Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Το “Rituals” είναι το ντεμπούτο των Black Mountain Journey, μιας ελληνικής hard rock μπάντας που στήνει τον δίσκο της πάνω σε δολοφόνους της πανσελήνου, κατάρες και τελετές στο δάσος. Ο Θοδωρής εξηγεί στο DEPART πώς τέσσερις μουσικοί κάτω από τα 30 κατέληξαν στον κλασικό ήχο του είδους και ποιο άλμπουμ των Iron Maiden έγινε πυξίδα για τη μίξη. Η κουβέντα ανοίγει την ιστορία πίσω από τα κομμάτια λίγο πριν από την επίσημη παρουσίαση του δίσκου. Μιλάει ακόμα για την ένσταση της κριτικής μας και για όσα ετοιμάζονται στη σκηνή του Piraeus Club Academy.
- Το αγαπημένο του Θοδωρή είναι το “Midnight Dancer”, το μόνο κομμάτι του “Rituals” που δεν έχει ακουστεί ακόμα σε live.
- Παρουσίαση του δίσκου το Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026 στο Piraeus Club Academy, με τους Fighting Flies στο opening.
- Το παλιότερο κομμάτι του δίσκου είναι το “The Curse”, με riff γραμμένο περίπου εννιά χρόνια πριν από την κυκλοφορία.
Υπάρχουν συνεντεύξεις που ξεκινάνε από το μηδέν και υπάρχουν και αυτές που συνεχίζουν μια κουβέντα τριών χρόνων. Με τον Θοδωρή ανήκουμε στη δεύτερη κατηγορία και αυτή τη φορά υπήρχε και δίσκος στο τραπέζι. Το “Rituals” είναι το ντεμπούτο των Black Mountain Journey, δώδεκα κομμάτια που διαλέγουν τον μυστικισμό αντί για τα σπαθιά και δεν φοβούνται να ακούγονται σαν κάτι που πέρασε από εδώ πριν από δεκαετίες. Ρωτήσαμε γιατί, τι κρατάνε από το είδος, τι έχουν ήδη πατήσει και πού σκοπεύουν να ρισκάρουν στη συνέχεια.
Θυμάμαι να μιλάω με τον Χρήστο όταν ήταν να σας γράψει το review και οι δύο αναρωτηθήκαμε γιατί μια παρέα μουσικών που κανείς τους δεν έχει πατήσει τα 30 αποφασίζει να παίξει hard rock. Εσύ πόσες φορές έχεις ακούσει αυτή την ερώτηση και τι απαντάς πια; Επίσης, υπήρξε στιγμή στα πρώτα χρόνια των προβών που σκεφτήκατε να φέρετε τον ήχο πιο κοντά στο σήμερα ή το κλείσατε από την αρχή;
Αρχικά, ευχαριστώ πολύ εκ μέρους όλων μας που δόθηκε η αφορμή για αυτή την όμορφη συζήτηση. Εγώ προσωπικά σε ευχαριστώ και που γίνεται γραπτώς, γιατί προφορικά θα κρατούσε τουλάχιστον ένα πεντάωρο και την περισσότερη ώρα θα σχολιάζαμε κάτι άλλο 😂. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει κάποια ξεκάθαρη απάντηση στην απορία σας. Πολύ συχνά μας ρωτάνε γιατί παίζουμε το είδος που παίζουμε και η απάντησή μου από την πρώτη μέρα είναι η ίδια και νομίζω ότι αρκεί. «Γιατί όχι; Εμάς αυτό μας αρέσει!»
Δεν έχουμε παντρευτεί το είδος, απλώς υπάρχει μια κλίση προς τα εκεί. Όταν ξεκίνησε η μπάντα, πριν από δύο χρόνια και κάτι, ο Μιχάλης (κιθάρα) και ο Δημήτρης (φωνή και κιθάρα) ήταν σε φάση να στήσουν ένα σχήμα πιο πολύ προς το old school. Μόλις βρεθήκαμε οι τρεις μας και έδεσε το γλυκό, εγώ ένιωθα λίγο απέξω μουσικά, να σου πω την αλήθεια, γιατί έχω πιο σύγχρονα ακούσματα και δεν είχα ασχοληθεί τόσο πολύ με το στυλ των παιδιών.
