Το 2001 η κυκλοφορία του “Blackwater Park” έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στον χώρο της ακραίας μουσικής. Οι Opeth, μια σουηδική παρέα με περίεργη φήμη και άδεια πορτοφόλια, σόκαραν τους πάντες και έγραψαν ιστορία. Ο δίσκος πήρε τον σκληρό ήχο και τον οδήγησε σε εντελώς νέα, progressive μονοπάτια. Πώς έφτασαν μέχρι εκεί; Η διαδρομή προς την κορυφή είχε αναποδιές, αποτυχημένες συναυλίες, τεράστιες αλλαγές και μια απόπειρα ληστείας. Όλη η ιστορία ξεκινά πολύ πριν το συγκρότημα μπει στο στούντιο για να γράψει την πρώτη νότα.
Για να καταλάβουμε τη σημασία του “Blackwater Park”, γυρίζουμε τον χρόνο στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ο τραγουδιστής David Isberg είχε ιδρύσει τους Opeth το 1989 στη Στοκχόλμη. Η μπάντα κινούνταν αρχικά στον χώρο του “καθαρού” death metal. Η τοπική σκηνή ζούσε τότε τη δική της έκρηξη. Σχήματα όπως οι Entombed και οι Dismember αποτελούσαν τα πιο καυτά ονόματα του underground.
Enter Mikael Åkerfeldt
Το 1990 ο Isberg έφερε τον Mikael Åkerfeldt στο σχήμα ως μπασίστα. Η κίνηση έγινε εντελώς αυθαίρετα, χωρίς καν να ενημερωθεί ο τότε μπασίστας. Ακολούθησε ένας τεράστιος εσωτερικός καβγάς που κατέληξε με τον ο Isberg να διώχνει όλα τα μέλη εκτός από τον Åkerfeldt. Τα πράγματα έγιναν εξαιρετικά άβολα στην πρώτη συναυλία της νέας σύνθεσης. Ήταν μια απόλυτη καταστροφή.
Ο ντράμερ Anders Nordin δεν θυμόταν τα τραγούδια. Ο Åkerfeldt αναγκαζόταν να γυρίζει συνεχώς την πλάτη στο κοινό για να του κάνει νοήματα και να του φωνάζει τις αλλαγές στον ρυθμό. Το κοινό πετούσε πράγματα στο πρόσωπο του Isberg κατά τη διάρκεια του σόου. Κάποιος, μάλιστα, του έκλεψε τη βάση του μικροφώνου και ο τραγουδιστής άρχισε να τρέχει μέσα στο πλήθος προσπαθώντας να τον πιάσει.

Ο Isberg αποχώρησε το 1992 και ο Åkerfeldt ανέλαβε τα ηνία σε φωνή και κιθάρα. Είχε έντονες επιρροές από τους Deep Purple και τους Pink Floyd, καθώς και από τους Morbid Angel. Ήθελε να οδηγήσει την μπάντα σε πιο progressive και ανοιχτά μονοπάτια. Έγραψε κομμάτια που έμοιαζαν ελάχιστα με το παραδοσιακό death metal. Οι νέες συνθέσεις περιλάμβαναν πολύπλοκες μελωδίες, ακουστικά περάσματα και τζαζ σόλο στο μπάσο.
Η κακή φήμη των Opeth & η δύσκολη πραγματικότητα
Το 1994 οι Opeth κλείστηκαν στα Unisound Studios με τον Dan Swanö των Edge Of Sanity για να ηχογραφήσουν το ντεμπούτο τους, “Orchid”. Η φήμη τους όμως παρέμενε άθλια στη Σουηδία. Ο Swanö τους διηγήθηκε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό. Μια death metal μπάντα ονόματι Unanimated πήγε στο στούντιο αμέσως μετά τους Opeth. Ρώτησαν τον Swanö ποια ήταν η τελευταία του δουλειά και όταν εκείνος απάντησε οι Opeth, η αντίδρασή τους ήταν άμεση και απαξιωτική. Του είπαν πως η μπάντα είναι εντελώς χάλια.
