Μπαίνεις στο αυτοκίνητο, οδηγείς σε έναν επαρχιακό δρόμο της Νεμπράσκα και γύρω σου βλέπεις μόνο ατελείωτες σειρές από καλαμπόκι. Αυτή η εικόνα από μόνη της φτάνει για να σου προκαλέσει μια μικρή ανατριχίλα. Το 1984, ο Fritz Kiersch πήρε το διήγημα του Stephen King και το μετέτρεψε σε μια ταινία που έμεινε στην ιστορία των b-movies. Το “Children of the Corn” δημιούργησε μια ολόκληρη σχολή από sequels και remakes, αλλά αν το δούμε κάπως αντικειμενικά, είναι μια ταινία που απέχει πολύ από το πνιγηρό κλίμα του βιβλίου.
Η απομόνωση του Gatlin και η λατρεία του καλαμποκιού
Η ιστορία ξεκινά με τον Burt και τη Vicky, ένα νεαρό ζευγάρι που ταξιδεύει στην ύπαιθρο. Η διαδρομή τους παίρνει μια εφιαλτική τροπή όταν χτυπούν με το αυτοκίνητό τους ένα νεαρό αγόρι που πετάγεται μέσα από τα χωράφια. Σύντομα ανακαλύπτουν ότι ο λαιμός του παιδιού ήταν ήδη κομμένος και η αναζήτηση βοήθειας τους οδηγεί στο Gatlin. Η πόλη αυτή φαίνεται εγκαταλελειμμένη από ενήλικες, καθώς μια θρησκευτική αίρεση παιδιών έχει αναλάβει τον έλεγχο, λατρεύοντας μια οντότητα που ονομάζουν “Εκείνος που Περπατά Πίσω από τις Σειρές”.

Το Gatlin παρουσιάζεται ως ένας τόπος όπου ο χρόνος έχει σταματήσει. Τα παιδιά, με επικεφαλής τον χαρισματικό αλλά ανατριχιαστικό Isaac και τον βίαιο Malachai, εφαρμόζουν μια διαστρεβλωμένη εκδοχή της Βίβλου. Ο κανόνας είναι απλός. Κανείς δεν επιτρέπεται να ζήσει μετά τα 18 του χρόνια. Οι ενήλικες εξοντώθηκαν σε μια μαζική σφαγή πριν από τρία χρόνια. Αυτή είναι μια λεπτομέρεια που στην ταινία έγινε πιο εύπεπτη, αφού στο βιβλίο η απομόνωση της πόλης κρατούσε για δώδεκα ολόκληρα χρόνια χωρίς κανείς να το πάρει χαμπάρι.
Οι ερμηνείες που σώζουν την παρτίδα
Αν υπάρχει ένας λόγος που το “Children of the Corn” μνημονεύεται ακόμα, αυτός είναι το cast του. Η Linda Hamilton, λίγο πριν γίνει η εμβληματική Sarah Connor στο “The Terminator”, δίνει μια συμπαθητική ερμηνεία ως Vicky, ενώ ο Peter Horton στέκεται αξιοπρεπώς στον ρόλο του Burt. Ωστόσο, την παράσταση κλέβουν οι κακοί της υπόθεσης.
Ο John Franklin, ο οποίος ήταν 24 ετών κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων αλλά έμοιαζε με παιδί λόγω μιας ορμονικής διαταραχής, υποδύεται τον Isaac με μια καθηλωτική ένταση. Οι ψυχρές ματιές του και ο τρόπος που κηρύττει το θάνατο δημιουργούν μια πραγματικά απειλητική ατμόσφαιρα. Δίπλα του, ο Courtney Gains ως Malachai είναι η προσωποποίηση της ωμής βίας. Η σκηνή όπου σέρνει τη Vicky στην πόλη προσπαθώντας να παγιδεύσει τον Burt παραμένει μια από τις πιο δυνατές στιγμές του φιλμ. Ο Gains μάλιστα κέρδισε τον ρόλο επειδή στην audition απείλησε έναν βοηθό με ένα ψεύτικο μαχαίρι, δείχνοντας από νωρίς την άγρια φύση του χαρακτήρα του.
Η αποτυχία της οπτικοποίησης του κακού
Εκεί που η ταινία αρχίζει να χάνει το δρόμο της είναι στο πώς επιλέγει να δείξει τον τρόμο. Ο Stephen King στο βιβλίο του βασίζεται στο άγνωστο και στη φαντασία του αναγνώστη. Η οντότητα που ζει στα χωράφια είναι κάτι το μεταφυσικό και ακαθόριστο. Στην ταινία, η προσπάθεια να οπτικοποιηθεί αυτό το κάτι καταλήγει σε αμήχανα ειδικά εφέ που θυμίζουν τυφλοπόντικα που σκάβει κάτω από ένα χαλί.
