Κάθε παρέα έχει τις δικές της παραδόσεις. Άλλοι μαζεύονται για επιτραπέζια, άλλοι για μαραθώνιους σειρών και άλλοι απλώς για να παραγγείλουν πίτσες και να πουν τα νέα τους. Αν όμως θέλεις να κάνεις ξεχωριστή τη βραδιά και να το ζήσετε στο έπακρο, υπάρχει μια συγκεκριμένη επιλογή που πρέπει να μπει στο πρόγραμμά σας. Μιλάμε φυσικά για το “Evil Dead II“, την ταινία που πήρε τους κανόνες του σινεμά τρόμου, τους έβαλε στο μπλέντερ, τους ανέμειξε με λίγη καλτ αισθητική και σέρβιρε ένα από τα πιο απολαυστικά, αιματοβαμμένα και ξεκαρδιστικά θεάματα στην ιστορία της έβδομης τέχνης.

Η ιστορία ξεκινά με τον πιο κλασικό και αγαπημένο τρόπο. Ο πρωταγωνιστής μας, ο Ash, πηγαίνει με την κοπέλα του την Linda σε μια απομονωμένη καλύβα στο δάσος για ένα ρομαντικό Σαββατοκύριακο. Εκεί ανακαλύπτουν ένα μαγνητόφωνο που ανήκει στον ιδιοκτήτη της καλύβας, τον καθηγητή Knowby. Ο καθηγητής είχε βρει το “Necronomicon Ex Mortis“, το Βιβλίο των Νεκρών, και είχε ηχογραφήσει τη μετάφραση των σελίδων του. Ο Ash πατάει το play, οι αρχαίες λέξεις ακούγονται στο δωμάτιο και αμέσως ξυπνούν οι δαιμονικές δυνάμεις που κρύβονταν στο δάσος. Από εκείνο ακριβώς το δευτερόλεπτο, η ταινία πατάει το γκάζι και αρνείται πεισματικά να το αφήσει μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους.
Η τέχνη του να γελάς με τα δικά σου ουρλιαχτά
Αυτό που καταφέρνει το “Evil Dead II” είναι να ισορροπεί με χαρακτηριστική άνεση ανάμεσα στον τρόμο και την απόλυτη παράνοια. Η ταινία σε κάνει να πετάγεσαι από τη θέση σου με τα jump scares της και την ίδια ακριβώς στιγμή σε αναγκάζει να ξεσπάσεις σε γέλια με την υπερβολή της.
Ο σκηνοθέτης Sam Raimi δημιουργεί έναν κόσμο όπου οτιδήποτε μπορεί να ζωντανέψει και να σου επιτεθεί. Το δάσος ουρλιάζει, τα δέντρα αρπάζουν τους ανυποψίαστους επισκέπτες, ένα ακέφαλο πτώμα χορεύει στο φως του φεγγαριού κάνοντας φιγούρες μπαλέτου και τα έπιπλα του σαλονιού αρχίζουν να γελούν υστερικά.

Ακόμα και τα πιο μακάβρια σκηνικά παρουσιάζονται με έναν τρόπο που θυμίζει έντονα τα καρτούν ή τις ταινίες των Three Stooges. Το αίμα πετάγεται σε τεράστιες ποσότητες, αλλά έχει τόσες πολλές διαφορετικές αποχρώσεις που χάνει την αηδιαστική του φύση και γίνεται μέρος ενός σουρεαλιστικού καμβά.
Οι παραγωγοί μάλιστα επέμεναν να χρησιμοποιηθούν διαφορετικά χρώματα αίματος ελπίζοντας να αποφύγουν την αυστηρή βαθμολογία Χ από την επιτροπή λογοκρισίας, κάτι που τελικά αποδείχθηκε μάταιο, καθώς η επιτροπή έδωσε τη βαθμολογία ούτως ή άλλως. Έτσι, ο παραγωγός της ταινίας δημιούργησε μια εντελώς ψεύτικη εταιρεία διανομής με το όνομα Rosebud Releasing Corporation, με μοναδικό σκοπό να μπορέσει να κυκλοφορήσει την ταινία στις αίθουσες χωρίς καμία σήμανση και χωρίς καμία περικοπή.