Διάβασε επίσης: Ο Mikael Åkerfeldt και το αιώνιο ταξίδι των Opeth
Όταν ο παραγωγός τούς έβαλε να ακούσουν τον δίσκο, τα μέλη των Unanimated εντυπωσιάστηκαν από το επίπεδο της μουσικής. Συγκάλεσαν αμέσως συμβούλιο για να δουν τι θα κάνουν. Ο Åkerfeldt ήθελε απεγνωσμένα να αλλάξει την εικόνα του συγκροτήματος. Κουβαλούσε πάντα μια κασέτα του “Orchid” στο μπουφάν του και την έβαζε να παίζει στα παρασκήνια διαφόρων συναυλιών για να αναγκάσει τον κόσμο να ρωτήσει ποιοι παίζουν.
Τα χρόνια πέρασαν και το συγκρότημα άρχισε να κερδίζει έδαφος με το “Morningrise” του 1996 και το “My Arms, Your Hearse” του 1998. Eνώ το “Still Life” το 1999 έφερε στο προσκήνιο την κλασική σύνθεση των Opeth, με τον Mikael Åkerfeldt στην κιθάρα και τα φωνητικά, τον Peter Lindgren στην κιθάρα, τον Martín López στα τύμπανα και τον Martín Méndez στο μπάσο. Μία σύνθεση που έδεσε εξαιρετικά καλά και οδήγησε το συγκρότημα στο επόμενο βήμα του.
Η αλλαγή εταιρείας
Οι μουσικές τους επιρροές ξέφυγαν πλέον από τον σκληρό ήχο. Κατά τη δημιουργία των δίσκων τους άρχισαν να ακούνε τζαζ, σόουλ και καλλιτέχνες όπως ο Stevie Wonder. Παρά όμως την καλλιτεχνική τους ωριμότητα, τα επιχειρηματικά προβλήματα τους κρατούσαν πίσω. Μέσα σε δέκα χρόνια είχαν κυκλοφορήσει τέσσερις δίσκους. Παρόλα αυτά, είχαν κάνει μόνο μία περιοδεία στο πλευρό των Cradle Of Filth.

Η τεράστια αλλαγή σκηνικού ήρθε εν όψει του “Blackwater Park”, καθώς, έχοντας ήδη κυκλοφορήσει το “Still Life” μέσω της Peaceville Records που αποτελούσε σπίτι συγκροτημάτων όπως οι Katatonia και οι Anathema, η εταιρεία διανομής Music For Nations ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με τους Σουηδούς που το αφεντικό της, ο Andy Black, απείλησε να ακυρώσει όλη τη συμφωνία αν δεν έπαιρνε τους Opeth στο δικό του ρόστερ.
Η αλλαγή εταιρείας τούς έδωσε το μάνατζμεντ και τον ατζέντη που χρειάζονταν για τις συναυλίες τους, αποκτώντας πλέον τον κατάλληλο μηχανισμό. Πριν ξεκινήσουν τις ηχογραφήσεις, ο Åkerfeldt πήγε στο σπίτι ενός φίλου του στη Στοκχόλμη για να δουλέψει μερικά ντέμο. Εκείνη την περίοδο προέκυψε και ο τίτλος του δίσκου, ο οποίος ήταν δανεισμένος από μια ομώνυμη γερμανική progressive rock μπάντα. Μάλιστα, ήταν η πρώτη φορά που οι Opeth είχαν αποφασίσει τον τίτλο “Blackwater Park” πριν καν μπουν στο στούντιο.
Οι Opeth στα Studio Fredman και στο σπίτι του Stanne
Η προετοιμασία της μπάντας για τις ηχογραφήσεις ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Δεν είχαν έτοιμους στίχους και είχαν κάνει μόνο τρεις πρόβες με το νέο υλικό. Ακόμα και η αναχώρησή τους για το Γκέτεμποργκ ήταν επεισοδιακή. Ο Åkerfeldt και ο Lindgren δέχτηκαν επίθεση στον σταθμό του μετρό την παραμονή του ταξιδιού. Κάποιος τους απείλησε με μαχαίρι για να τους ληστέψει. Τελικά, οι δύο Σουηδοί καάφεραν να κρατήσουν τα όργανά τους. Όταν λοιπόν αποδείχθηκε πως δεν είχαν καθόλου χρήματα πάνω τους, ο ληστής αποχώρησε απογοητευμένος.
Τελικά, τον Αύγουστο του 2000 οι Opeth μπήκαν στα Studio Fredman και εκεί τους περίμενε ο Fredrik Nordström. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν κάπως περίεργες, καθώς ο Nordström τούς κανόνισε ένα μικρό δωμάτιο μέσα στο στούντιο με τέσσερα κρεβάτια. Αργότερα έμειναν για λίγο σε ένα σκάφος και τελικά νοίκιασαν το διαμέρισμα του Mikael Stanne των Dark Tranquillity, που έλειπε τότε σε περιοδεία. Η απομόνωσή τους σε μια άλλη πόλη τούς επέτρεψε να βυθιστούν πλήρως στο υλικό.
