Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Το “Ok Nefna Tysvar Ty” είναι το τρίτο full-length των Falkenbach και κυκλοφόρησε το 2003 από τη Napalm Records. Ο τίτλος του προέρχεται από ένα ρουνικό ξόρκι νίκης της σκανδιναβικής μυθολογίας. Μουσικά, σηματοδοτεί το πέρασμα του Vratyas Vakyas από τις black metal ρίζες σε έναν viking/folk ήχο με καθαρές φωνές, ακουστικά όργανα και πραγματικό ντράμερ. Πέντε χρόνια απουσίας, φήμες για τροχαίο και η σύγκριση με τους Bathory του Quorthon συνθέτουν ένα παρασκήνιο που προκαλεί συζητήσεις μέχρι σήμερα.
- Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του, ο Quorthon πέθανε και ο δίσκος βρέθηκε να κρατάει ζωντανή την παράδοση του “Hammerheart”.
- Μετά από πέντε χρόνια σιωπής, οι Falkenbach επέστρεψαν το 2003 χωρίς γρυλίσματα, με φλάουτα, καθαρές φωνές και αληθινά τύμπανα.
- Ο Vratyas Vakyas άνοιξε για πρώτη φορά το στούντιο στους Boltthorn, Hagalaz και Tyrann, με τον Quorthon για πυξίδα.
Πάνω από είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το “Ok Nefna Tysvar Ty” των Falkenbach ακόμα χωρίζει τους οπαδούς του viking metal σε δύο στρατόπεδα. Το πρώτο το βλέπει ως τον δίσκο που πήρε την κληρονομιά των Bathory και της έδωσε καθαρό, σύγχρονο ήχο. Το δεύτερο ακούει έναν μαθητή που πατάει στα χνάρια του δασκάλου του πιο κοντά απ’ όσο σηκώνει η σύγκριση. Σε ένα σημείο συμφωνούν όλοι, ότι εδώ ο Vratyas Vakyas έκλεισε την πόρτα στο black metal του ξεκινήματός του.
Κυκλοφόρησε το 2003 από τη Napalm Records και είναι το τρίτο full-length του σχήματος, μετά το “…En Their Medh Riki Fara…” του 1996 και το “…Magni Blandinn Ok Megintíri…” του 1998. Για πρώτη φορά, ο Vratyas Vakyas δεν έπαιξε μόνος του. Πραγματικός ντράμερ, δεύτερη φωνή και ακουστική κιθάρα από session μουσικούς έκαναν το προσωπικό του project να ακούγεται σαν κανονική μπάντα. Γύρω από τον δίσκο υπάρχουν πέντε χρόνια σιωπής, ένας τίτλος βγαλμένος από αρχαίο ξόρκι και η σκιά του Quorthon, που έφυγε από τη ζωή λίγους μήνες αργότερα.
Falkenbach 1998-2003: Τι κράτησε τον Vratyas Vakyas μακριά για πέντε χρόνια
Ένα σοβαρό τροχαίο, σύμφωνα με τις φήμες που κυκλοφόρησαν τότε στη σκηνή, είναι η εξήγηση που ακούστηκε περισσότερο για το κενό ανάμεσα στο 1998 και το 2003. Στα πέντε αυτά χρόνια δεν βγήκε καινούργια μουσική, και όταν το σχήμα επέστρεψε, ο ήχος είχε αλλάξει τόσο πολύ, που αρκετοί μίλησαν για καινούργια αρχή. Η πιο ουσιαστική διαφορά βρισκόταν στον τρόπο δουλειάς. Ο Vakyas κράτησε τη σύνθεση, τους στίχους και τον τελικό λόγο, αλλά για πρώτη φορά άνοιξε το στούντιο σε άλλους μουσικούς.
