Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Μια μικρή πόλη στα ελβετικά βουνά, τέσσερα demo σε κασέτα και ένα συγκρότημα που δεν περίμενε άδεια από κανέναν. Οι Messiah ηχογράφησαν βρόμικα, βιαστικά και πριν προλάβει το είδος να βαφτιστεί. Σαράντα χρόνια αργότερα, το όνομα αντέχει.
- Η αξία τους είναι ιστορική: κρατούν ζωντανή τη στιγμή που thrash, death και black δεν είχαν ακόμα σύνορα.
- Έδειξαν ότι ένα ερασιτεχνικό σχήμα μπορούσε να κυκλοφορήσει μόνο του δίσκο και να φτάσει στην παγκόσμια σκηνή.
- Δύο αυτοχρηματοδοτούμενα άλμπουμ στα 80s, η υπογραφή στη Noise και η επιστροφή του 2018 ορίζουν τις τρεις φάσεις τους.
Στον χάρτη του ακραίου ήχου η Ελβετία χωράει σε λίγα ονόματα, και τα περισσότερα τα έχεις ακούσει. Οι Messiah εμφανίζονται λίγο πιο κάτω στη λίστα, συνήθως ως υποσημείωση σε κουβέντες για το πώς σχηματίστηκε το death metal. Το σχήμα από το Baar ξεκίνησε το 1984 και, με δικά του λεφτά και δική του εταιρεία, έβγαλε δίσκους που δεν του είχε ζητήσει κανένας. Σαράντα και κάτι χρόνια μετά, είναι ακόμα ενεργό.
Μέσα σε αυτά τα χρόνια άλλαξαν τρεις τραγουδιστές, σταμάτησαν δύο φορές και επέστρεψαν μία, με τρόπο που δεν περίμενε κανείς, ούτε τα ίδια τα μέλη. Ποτέ δεν έγιναν μεγάλο όνομα, βρέθηκαν όμως στο σημείο μηδέν αρκετών πραγμάτων που σήμερα τα θεωρούμε δεδομένα. Στο ενδιάμεσο άφησαν εφτά δίσκους, μερικές ιστορίες που αξίζουν όσο και η μουσική, και έναν θάνατο που έκλεισε οριστικά ένα κεφάλαιο.
Πώς ξεκίνησε η μπάντα και ποιοι ήταν στην αρχική σύνθεση;
Η πρώτη σύνθεση ήταν τριμελής, με τον Tschösi στα φωνητικά, τον Brögi στην κιθάρα και τον Jazzi στα τύμπανα. Baar, 1984, μια πόλη χωρίς καμία σχέση με τίποτα. Γύρω τους πάντως η ελβετική σκηνή έβραζε, με τους Hellhammer να μετατρέπονται σε Celtic Frost, τους Coroner να στήνουν κάτι πιο τεχνικό και ονόματα όπως Fear Of God και Excruciation να δουλεύουν στο περιθώριο. Η Ελβετία των μέσων 80s παρήγαγε ακραίο ήχο με ρυθμό που δεν δικαιολογούσαν ούτε το μέγεθος ούτε ο πληθυσμός της.
Από το 1984 ως το 1985 έβγαλαν τέσσερα demo, το ένα πίσω από το άλλο, με τον τρόπο που δούλευαν όλοι τότε: κασέτα, φωτοτυπημένο εξώφυλλο, ταχυδρομείο. Τα ακούσματά τους φαίνονταν από χιλιόμετρα, Venom, πρώιμοι Sodom, Bathory, Possessed, Sepultura και φυσικά Hellhammer. Κανείς τους δεν είχε βρει ακόμα το «σωστό» παίξιμο για αυτό το είδος, οπότε το λάθος παίξιμο ήταν το μόνο διαθέσιμο υλικό. Εκεί ακριβώς κρύβεται το ενδιαφέρον των πρώτων τους χρόνων.
Το 1986 έστησαν δική τους εταιρεία, τη Chainsaw Murder Records, για να βγάλουν το πρώτο τους άλμπουμ. Δεν υπήρχε κανένας να τους πει ναι, οπότε το είπαν μόνοι τους. Μικρή, άσημη και ελβετική, η Chainsaw Murder δεν άνοιξε πόρτες σε κανέναν άλλον, έκανε όμως τη δουλειά της. Το δίκτυο που κυκλοφόρησε τον δίσκο ήταν οι ανταλλαγές κασετών και τα fanzines, ένα σύστημα διανομής χωρίς γραφεία και χωρίς συμβόλαια.