Ο άνθρωπος, το πριόνι, ο θρύλος
Στο επίκεντρο όλου αυτού του δημιουργικού χάους βρίσκεται ο Bruce Campbell, ο οποίος παραδίδει ένα ρεσιτάλ κωμωδίας. Ο χαρακτήρας του Ash τρώει τόσο πολύ ξύλο, ταλαιπωρείται τόσο ανελέητα και φτάνει σε τέτοια όρια ψυχικής κατάρρευσης, που αναπόφευκτα γίνεται ο απόλυτος αγαπημένος του κοινού.
Η σκηνή όπου το ίδιο του το χέρι κυριεύεται από τις δαιμονικές δυνάμεις και αρχίζει να τον χτυπάει με πιάτα, να τον τραβάει από τα μαλλιά και να τον σέρνει στο πάτωμα, είναι πλέον μυθική. Ο Bruce Campbell αυτοσχεδίασε πλήρως ολόκληρη αυτή τη χορογραφία της μάχης με το χέρι του μέσα στην κουζίνα της καλύβας και ο Sam Raimi ενθουσιάστηκε τόσο πολύ που κράτησε την πρώτη κιόλας λήψη στο τελικό μοντάζ.

Η λύση που βρίσκει ο Ash για να γλιτώσει από το δαιμονισμένο του άκρο είναι εξίσου εμβληματική. Το κόβει με ένα αλυσοπρίονο και στη συνέχεια το παγιδεύει κάτω από έναν κουβά, βάζοντας από πάνω βιβλία για βάρος. Το βιβλίο που φαίνεται στην κορυφή της στοίβας είναι το “A Farewell to Arms” του Ernest Hemingway, κλείνοντας το μάτι στους θεατές με τον πιο έξυπνο τρόπο. Ο Bruce Campbell χρειάστηκε να περάσει τα πάνδεινα στα γυρίσματα, γεγονός που ίσως εξηγεί γιατί το “Evil Dead II” παραμένει η αγαπημένη του ταινία από ολόκληρη την τριλογία.
Για τη σκηνή όπου το αίμα αναβλύζει σαν καταρράκτης από τους τοίχους, ο ηθοποιός χρειάστηκε να ξαπλώσει οριζόντια στο πάτωμα ενώ του έριχναν γαλόνια ψεύτικου αίματος από πάνω, με την κάμερα γυρισμένη στο πλάι για να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση της ορθοστασίας. Το αίμα ήταν φτιαγμένο από σιρόπι καλαμποκιού, κάτι που προσέλκυσε κάθε μύγα της περιοχής και τον έκανε να φυσάει κόκκινα υγρά από τη μύτη του για τις επόμενες δύο εβδομάδες.
Πίσω από τις κάμερες και τα γαλόνια αίματος
Ολόκληρο το εγχείρημα μοιάζει με ένα μικρό θαύμα του ανεξάρτητου σινεμά. Ο Sam Raimi είχε ένα ξεκάθαρο όραμα και το υπηρέτησε με κάθε δυνατό μέσο, δημιουργώντας ένα κινητήριο οπτικό στιλ γεμάτο γρήγορα ζουμ, απότομα κοψίματα και την περίφημη πτήση της κάμερας μέσα από το δάσος. Το ενδιαφέρον είναι πως η ταινία μάλλον δε θα είχε γυριστεί ποτέ αν δεν επενέβαινε ο Stephen King.
Ο διάσημος συγγραφέας ήταν τεράστιος θαυμαστής της πρώτης ταινίας και κατά τη διάρκεια ενός δείπνου με τον παραγωγό Dino De Laurentiis, τον έπεισε να χρηματοδοτήσει αυτό το δεύτερο κεφάλαιο. Για να αποφύγει την οποιαδήποτε παρέμβαση από τα στούντιο του παραγωγού στη Βόρεια Καρολίνα, ο σκηνοθέτης επέλεξε να στήσει τα σκηνικά της καλύβας στο γυμναστήριο ενός γυμνασίου στην πόλη Wadesboro, αρκετές ώρες μακριά από τα κεντρικά γραφεία.