Σίγουρα υπήρχαν κοινά κομμάτια που λατρεύαμε όλοι μας. Για μένα ήταν μια περίοδος που έπεσε «διάβασμα» για να καταλάβω λίγο καλύτερα το είδος. Ομολογώ πως δεν το μετανιώνω, γιατί το απόλαυσα και το απολαμβάνω πλήρως αυτό το ταξίδι μουσικής περιπλάνησης.
Όσον αφορά το αν θα φέρναμε τον ήχο στο σήμερα, με την προσθήκη του Μάριου (ντραμς) στο σχήμα καταλήξαμε να κοιτάξουμε λίγο τις ρίζες της μουσικής που αγαπάμε και που μας έκανε να θέλουμε να παίξουμε κι εμείς. Δεν είναι κάτι τελικό και δεν σημαίνει ότι κλειδώσαμε στο είδος για πάντα. Αφήνουμε τον χρόνο να μας δείξει προς τα πού θα πάει η κάθε σύνθεση.
Όταν διαλέγεις ένα είδος με τόσο βαριά παρακαταθήκη, κουβαλάς και τους κανόνες του. Ποιον κανόνα του ιδιώματος σέβεστε ό,τι και να γίνει και ποιον έχετε ήδη πατήσει; Το ρωτάω γιατί στο “Rituals” ακούγεται ξεκάθαρα μια επιλογή μυστικισμού αντί για σπαθιά και μάχες, κάτι που ήδη σας βγάζει από το πιο προφανές μονοπάτι του είδους. Από πού έρχεται αυτό, από τους στίχους, από διαβάσματα, από κοινή εμμονή της μπάντας;
Αυτό δεν το είχα σκεφτεί, μιας και όλες οι επιλογές βγήκαν πολύ αβίαστα. Το ότι επιλέξαμε το ξόρκι και όχι το σπαθί είναι πολύ απλό στα μάτια μου. Είναι πιο κουλ! Γουστάρω φουλ Μεσαίωνα και αν ήμουν μέρος αυτής της ιστορίας, θα προτιμούσα να είμαι ο μάγος στον πύργο που φτιάχνει φίλτρα και κάνει ξόρκια παρά ο ιππότης που τρέχει στις μάχες. Γενικά δεν σκεφτόμαστε έτσι με τα παιδιά. Συνήθως η θεματολογία βγαίνει είτε από κάτι που συζητάμε σε άκυρες στιγμές είτε από κάποιο folk παραμύθι είτε από κάποια ιστορία που βγάλαμε αστειευόμενοι.

Παράδειγμα είναι το “Killer Liz”, που είναι εμπνευσμένο από την ιστορία της Lizzie Borden και αποτέλεσε την αφετηρία για αυτή την μπάντα. Ο Μιχάλης διάβασε την ιστορία της και σκέφτηκε ότι θα ήταν ωραίο να γίνει κάπως κομμάτι. Δεύτερο κομμάτι που μπήκε σε αυτό το μοτίβο ήταν το “Bloodmoon”, που ο Δημήτρης το είχε γράψει πριν από κάποια χρόνια και μιλάει για έναν δολοφόνο που σκοτώνει σε κάθε έκλειψη της Σελήνης.
Με τα δύο πρώτα τραγούδια να πηγαίνουν προς αυτή την κατεύθυνση, ήρθαν και τα υπόλοιπα και μας έσπρωξαν κάπως προς το πιο μυστικιστικό στοιχείο. Όσο το συζητούσαμε, τόσο καλύτερες ιδέες έρχονταν για στίχους. Οπότε, για να συνοψίσω, νομίζω ότι εμείς δεν διαλέξαμε τόσο τη μυστικιστική πλευρά του είδους. Αυτή μας διάλεξε για να παίξουμε μαζί της.