Hymn To Abramelin: Γιατί θεωρείται δίσκος-ορόσημο για το death metal;
Ο “Hymn To Abramelin” βγήκε το 1986 και για τα μέτρα της εποχής ήταν ωμός σε βαθμό που ξένιζε. Οι ενορχηστρώσεις τσαλακώνονταν, τα φωνητικά έβγαιναν χωρίς κανένα φίλτρο, η παραγωγή κουβαλούσε όλη τη σκόνη μιας μπάντας που ηχογραφεί με ό,τι βρει μπροστά της. Σήμερα ο δίσκος αναφέρεται σταθερά ανάμεσα στις cult κυκλοφορίες των πρώτων χρόνων του death/thrash, και όχι τυχαία. Το 1986 ελάχιστοι είχαν πάει τόσο μακριά, και ακόμα λιγότεροι από μια χώρα που κανείς δεν κοιτούσε.

Έναν χρόνο μετά ήρθε το “Extreme Cold Weather” και μεγάλωσε το κοινό τους. Η πιο χρήσιμη εξέλιξη όμως ήρθε το 1990, όταν η Nuclear Blast το επανέκδωσε σε CD και έβαλε μέσα ολόκληρο το ντεμπούτο. Εκείνη η επανέκδοση έβγαλε τους Messiah από το κύκλωμα των κασετών και τους παρέδωσε σε μια γενιά που αγόραζε πια CD από δισκοπωλεία. Χωρίς αυτήν, η σημερινή συζήτηση για αυτούς θα ήταν αρκετά μικρότερη.
Σημασία εδώ έχει το timing. Το death metal δεν είχε κλειδώσει ακόμα τους κανόνες του, τα όρια ανάμεσα σε thrash, death και black ήταν θολά, και σχήματα σαν τους Messiah έπαιζαν και στις τρεις πλευρές επειδή κανείς δεν τους είχε πει ότι πρέπει να διαλέξουν. Οι δύο πρώτοι δίσκοι λειτουργούν σήμερα σαν φωτογραφία ενός είδους πριν αποκτήσει σχήμα.
Τι άλλαξε όταν υπέγραψαν σε μεγάλη εταιρεία;
Στις αρχές των 90s η μπάντα δεν ήταν πια η ίδια. Στα φωνητικά είχε περάσει ο Andy Kaina, στα τύμπανα ο Steve Karrer, στο μπάσο ο Patrick Hersche, με τον Brögi το μόνο κομμάτι που είχε μείνει από το 1984. Αυτή η τετράδα είναι η σύνθεση που εννοούν οι περισσότεροι όταν λένε Messiah. Μαζί της ήρθε και η υπογραφή στη Noise Records του Karl Walterbach, δηλαδή το πέρασμα από τη δική τους κουζίνα σε εταιρεία με προϋπολογισμό.
Η Noise ήταν τότε από τα μεγάλα σπίτια του ευρωπαϊκού metal, με Celtic Frost, Kreator και Helloween στο ρόστερ. Για μια μπάντα που μέχρι πρότινος τύπωνε μόνη της τα εξώφυλλά της, η διαφορά ήταν τεράστια παντού: στούντιο, παραγωγή, διανομή, περιοδείες. Ο Brögi το λέει καθαρά για εκείνη την περίοδο, ότι τότε δούλεψαν για πρώτη φορά «πλήρως επαγγελματικά» και ότι τα πράγματα έπαψαν να είναι τόσο χαοτικά όσο στα πρώτα χρόνια.
Το πρακτικό αποτέλεσμα φάνηκε και στους δρόμους. Οι Messiah βγήκαν σε περιοδεία με τους Deicide, σε μια εποχή που το αμερικανικό death metal σάρωνε την Ευρώπη και οι ευρωπαϊκές μπάντες έπαιζαν συνήθως τον ρόλο του support. Από τις ανταλλαγές κασετών στο tour bus πέρασαν σε λιγότερο από πέντε χρόνια, κάτι που για ένα ελβετικό σχήμα του 1986 ακουγόταν σαν αστείο.
Choir Of Horrors: Ο καλύτερος δίσκος των Messiah
Ο “Choir Of Horrors” ηχογραφήθηκε στα Sky Trak Studios του Βερολίνου με παραγωγό τον Sven Conquest και κυκλοφόρησε το 1991. Ήταν ο πρώτος τους δίσκος που ακουγόταν καθαρός, με ανανεωμένη σύνθεση και δουλεμένα φωνητικά. Ο Brögi λέει ότι μουσικά ήταν «λίγο-πολύ death metal» και ότι ακριβώς γι’ αυτό τους έφερε μια ολόκληρη νέα γενιά ακροατών. Μια μπάντα χτισμένη πάνω στο χάος βρήκε τελικά το κοινό της όταν σταμάτησε να ακούγεται χαοτική.

