα δέθηκε τόσο καλά με τη μουσική που έγινε εξίσου αναγνωρίσιμη με αυτήν, ενώ στο βίντεο του ομώνυμου κομματιού εμφανίστηκε κατασκευή που αναπαρήγαγε το γλυπτό.

Ο τίτλος του δίσκου κρατάει τη χειρουργική ορολογία της μπάντας, μόνο που τώρα τη γυρίζει προς τα μέσα. Ο Walker κράτησε για τον εαυτό του όλους τους στίχους, πέταξε έξω τα σπλάχνα και τα ιατρικά εγχειρίδια και πήγε σε πιο αφηρημένα θέματα, από τη θνητότητα μέχρι την ηθική. Το χιούμορ και τα λογοπαίγνια έμειναν στη θέση τους, απλώς έκοβαν πιο βαθιά.
Τι πήγε στραβά με τον δίσκο στην Αμερική;
Εμπορικά, ο δίσκος πέτυχε κάτι που δεν είχε καταφέρει κανένας προηγούμενος. Μπήκε στο Νο. 54 των βρετανικών charts, την πρώτη και υψηλότερη θέση που πήρε ποτέ το σχήμα στο Top 100. Στην Αμερική κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1994 μέσω της Columbia, χάρη σε συμφωνία licensing που είχε κλείσει η Earache με τον αμερικανικό κολοσσό.
Η συμφωνία υποχρέωνε την Columbia να βγάζει ό,τι της έστελνε η Earache, κάτι που στην πράξη σήμαινε ότι ο δίσκος κυκλοφόρησε χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς εκεί για αυτόν. Συναντήσεις με στελέχη που δεν ήξεραν ποια μπάντα έχουν απέναντί τους έγιναν ρουτίνα. Οι πωλήσεις έμειναν γύρω στα 81.000 αντίτυπα, νούμερο καλό για underground δίσκο και ασήμαντο για major εταιρεία.
Γιατί έφυγε ο Michael Amott αμέσως μετά τις ηχογραφήσεις
Παράλληλα, το line up είχε ήδη αρχίσει να σπάει. Ο Amott είχε ενημερώσει τον μάνατζερ της μπάντας ότι ήθελε να αφιερωθεί στο δικό του project, τους Spiritual Beggars, ενώ είχε μείνει για καιρό αποκλεισμένος στο Ισραήλ με διαβατήριο και εξοπλισμό κλειδωμένα λόγω απλήρωτων λογαριασμών. Πρόλαβε να γυρίσει στην Αγγλία μόλις στην ώρα του για να ηχογραφήσει τα σόλο του και έφυγε πριν ξεκινήσει η περιοδεία, με τον Mike Hickey, πρώην roadie του σχήματος, να παίρνει τη θέση του.
Από εκεί και πέρα τα πράγματα κύλησαν γρήγορα προς τα κάτω. Για τον επόμενο δίσκο οι Carcass υπέγραψαν απευθείας με την Columbia και βρέθηκαν με μια εταιρεία που ζητούσε πιο φιλικά προς το ραδιόφωνο φωνητικά και πιο ευκολοχώνευτα τραγούδια. Το “Swansong” κυκλοφόρησε το 1996 με τη μπάντα ήδη διαλυμένη.
Ποιες μπάντες γέννησε ο δίσκος των Carcass;
Η επιρροή φάνηκε με καθυστέρηση, φάνηκε όμως παντού. Τη στιγμή που ο δίσκος κυκλοφορούσε στην Αγγλία, στο Gothenburg της Σουηδίας μια ολόκληρη σκηνή δούλευε παράλληλα πάνω στην ίδια ιδέα, δηλαδή death metal με αρμονίες δύο κιθαρών δανεισμένες από Iron Maiden και Judas Priest. Το melodic death metal όπως το ξέρουμε σήμερα πατάει πάνω σε αυτά τα δύο πόδια.

Από το ίδιο το σχήμα βγήκαν και οι συνέχειες. Ο Amott έφτιαξε αργότερα τους Arch Enemy, ενώ μπάντες όπως οι The Black Dahlia Murder και οι Arsis χτίστηκαν πάνω στην ίδια λογική. Οι Σουηδοί Carnal Forge πήραν το όνομά τους κατευθείαν από το “Carnal Forge”, που είναι ίσως ο πιο καθαρός δείκτης του πόσο βαθιά είχε μπει ο δίσκος στη σκηνή. Κιθαρίστες από εντελώς άλλα στρατόπεδα, όπως ο Gary Holt των Exodus, τον έχουν αναφέρει δημόσια ως σημείο αναφοράς.
Οι επανεκδόσεις και το παρόν του “Heartwork”
Αναγνώριση ήρθε και από τον Τύπο, αρκετά αργότερα. Το Decibel τον έβαλε στο Hall Of Fame του το 2013 και το Rolling Stone τον τοποθέτησε στη λίστα με τους 100 κορυφαίους metal δίσκους όλων των εποχών. Οι επανεκδόσεις ακολούθησαν την ίδια πορεία, με την έκδοση του 2008 να περιλαμβάνει τις demo εκτελέσεις, ντοκιμαντέρ με τα τέσσερα μέλη και ολόκληρη συναυλία της εποχής, ενώ από το 2013 κυκλοφορεί και remaster πλήρους δυναμικού εύρους.
Ο ίδιος ο Walker δεν τον έχει ποτέ για αγαπημένο του, καθώς προτιμάει την πρώτη και βρώμικη εποχή του σχήματος. Αυτό που έχει παραδεχτεί είναι ότι χωρίς αυτόν τον δίσκο το melodic death metal ίσως να μην είχε συμβεί ποτέ. Το σχόλιό του για την υποδοχή μένει το πιο εύγλωττο κομμάτι της ιστορίας: «Όταν βγήκε, πήραμε μόνο αδιαφορία. Τώρα το λατρεύουν».
Σήμερα οι Carcass συνεχίζουν με τον Steer και τον Walker στον πυρήνα, μετά την επανασύνδεση του 2007 που έγινε χωρίς τον Ken Owen, ο οποίος δεν μπόρεσε να ξαναπαίξει έπειτα από την εγκεφαλική αιμορραγία που υπέστη το 1999. Ο δίσκος που τους κόστισε ένα μεγάλο μέρος του παλιού κοινού τους είναι τελικά αυτός που τους κράτησε στο παιχνίδι.