Στα ντεμπούτα συνήθως ακούς κομμάτια που γράφτηκαν με πέντε χρόνια διαφορά και φαίνεται. Στο “Rituals” δεν ακούγεται αυτό, ο δίσκος στέκει σαν ένα σώμα. Πόσο παλιό είναι τελικά το παλιότερο κομμάτι του δίσκου και υπάρχει κάποιο που το κουβαλούσε κάποιος από εσάς στο κεφάλι του χρόνια, μέχρι να βρει σπίτι σε αυτή την μπάντα;
Πίστεψέ το ή όχι, από όλο τον δίσκο τα μισά κομμάτια είναι αρκετά παλιά και μόνο δύο ή τρία είναι πραγματικά καινούργια. Κάποια μάλιστα τα είχαμε στη φαρέτρα μας και περίμεναν την αφορμή για να πάρουν υλική μορφή. Εννοείται πως δεν έχουν καμία σχέση με τις αρχικές ιδέες που είχαμε για το καθένα, αφού όλα προσαρμόστηκαν ώστε να εξυπηρετούν την ηχητική συνοχή του δίσκου. Κρατήσαμε ωστόσο τα βασικά στοιχεία κάθε παλιάς ιδέας.
Μιλώντας για τα «παλιά» κομμάτια του δίσκου, τα περισσότερα ανήκουν στον Δημήτρη, όπως τα “Bloodmoon” και “The Shores Of Evermore”, και μετά είναι τα “Shadows” και “Reborn” του Μάριου. Το πιο παλιό, αν δεν κάνω λάθος, είναι το “The Curse”, με τη βασική μελωδία του riff να την έχω γράψει εγώ πριν από εννιά χρόνια. Ήταν τελείως διαφορετική και είχε κι αυτή μια δόση μυστικισμού.
Αυτό είναι το ωραίο με τη μουσική. Φέρνεις μια ιδέα στους υπόλοιπους, την ακούνε, δίνουν το feedback τους και έτσι γίνεται δουλειά. Εμείς συζητάμε πολύ τις ιδέες μας, ο ένας παρεμβαίνει συχνά στις ιδέες του άλλου και πολλές φορές το αποτέλεσμα βγαίνει καλύτερο από το αρχικό. Τη διαδικασία αυτή τη βλέπουμε και σαν πρόκληση. Μπαίνουμε ο ένας στο κεφάλι του άλλου και προσπαθούμε να γράψουμε κομμάτια σαν να ήμασταν άλλο μέλος της μπάντας, έτσι απλά για να δούμε τους άλλους να γουστάρουν και να το πάμε μετά ένα βήμα παραπέρα.
Θα σου πω την ένσταση ευθέως, γιατί τη γράψαμε κιόλας και την είχαμε συζητήσει με τον Χρήστο πριν βγει το κείμενο, συμφωνώντας και οι δύο. Θα θέλαμε τις κιθάρες πιο μπροστά και με περισσότερο γκάζι και λίγο περισσότερη ατάκα στην μπότα. Τι θα μου απαντήσεις σε αυτό; Και πες μου κάτι ακόμα, σε ενοχλεί που βρήκαμε κάτι να μας χαλάει ή το περιμένεις από μια κριτική;
Η μίξη είναι κάτι πολύ υποκειμενικό, θεωρώ, και είναι δύσκολο να βρεις κάτι που θα είναι κοινώς αποδεκτό και αρεστό. Έχουμε ακούσει κόσμο να μας λέει πόσο του άρεσε η μίξη του δίσκου και άλλους να μας λένε ότι είναι εκτός εποχής. Αν ρωτάς εμένα, συμφωνώ μαζί σας για τις κιθάρες, θα τις ήθελα κι εγώ πιο άγριες. Αν δεις τον ήχο του δίσκου συνολικά, δεν μπορείς να το έχεις αυτό, γιατί κάτι άλλο πρέπει να πάει πίσω και το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό.

Σχετικά τώρα με τη δική σας άποψη, προφανώς δεν ενοχλεί ούτε χαλάει εμένα ή τα παιδιά που λέτε ότι κάτι σας έλειψε. Ίσα ίσα, εγώ προτιμώ τέτοια σχόλια και σημειώσεις από τα θετικά. Με βάζουν σε σκέψη να δω τα πράγματα από άλλη οπτική γωνία και να εξετάσω επιλογές που δεν είχα σκεφτεί. Μας κάνουν όλους να θέλουμε να κυνηγάμε το καλύτερο, πρώτα για εμάς και το γούστο μας και μετά για το κοινό μας.