Το μεγάλο ατού του δίσκου πάντως ήταν η φωνή του Andy Kaina. Βραχνή, στραγγισμένη και αναγνωρίσιμη από το πρώτο δευτερόλεπτο, είχε μια λεπτομέρεια σπάνια για το death metal της εποχής: καταλάβαινες τι έλεγε. Ο Brögi λέει ότι ο Kaina «έδωσε ζωή» στον δίσκο και έστησε μόνος του την ατμόσφαιρά του. Χωρίς εκείνον ο “Choir Of Horrors” θα ήταν ένας καλός δίσκος ανάμεσα σε πολλούς καλούς δίσκους του 1991.
Η φήμη εκείνου του δίσκου πάντως σκιάζει κάπως τα υπόλοιπα. Οι Messiah είχαν ήδη πίσω τους έξι χρόνια κυκλοφοριών όταν βγήκε, και θα έβγαζαν τέσσερις ακόμα μετά από αυτόν. Το 1991 είναι η χρονιά που ακούστηκαν περισσότερο, όχι η χρονιά που έγιναν αυτό που είναι.
Γιατί σταμάτησαν στα 90s και πώς επέστρεψαν;
Ακολούθησαν ο “Rotten Perish” το 1992 και ο “Underground” το 1994, και μετά η μπάντα σταμάτησε. Οι λόγοι ήταν καλλιτεχνικοί, οι γνωστές διαφωνίες για το πού πηγαίνει ο ήχος. Το 2003 ξαναβρέθηκαν, πρόβαραν, έπαιξαν μία συναυλία και στη συνέχεια δήλωσαν ρητά ότι δεν τους ενδιαφέρει καμία επανένωση. Εκεί θα τελείωνε η ιστορία, αν δεν υπήρχε ένα τηλεφώνημα δεκατέσσερα χρόνια αργότερα.
Στα τέλη του 2017 ένας φίλος διοργανωτής τούς ζήτησε να παίξουν μερικά secret shows στη Λουκέρνη. Δέχτηκαν σχεδόν για πλάκα, και στις αρχές του 2018 έγραφαν ήδη καινούριο υλικό. Η επιστροφή έγινε με τη σύνθεση των δίσκων της Noise, δηλαδή με τον Kaina πίσω στο μικρόφωνο. Στο ενδιάμεσο η High Roller είχε επανεκδώσει τα δύο πρώτα άλμπουμ, οπότε υπήρχε κοινό να τους περιμένει.
Το 2020 βγήκαν το EP “Fatal Grotesque Symbols – Darken Universe” και ο “Fracmont”, 26 χρόνια μετά τον “Underground”. Προς το τέλος του 2021 όμως ο Kaina αποχώρησε, λέγοντας ότι είχε χάσει το κίνητρο και ήθελε να ασχοληθεί με άλλα πράγματα. Χώρισαν φιλικά, η μπάντα αποφάσισε να συνεχίσει, και τη θέση του πήρε ο Marcus Seebach από το Chur.

Τον Νοέμβριο του 2022 ο Kaina έφυγε από καρδιακή προσβολή, έναν χρόνο μετά την αποχώρησή του. Ο δίσκος που ακολούθησε, ο “Christus Hypercubus” του 2024, κυκλοφόρησε χωρίς τη φωνή που είχε ορίσει τη μπάντα στα 90s. Στη σύνθεση είχε μπει πια και ο V.O. Pulver, γνωστός Ελβετός παραγωγός, ως δεύτερη κιθάρα.
Τι άφησαν τελικά στη σκηνή;
Θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι οι Messiah άλλαξαν το metal. Ποτέ δεν πούλησαν σε μεγάλα νούμερα, δεν έγιναν σημαία κάποιου υποείδους, και στις λίστες επιρροών των νεότερων μπαντών το όνομά τους σπάνια μπαίνει πρώτο. Στην Ελβετία των 80s το μεγάλο βάρος το σήκωσαν οι Hellhammer και οι Celtic Frost, και αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς.
Αυτό που τους μένει είναι πιο συγκεκριμένο. Οι δύο πρώτοι δίσκοι εμφανίζονται σταθερά στις συζητήσεις για το πώς σχηματίστηκε το death/thrash, επανεκδίδονται με επιμέλεια που δεν παίρνουν ούτε δίσκοι πιο γνωστών σχημάτων, και εξακολουθούν να βρίσκουν καινούριους ακροατές. Η αξία τους φαίνεται στο ότι το υλικό τους αντέχει να ξαναβγαίνει τριάντα πέντε και σαράντα χρόνια μετά.
Μένει και κάτι ακόμα, πιο απλό. Η μπάντα γύρισε το 2018 χωρίς να μετατραπεί σε περιοδεύον μουσείο, έβγαλε δύο καινούριους δίσκους και συνεχίζει με σύνθεση που δεν προσποιείται ότι είναι η παλιά. Σαράντα χρόνια μετά την πρώτη τους κυκλοφορία, οι άνθρωποι που την έφτιαξαν δουλεύουν ακόμα, κάτι που δεν μπορούν να πουν πολλοί συνομήλικοί τους.