Μέχρι τότε, το project μετρούσε ήδη σχεδόν μια δεκαετία ζωής. Ξεκίνησε το 1989, πέρασε χρόνια σε περιορισμένα demos και άργησε να φτάσει στο πρώτο full-length, γιατί ο Vakyas δυσκολευόταν να βρει στο στούντιο τον ήχο που είχε στο μυαλό του. Το ντεμπούτο του 1996 έγερνε ακόμα προς το black metal, με στριγκές φωνές και προγραμματισμένα τύμπανα. Το “…Magni Blandinn Ok Megintíri…” του 1998 έστριψε ήδη προς το folk, με τον Vakyas να παίζει ακόμα όλα τα όργανα μόνος του.

Σύμφωνα με τα credits του δίσκου, ο Boltthorn ανέλαβε τα τύμπανα, ο Hagalaz την ακουστική κιθάρα και ο Tyrann τα πρόσθετα φωνητικά. Τα προγραμματισμένα τύμπανα των προηγούμενων δίσκων έδωσαν τη θέση τους σε παίξιμο που ανασαίνει, με γεμίσματα και κύμβαλα που δεν θυμίζουν μηχανή. Η δεύτερη φωνή έφερε πιο πυκνές αρμονίες στα ρεφρέν και η ακουστική κιθάρα πέρασε από το φόντο στο προσκήνιο. Οι τρεις αυτές αλλαγές έστησαν τον ήχο που οι Falkenbach κρατάνε μέχρι σήμερα.
“Ok Nefna Tysvar Ty” σημασία: Το ρουνικό ξόρκι της Edda πίσω από τον τίτλο
Στα παλαιά νορδικά, το “Ok Nefna Tysvar Ty” σημαίνει «και ονόμασε δύο φορές τον Týr». Προέρχεται από το “Sigrdrífumál”, ένα από τα ποιήματα της Poetic Edda, της συλλογής που διασώζει τους παλαιότερους μύθους του Βορρά. Στο ποίημα, ο ήρωας Sigurd περνάει μέσα από έναν κύκλο φωτιάς και ξυπνάει τη Βαλκυρία Sigrdrífa, που είχε κοιμηθεί με εντολή του Odin. Η τιμωρία της είχε συγκεκριμένο λόγο, αφού σε μια μάχη είχε δώσει τη νίκη στον βασιλιά που ο Odin ήθελε να χάσει.
Μόλις ξυπνήσει, η Sigrdrífa προσφέρει στον Sigurd ένα κέρασμα μπύρας «ανακατεμένο με δύναμη και μεγάλη δόξα». Στο πρωτότυπο, η φράση της πέμπτης στροφής είναι “Magni Blandinn Ok Megintíri”. Κάτι σας θυμίζει; Είναι ο τίτλος του προηγούμενου δίσκου των Falkenbach, κάτι που σημαίνει ότι ο Vakyas διάβαζε το ίδιο ποίημα στροφή προς στροφή. Δύο διαδοχικοί δίσκοι πήραν το όνομά τους από δύο διαδοχικούς στίχους.
Στην έκτη στροφή έρχονται οι ρούνοι της νίκης. Η Βαλκυρία λέει στον Sigurd ότι όποιος θέλει να νικήσει πρέπει να τις χαράξει στη λαβή του σπαθιού και σε σημεία της λάμας, και μετά να φωνάξει δύο φορές το όνομα του Týr. Ο Týr είναι ο θεός του πολέμου και του όρκου, αυτός που έχασε το χέρι του για να δεθεί ο λύκος Fenrir. Ο ρούνος του, η Tiwaz, έχει σχήμα αιχμής δόρατος και συνδέεται από παλιά με τη νίκη στη μάχη.

Αξίζει να σταθεί κανείς στη λογική του ξορκιού. Για να πιάσει, χρειάζεται και το χαραγμένο σημάδι και το όνομα που ακούγεται δυνατά, δηλαδή γραφή και φωνή μαζί. Για έναν δίσκο γεμάτο θεούς, προγόνους και ταξίδια με πλοία, ο τίτλος ταιριάζει γάντι. Ταιριάζει και με την ίδια τη μουσική, όπου ο Vakyas δίνει περισσότερο χώρο από ποτέ στη φωνή, πάνω σε συνθέσεις που χτίζονται αργά και με υπομονή.