Η περιβόητη συσκευή “Turtle”, ένας κουβάς οικοδομής αναποδογυρισμένος πάνω σε ράγες, χρησιμοποιήθηκε για να δημιουργήσει το ανάχωμα που κινείται κάτω από το χώμα. Αν και για τα δεδομένα του χαμηλού budget των 800.000 δολαρίων ήταν μια δημιουργική λύση, το αποτέλεσμα σήμερα μοιάζει μάλλον αστείο παρά τρομακτικό. Το ίδιο ισχύει και για τα εφέ στην τελική αναμέτρηση, όπου η χρήση του chroma key και οι λάμψεις στον ουρανό αφαιρούν κάθε ίχνος ρεαλισμού και μυστηρίου. Όταν ο τρόμος γίνεται τόσο συγκεκριμένος και οπτικά φτωχός, η μαγεία χάνεται.
Η μεγάλη διαφορά με το βιβλίο και το happy end
Η πιο ουσιαστική προδοσία προς το πρωτογενές υλικό βρίσκεται στο φινάλε. Το διήγημα του King είναι σκοτεινό, μηδενιστικό και δεν αφήνει περιθώρια ελπίδας. Στο βιβλίο, η Vicky θυσιάζεται και ο Burt δολοφονείται από το ίδιο το πλάσμα στο καλαμποκάδασος. Η ιστορία κλείνει με την οντότητα να μειώνει το όριο ηλικίας των παιδιών στα 18, αναγκάζοντας ακόμα και τον Malachai να βαδίσει προς το θάνατο.
Η ταινία επέλεξε μια πολύ πιο συμβατική και αισιόδοξη προσέγγιση. Το ζευγάρι επιβιώνει, καταστρέφει το καλαμποκάδασος με βενζίνη και φεύγει από την πόλη παίρνοντας μαζί του δύο παιδιά που δεν είχαν αλλοτριωθεί από την αίρεση. Αυτό το χολιγουντιανό τέλος αφαιρεί όλη τη δύναμη του κοινωνικού σχολιασμού που ήθελε να περάσει ο Stephen King.
Ο σεναριογράφος George Goldsmith δήλωσε αργότερα ότι έβλεπε την ιστορία ως μια μεταφορά για την ιρανική επανάσταση και τους κινδύνους του θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Με το να μετατρέψει την ταινία σε μια τυπική περιπέτεια καταδίωξης στο τρίτο μέρος, το μήνυμα αυτό αποδυναμώθηκε σημαντικά.
Οι κορυφαίες μεταφορές του Stephen King
Για να καταλάβουμε γιατί το “Children of the Corn” θεωρείται μια μέτρια προσπάθεια, αρκεί να το συγκρίνουμε με τις πραγματικά μεγάλες στιγμές του King στο σινεμά. Οι καλύτερες μεταφορές είναι εκείνες που εστιάζουν στην ανθρώπινη ψυχολογία και στους αληθινούς φόβους των χαρακτήρων.
Ταινίες όπως το “The Shining” του Stanley Kubrick, παρά τις αντιρρήσεις του ίδιου του King, κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν διαχρονικό εφιάλτη. Το “Misery” έδειξε πώς ο τρόμος μπορεί να πηγάζει από μια κλειστοφοβική συνθήκη και μια εμμονική θαυμάστρια, ενώ το “Carrie” του Brian De Palma αποτύπωσε τέλεια την εφηβική απόρριψη και την εκδίκηση.
Ακόμα και σε πιο συναισθηματικά έργα όπως το “Stand By Me” ή το “The Shawshank Redemption”, η δύναμη των λέξεων του King μεταφράστηκε σε κινηματογραφική ποίηση. Το “Children of the Corn” δυστυχώς έμεινε στην επιφάνεια, προτιμώντας τις κραυγές και τις φλόγες από την εσωτερική αγωνία.
Ένα b-movie με τη δική του ιστορία
Παρά τις αδυναμίες του, το φιλμ έχει κερδίσει μια θέση στην pop κουλτούρα. Οι δυσκολίες στην παραγωγή ήταν τεράστιες, καθώς ο Stephen King ζήτησε επιπλέον χρήματα για τη χρήση του ονόματός του την τελευταία στιγμή, αναγκάζοντας το συνεργείο να κόψει πολλές σκηνές βίας και flashbacks που θα εξηγούσαν καλύτερα την ιστορία. Το αποτέλεσμα ήταν μια ταινία που μοιάζει βιαστική και ημιτελής σε κάποια σημεία.
Τελικά, το “Children of the Corn” είναι μια διασκεδαστική ταινία για τους λάτρεις των horror movies της δεκαετίας του ’80. Έχει μια υπέροχη μουσική επένδυση από τον Jonathan Elias, μερικές εμβληματικές ερμηνείες από τα κακά παιδιά και μια ατμόσφαιρα που σε κάνει να κοιτάς λίγο πιο προσεκτικά τα χωράφια όταν οδηγείς στην επαρχία. Όμως, αν ψάχνεις για τον αληθινό, ωμό τρόμο που περιγράφει ο Stephen King, το βιβλίο παραμένει η μόνη διέξοδος. Η ταινία είναι απλά μια ελαφριά εκδοχή ενός πολύ πιο σκοτεινού παραμυθιού, που προτίμησε το “θέαμα” από την ουσία.
Υγ: Βέβαια, η ατάκα “He wants you too, Malachai”, είναι αρκετή για να δει κάποιος το φιλμ.