Ποιες ηχογραφήσεις είχατε ως σημείο αναφοράς όταν μιλούσατε με τον παραγωγό, ποιος έριξε στο τραπέζι το πρώτο όνομα και πόσο από όλο αυτό κατέληξε στη μίξη όπως το φανταζόσασταν; Ρωτάω γιατί η φωνή κρατάει σε πολλά σημεία τον κύριο λόγο, με τα υπόλοιπα όργανα να χτίζουν γύρω της, κάτι που μοιάζει με συνειδητή ιεραρχία της τελικής μίξης. Έγινε κουβέντα μέσα στην μπάντα για το ποιος πάει μπροστά και ποιος κάνει πίσω ή το αφήσατε στα χέρια του παραγωγού; Και αν ξαναμπαίνατε αύριο στο στούντιο με τα ίδια ακριβώς κομμάτια, τι θα άλλαζες πρώτο;
Η συζήτηση για την προσέγγιση της μίξης ήταν λες και βγήκε από κωμωδία. Ο καθένας μας έλεγε δίσκους που του άρεσαν και θεωρούσε ωραίο να πάει και το “Rituals” προς τα εκεί. Κανένας μας δεν ήξερε τα τεχνικά του πώς κάνεις μια συλλογή κομματιών να ακούγεται έτσι και αν γίνεται κιόλας.
Ο φίλος και παραγωγός μας David Prident έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στη διαδικασία, σαν μέντορας και μουσικός δάσκαλός μας. Μας έδωσε πολλή τροφή για σκέψη και μελέτη για το σπίτι, ώστε να ξεχωρίσουμε τις προτάσεις που δεν μας άρεσαν ή δεν μπορούσαν να δουλέψουν ηχητικά. Από τις πολλές προτάσεις που έπεσαν στο τραπέζι, θυμάμαι ότι η πιο σημαντική ήταν το “Powerslave” των Iron Maiden, που ήταν και η πρώτη απόπειρα μίξης πριν ξεκινήσουμε τα ρετουσαρίσματα.
Μετά, η κοινή απόφαση να μπει πιο μπροστά η φωνή έφερε νέες παραμέτρους. Εκεί είπαμε ότι θέλουμε φωνή και φωνητικά να έχουν την πρώτη θέση στη μάχη. Ήταν πάλι εκεί ο David να μας βοηθήσει και να μας δείξει τις επιλογές μας, μέχρι που καταλήξαμε όλοι μαζί ότι το ιδανικό για αυτή τη συλλογή κομματιών είναι αυτό που παρουσιάσαμε με την κυκλοφορία.
Και έτσι θα ήθελα να μείνει, να σου πω την αλήθεια. Δεν θέλω να αλλάξει κάτι στον δίσκο, γιατί είναι το ηχητικό στιγμιότυπο του γούστου μας την περίοδο που τον γράφαμε. Είναι η απαθανάτιση ιδεών μας από το παρελθόν και δεν χρειάζεται να την αλλάξουμε τώρα για να την προσαρμόσουμε στα σημερινά μας γούστα.
Από τον δίσκο εγώ ξεχωρίζω το “Reborn”, ένα κομμάτι με γκάζι και, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Χρήστος, με ένα chorus που το time του λέει από μόνο του πολλά για το πού κοιτάτε σαν μπάντα. Πες μου τι υπάρχει πίσω από αυτό, από πού ξεκίνησε και αν βγήκε γρήγορα ή το παλέψατε. Και γύρνα μου και την άλλη πλευρά, ποιο είναι το δικό σου αγαπημένο, γιατί συνήθως σε κάθε δίσκο υπάρχει ένα κομμάτι που το αγαπάει η μπάντα και ξέρει από πριν ότι δεν θα το προσέξει κανείς.
Πολύ ενδιαφέρον ότι ξεχωρίσατε το “Reborn”. Κι εμένα μου αρέσει πολύ η ενέργειά του. Εννοείται πως στην αρχή δεν ήταν έτσι. Ο Μάριος, όταν το έφερε, μας είπε ότι το είχε γράψει πολύ καιρό πριν και δεν μπορούσε τότε να γράψει κάτι που να ταιριάζει περισσότερο με τα υπόλοιπα κομμάτια. Θυμάμαι να το ακούω και να του λέω «Πολύ ωραίο ρε φίλε, θέλει λίγη δουλίτσα ακόμα. Ίσως χρειαστεί αλλαγούλες».