Falkenbach μουσική μετάβαση: Ο δρόμος από το black στο viking metal
Ο δρόμος των Falkenbach από το black στο viking metal ξεκινάει από τις φωνές, που είναι και η πιο εμφανής αλλαγή του δίσκου. Τα brutal φωνητικά σχεδόν εξαφανίζονται και τη θέση τους παίρνουν καθαρές, τραβηγμένες φωνές που θυμίζουν ψαλμωδία. Σε σαράντα λεπτά μουσικής, τα growls ακούγονται ουσιαστικά μόνο στο δεύτερο μέρος του “Vanadis”. Το εναρκτήριο κομμάτι, που πήρε το όνομά του από ένα προσωνύμιο της θεάς Freyja, κρατάει σχεδόν εννιά λεπτά και ανοίγει με πολεμικά κέρατα.
Ανάλογη είναι η αλλαγή στις κιθάρες. Οι ηλεκτρικές περνάνε στο ρυθμικό κομμάτι και παίζουν βαριές, αργές συγχορδίες σε ρυθμό πορείας, ενώ τις μελωδίες τις κουβαλάνε ακουστικές κιθάρες, φλάουτα και πλήκτρα. Λείπουν το ξύσιμο και τα blast beats, με τα τραγούδια να μένουν σε μεσαίες ταχύτητες και να γυρίζουν συνέχεια στα ίδια θέματα. Το αποτέλεσμα είναι ένα metal τόσο μαλακό σε σημεία, που σχεδόν γέρνει προς το rock.
Το “Donar‘s Oak” δείχνει πιο καθαρά από κάθε άλλο κομμάτι πού πήγε ο ήχος. Ο τίτλος αναφέρεται στην ιερή βελανιδιά των Γερμανών, αφιερωμένη στον Donar, τον θεό που οι Σκανδιναβοί λένε Thor, την οποία έκοψε ο ιεραπόστολος Boniface τον 8ο αιώνα. Το ρεφρέν τραγουδιέται στα παλαιά νορδικά, με στίχους από το “Grímnismál”, άλλο ένα ποίημα της Poetic Edda. Στη μέση του κομματιού, ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα μπλέκονται με το φλάουτο από πάνω και το folk γίνεται ένα με το metal.
Ακόμα πιο αποκαλυπτικό είναι το “…The Ardent Awaited Land”. Ο Vakyas γυρίζει σε ένα θέμα του ντεμπούτου, το “Into The Ardent Awaited Land”, και το ξαναστήνει ως ήσυχη folk μπαλάντα με ακουστικές κιθάρες και χαμηλόφωνο τραγούδι. Υλικό που το 1996 περνούσε μέσα από black metal φίλτρο, εδώ βγαίνει σχεδόν ακουστικό. Με αυτή την κίνηση, ο ίδιος ο δημιουργός έδειχνε ότι η αλλαγή άγγιζε το σχήμα από τη ρίζα του.
Falkenbach και Bathory: Πόσα χρωστάει ο δίσκος στον Quorthon
Ο δίσκος χρωστάει πολλά στον Quorthon, αφού σχεδόν όλα τα βασικά του υλικά έρχονται από την viking περίοδο των Bathory. Ο Quorthon είχε ανοίξει τον δρόμο με το “Hammerheart” του 1990 και το “Twilight Of The Gods” του 1991, όπου άφησε πίσω την επιθετικότητα των πρώτων δίσκων για μεγάλες συνθέσεις, ακουστικά περάσματα και καθαρό τραγούδι. Ακουστικές εισαγωγές, βαριές συγχορδίες σε ρυθμό πορείας, χορωδίες χωρίς λόγια και ήχοι από κύματα έγιναν από τότε το βασικό λεξιλόγιο του είδους. Όλα αυτά τα βρίσκεις και εδώ.