Τα πρακτικά εφέ της ταινίας δίνουν αυτόν τον χειροπιαστό, βρώμικο και αληθινό χαρακτήρα που λείπει από τα σύγχρονα ψηφιακά δημιουργήματα. Οι ηθοποιοί που έπαιζαν τους δαιμονισμένους φορούσαν ειδικούς, αδιαφανείς φακούς επαφής που τους τύφλωναν εντελώς, κάνοντας την κίνησή τους στον χώρο αποτέλεσμα ατελείωτων προβών.
Ακόμα και το χαρακτηριστικό τσιγάρο έπαιξε τον ρόλο του στα εφέ, καθώς ο καπνός που βγαίνει από το αλυσοπρίονο του Ash είναι στην πραγματικότητα καπνός τσιγάρου που φυσούσε ο ίδιος ο σκηνοθέτης μέσα από ένα σωληνάκι κρυμμένος πίσω από την κάμερα. Το βραβείο της ταλαιπωρίας βέβαια πηγαίνει στον μικρό αδερφό του σκηνοθέτη, τον Ted Raimi, ο οποίος υποδύθηκε τη δαιμονισμένη Henrietta φορώντας μια τεράστια και βαριά στολή από λατέξ μέσα στον καύσωνα. Ο ιδρώτας του κυριολεκτικά συγκεντρωνόταν στο εσωτερικό της στολής και το συνεργείο αναγκαζόταν να τον αδειάζει με πλαστικά ποτηράκια στο τέλος κάθε ημέρας.
Γιατί πρέπει να γίνει η ετήσια παράδοση της παρέας σου
Το να βάλεις να δεις το “Evil Dead II” με τους φίλους σου είναι εγγύηση για μια επική βραδιά. Η ταινία δεν κάνει κοιλιά ούτε για ένα λεπτό. Από τη στιγμή που ξεκινάει η δράση, ο ρυθμός είναι καταιγιστικός και τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο με τέτοια ταχύτητα που δεν προλαβαίνεις να πάρεις ανάσα.
Μαζί με την παρέα θα πιάσετε τον εαυτό σας να χειροκροτάει κάθε φορά που ο Ash βρίσκει έναν νέο ευφάνταστο τρόπο να εξοντώσει τους Deadites και να γελάτε δυνατά με τα υπέροχα πρακτικά εφέ, όπως η σκηνή με το μάτι που πετάγεται στον αέρα και καταλήγει σε ένα ανοιχτό στόμα, μια λήψη που επιτεύχθηκε παίζοντας το φιλμ ανάποδα.
Μπορείτε επίσης να το κάνετε παιχνίδι, προσπαθώντας να εντοπίσετε τα διάφορα easter eggs που έχουν κρυφτεί στα πλάνα. Αν παρατηρήσετε προσεκτικά τον τοίχο στην αποθήκη με τα εργαλεία, θα δείτε κρεμασμένο το γάντι με τις λεπίδες του Freddy Krueger, ένα μικρό αφιέρωμα από τον σκηνοθέτη προς τον συνάδελφό του Wes Craven.
Είναι αυτή η προσοχή στη λεπτομέρεια, η αυθεντική αγάπη για το είδος και η απόλυτη απουσία σοβαροφάνειας που κάνουν την ταινία τόσο διαχρονική. Την επόμενη φορά που θα αναρωτιέστε τι να δείτε το βράδυ, αφήστε στην άκρη τα βαριά δράματα και τα περίπλοκα θρίλερ. Φτιάξτε ποπ κορν, χαμηλώστε τα φώτα, βάλτε τον Ash να φωνάζει τη θρυλική ατάκα “Groovy” και αφήστε την καλύβα στο δάσος να σας παρασύρει στον πιο διασκεδαστικό κινηματογραφικό εφιάλτη που φτιάχτηκε ποτέ.