Κάτσαμε όλοι μαζί, κοιτούσαμε τις εναλλακτικές και από το πουθενά έσκασε το riff που ντύνει τα verses. Όλα τα άλλα μέρη ήταν ακριβώς όπως μας τα έφερε ο Μάριος, με μερικές μικρές πινελιές που προστέθηκαν στην πορεία σε κάθε νέα πρόβα. Μέσα σε δύο πρόβες το ημιτελές κομμάτι είχε πάρει την τελική του μορφή.

Στην άλλη όψη του νομίσματος, να διαλέξω το προσωπικά αγαπημένο μου είναι λίγο δύσκολο, γιατί μου αρέσουν όλα. Ένα είναι πάντως που ακόμα με κάνει να θέλω να το ακούω ξανά και ξανά, και αυτό είναι το “Midnight Dancer”. Έχει πολλά στοιχεία που μου αρέσουν λίγο παραπάνω από των άλλων. Για παράδειγμα, μου αρέσει πολύ το riff του Μιχάλη, το ίδιο και οι στίχοι, που λένε την ιστορία μιας γυναίκας που κάνει μια ιεροτελεστία στο δάσος για να φέρει πίσω στη ζωή τον νεκρό αδερφό της και τελικά γίνεται κι αυτή πνεύμα.
Το σόλο του θεωρώ επίσης ότι είναι ίσως το πιο ωραίο του δίσκου και το ρεφρέν σε κάνει να θες να το τραγουδάς συνέχεια. Έχει στα αυτιά μου ό,τι χρειάζεται ένα earworm κομμάτι. Είναι επίσης το μόνο που δεν έχουμε παίξει ποτέ ζωντανά και ανυπομονώ. Ίσως αυτό το τελευταίο να είναι και ο πιο καταλυτικός παράγοντας.
Πώς δουλεύετε τα ρεφρέν; Ρωτάω γιατί κάποια είναι καθαρά για sing along και αυτό δύσκολα βγαίνει τυχαία, κάπου θα έχετε φανταστεί τον κόσμο να τα φωνάζει πριν καν μπείτε στο στούντιο. Το έχετε ήδη δει να συμβαίνει στο σανίδι και πόσο αλλάζουν αυτά τα κομμάτια ζωντανά σε σχέση με τον δίσκο;
Δεν υπάρχει συνταγή στον τρόπο γραφής. Κάθε κομμάτι έχει τη δική του διαδικασία σύνθεσης και σχεδόν όλα ήρθαν ατόφια σαν δομή. Την ιδέα δηλαδή για το ποιο είναι το κουπλέ και ποιο το ρεφρέν την είχε ήδη αυτός που έφερε την πρόταση. Χωρίς να ξέρω 100% πώς γράφει ο καθένας από τα παιδιά, δεν μπορώ να σου εγγυηθώ αν έχουν κατά νου τον κόσμο που ενδεχομένως θα τα τραγουδάει. Σίγουρα όλοι μας θέλουμε να εξυπηρετείται η φωνή, οπότε το πιο πιθανό είναι να γράφεται πρώτα η μελωδία της φωνής και να ακολουθούν τα όργανα.
Αυτό που κάνουμε για να βγει ένα ρεφρέν, και γενικά ένα κομμάτι, είναι να μπούμε στη διάθεση του κάθε κομματιού και νομίζω ότι εκεί είναι το μυστικό. Να βρεις την ταύτιση με τους στίχους και τη θεματολογία και να την ντύσεις μουσικά. Έτσι, θεωρώ, κερδίζεις και τον κόσμο που θα καταλήξει να ξελαρυγγιάζεται στα live μας.
Στις ζωντανές εμφανίσεις μας προσπαθούμε να κρατάμε τα κομμάτια όσο πιο κοντά στον δίσκο γίνεται, ώστε ο ακροατής να τα απολαύσει σαν να τα έχει βάλει να παίζουν σε κάποια πλατφόρμα. Υπάρχουν μικροαλλαγές, για να καλυφθούν κάποια layers που ζωντανά θα μπορούσαν να αποδοθούν μόνο με προηχογραφημένα.