Όπως επισημαίνεται στις περισσότερες κριτικές της εποχής, η απόσταση από το πρότυπο ήταν μικρή. Οι αυστηρότεροι έφτασαν να βαφτίσουν τον δίσκο “Nordland III”, αφού βγήκε σχεδόν μαζί με τα δύο “Nordland” του ίδιου του Quorthon. Το μεγάλο τους παράπονο αφορούσε την παραγωγή. Ο καθαρός ψηφιακός ήχος έβγαζε στη φόρα την απλότητα των συνθέσεων, που στους Bathory κρυβόταν πίσω από τη θολούρα της αναλογικής ταινίας. Έτσι, κομμάτια όπως το “Homeward Shore” ακούστηκαν σε αρκετούς άκαμπτα και λίγο ψυχρά.

Η άλλη πλευρά άκουσε κάτι διαφορετικό. Για αυτούς, ο Vakyas πήρε το πρότυπο και το καθάρισε, έδωσε βάρος στις μελωδίες και τις φωνές και έγραψε τραγούδια που θυμίζουν περισσότερο ύμνους παρά πολεμικά εμβατήρια. Σε σημεία όπως το “Farewell”, που κλείνει τον δίσκο με διάρκεια πάνω από οκτώ λεπτά, οι μελωδίες αποκτούν σχεδόν χορευτικό τόνο και απομακρύνονται από τη στωικότητα του Quorthon. Στα αυτιά αυτού του κοινού, ο μαθητής έκανε κάτι παραπάνω από απλή επανάληψη.
Ο χρόνος έδωσε στη συζήτηση και μια πικρή πλευρά. Στις 7 Ιουνίου 2004, λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του δίσκου, ο Quorthon πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια σε ηλικία 38 ετών. Από εκεί και πέρα, όποιος έψαχνε τον ήχο του “Hammerheart” είχε πολύ λιγότερα μέρη να κοιτάξει. Ξαφνικά, ο δίσκος που κατηγορήθηκε ότι μιμείται τους Bathory βρέθηκε ανάμεσα στους πιο κοντινούς συνεχιστές μιας φωνής που δεν θα ξανακουγόταν.
“Ok Nefna Tysvar Ty” επιρροή: Η κληρονομιά του δίσκου στους Falkenbach και στη σκηνή
Η κληρονομιά του δίσκου φαίνεται πρώτα στην ίδια τη δισκογραφία των Falkenbach, που από εκεί και πέρα έμεινε πιστή στη συνταγή του. Το “Heralding – The Fireblade” του 2005 μάζεψε και ξαναηχογράφησε παλιό υλικό από τα demos, και τα “Tiurida” του 2011 και “Asa” του 2013 έμειναν στην ίδια συνταγή, με session μουσικούς, καθαρές φωνές και αργούς ρυθμούς. Το black metal του ξεκινήματος δεν επέστρεψε ποτέ ως κεντρικό στοιχείο του ήχου.
Στην ευρύτερη σκηνή, το “Ok Nefna Tysvar Ty” έδειξε ότι ένα προσωπικό project μπορεί να ακουστεί σαν ολόκληρη μπάντα, αρκεί να ανοίξει το στούντιο στους σωστούς ανθρώπους. Έδειξε ακόμα ότι το viking metal μπορεί να μείνει ζωντανό με αργούς ύμνους, χωρίς να καταφύγει σε τραγούδια για μπύρα και μάχες. Στα χρόνια που ακολούθησαν, μεγάλο μέρος του folk metal στράφηκε σε πιο γιορτινούς ρυθμούς. Οι Falkenbach κράτησαν τον πιο σοβαρό, τελετουργικό δρόμο και έγιναν σημείο αναφοράς για όσους τον προτιμούν.
Ωστόσο, αυτό που κρατάει τον δίσκο στη συζήτηση ως σήμερα είναι η διαφωνία γύρω του. Κάθε νέα γενιά ακροατών που ανακαλύπτει τους Bathory φτάνει κάποια στιγμή στους Falkenbach και ξανανοίγει το ίδιο ερώτημα για το πού σταματάει η επιρροή και πού ξεκινάει η μίμηση. Ο Vakyas έδωσε τη δική του απάντηση με τους επόμενους δίσκους, που πήραν τον ίδιο δρόμο χωρίς καμία παρέκκλιση.