Ποιος δίσκος σε έκανε να θες να παίζεις αυτό το είδος και όχι κάποιο άλλο, εκείνος που τον άκουσες και κατάλαβες ότι εκεί θες να είσαι; Και με αφορμή αυτόν, τι θα απαντούσες σε κάποιον που λέει ότι από αυτή τη μουσική τα έχουμε ακούσει σχεδόν όλα;
Ήλπιζα να μη μου κάνεις αυτή την ερώτηση ρε φίλε, τελικά δεν γλίτωσα. Πώς να περιοριστείς σε έναν μόνο; Είναι τόσοι πολλοί και διαφορετικοί οι δίσκοι που ακούμε όλοι μας, πόσο μάλλον εγώ που ακούω απ’ όλα, που δεν ξέρω. Τώρα άρχισα κιόλας να εμβαθύνω περισσότερο σε αυτό το στυλ, οπότε δεν είμαι ακόμα ο πιο μυημένος.
Για να σου απαντήσω, θα πω πως είναι δύο οι καταλυτικοί δίσκοι που ταιριάζουν περισσότερο στους Black Mountain Journey και στα δικά μου αυτιά. Πρώτος και υπερμέγιστος το “Powerslave” των Iron Maiden και δεύτερος το “Resurrection” του Rob Halford. Πάντα μου φτιάχνει τη διάθεση να ακούω αυτούς τους δύο δίσκους. Πάντα, μα ΠΑΝΤΑ, με το που ξεκινούν οι κιθάρες στην εισαγωγή του “Aces High” ανατριχιάζω και σκέφτομαι «Ω ρε κομματάρα που μπήκε», κι ας το έβαλα εγώ ο ίδιος.
Ίσως ο κόσμος να μη μιλάει αρκετά για αυτούς τους δύο δίσκους. Εγώ τους θεωρώ πραγματικά διαμάντια του είδους και προτείνω ανεπιφύλακτα στους αναγνώστες σας να τους ακούσουν όπως τους αρμόζει. Χωρίς διακοπή, βυθισμένοι στον καναπέ και εντελώς συγκεντρωμένοι στη μουσική.
Το Σάββατο 31 Οκτωβρίου παρουσιάζετε το “Rituals” ζωντανά στο Piraeus Club Academy, με τους Fighting Flies να ανοίγουν τη βραδιά. Πόσο αλλάζει η προετοιμασία όταν ξέρεις ότι ο κόσμος θα ακούει τα κομμάτια για πρώτη φορά σε αυτό το μέγεθος και τι έχετε στήσει για εκείνο το βράδυ που δεν υπάρχει στον δίσκο;
Πλησιάζει η μέρα και πραγματικά δεν θα μπορούσαμε να ανυπομονούμε περισσότερο να παίξουμε επιτέλους τον δίσκο ζωντανά. Είμαστε επίσης πολύ ενθουσιασμένοι που αυτή την τόσο σημαντική για εμάς μέρα θα έχουμε παρέα τα ταλαντούχα φιλαράκια μας, τους Fighting Flies, που σίγουρα θα τα σπάσουν όλα. Αν δεν το έχεις δει, το νέο τους κομμάτι “Down To The Wire” μπορεί να σε πείσει ότι θα φέρουν πανικό στο μυσταγωγικό μας live.
Δεν θα σου κρύψω ότι υπάρχει μεγάλο άγχος, με την καλή έννοια. Είναι η πρώτη φορά που σχεδιάζουμε κάτι τόσο μεγάλο και σημαντικό και νομίζω ότι έχουμε κάνει πολύ καλή δουλειά, αν σκεφτείς ότι τα οργανώσαμε όλα παράλληλα με τις πρόβες. Όταν πας για παρουσίαση, η αντιμετώπιση είναι αλλιώς. Πρέπει να παίζεις άψογα, μπετόν αρμέ, που λέει και ο David.
Όσον αφορά το τι να περιμένει ο κόσμος στις 31 Οκτωβρίου, θα γίνει χαμός. Έχουμε στήσει τη σκηνή έτσι ώστε να βάζει τον θεατή αμέσως στο πνεύμα των ιεροτελεστιών. Στο ηχητικό κομμάτι προσπαθήσαμε να φέρουμε το performance μας όσο πιο κοντά στον δίσκο. Η ζωντανή μίξη βέβαια θα είναι λίγο διαφορετική, με τις κιθάρες πιο έντονες και βαριές. Έχουμε και μερικές εκπλήξεις που δεν θα ήθελα να προδώσω. Νομίζω ότι είναι ένα σόου που θα μείνει αξέχαστο σε όσους βρεθούν εκεί.