Οι ρυθμοί εργασίας τους φαίνονταν παράξενοι στους γύρω τους. Εκείνη την περίοδο οι Soilwork ηχογραφούσαν στο ίδιο κτίριο και δεν σταματούσαν λεπτό. Οι Opeth έμοιαζαν στα μάτια τους με ερασιτέχνες, αφού έκαναν τεράστια διαλείμματα και δούλευαν μόνο όταν η διάθεση ήταν σωστή. Η προσέγγιση του Nordström δοκίμασε επίσης τα νεύρα τους. Ο παραγωγός έφτιαχνε τον ήχο στα όργανα και μετά έφευγε από τον χώρο. Πολλές φορές οι ηχογραφήσεις διακόπτονταν από μεθυσμένες γυναίκες, που έκαναν πάρτι σε διπλανές αίθουσες και εισέβαλαν στο δωμάτιο.
Enter Steven Wilson
Η τελική μορφή του “Blackwater Park” διαμορφώθηκε με την άφιξη του Steven Wilson των Porcupine Tree. Ο Wilson άκουσε το “Still Life” όταν ένας Γάλλος δημοσιογράφος του έδωσε το CD και το email του Åkerfeldt. Εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ που έγραψε αμέσως στον frontman των Opeth. Χαρακτήρισε τον δίσκο ως «το καλύτερο metal που είχε ακούσει ποτέ». Ακολούθησε ένα ταξίδι του Åkerfeldt στην Αγγλία, ένα δείπνο και η πρόταση στον Wilson να αναλάβει την παραγωγή.

«Ο Steven ήρθε για να δώσει γεύση. Δεν έκανε την παραγωγή σε όλο τον δίσκο, αλλά η βοήθειά του στα φωνητικά και στην παραγωγή του ήχου ήταν τεράστια. Έχει εξαιρετικό αυτί στο να πιάνει αποχρώσεις στη μουσική τις οποίες μας πρότεινε είτε να τις ενισχύσουμε είτε να τις συγκρατήσουμε και να τις ελέγξουμε. Έμαθα πολλά δουλεύοντας μαζί του, χωρίς καμία αμφιβολία».
Η παρουσία του Wilson προκάλεσε μια μικρή δυσαρέσκεια στον Nordström. Ο Σουηδός παραγωγός ένιωσε την απειλή ενός άλλου ονόματος δίπλα στο δικό του στα credits, όμως, ο Wilson κράτησε χαμηλό προφίλ. Ασχολήθηκε με τα καθαρά φωνητικά, τα ακουστικά μέρη και την ενορχήστρωση. Έγραψε νέες αρμονίες και χάρισε τη φωνή του στο ρεφρέν του “Bleak”. Η συνεργασία τους έδεσε τα τραγούδια αρμονικά και δημιούργησαν συγκλονιστικές ατμόσφαιρες σε όλη τη διάρκεια των εξήντα επτά λεπτών του δίσκου.
Το metal του σκεπτόμενου ανθρώπου
Το “Blackwater Park” βγήκε στα ράφια τον Μάρτιο του 2001, κυκλοφορώντας ταυτόχρονα σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Αυτό ήταν κάτι πρωτοφανές για την μπάντα. Όπως πρωτοφανής ήταν και η αποδοχή που άγγιξε τα όρια της λατρείας. Οι κριτικοί στάθηκαν στο μεγαλείο των συνθέσεων και ο μουσικός τύπος μιλούσε για «το metal του σκεπτόμενου ανθρώπου». Μάλιστα, παρομοίαζαν την ατμόσφαιρά του με τους King Crimson της δεκαετίας του ’70.
Ωστόσο, όλα αυτά δεν βρήκαν απόλυτα σύμφωνο τον Åkerfeldt. «Μισώ αυτή τη γ@μημένη φράση, “το metal του σκεπτόμενου ανθρώπου”. Μας κάνει να ακουγόμαστε ανώτεροι. Δεν είμαστε πιο έξυπνοι από οποιαδήποτε άλλη metal μπάντα. Όποιος σκέφτηκε αυτόν τον όρο μπορεί να νόμιζε ότι μας έκανε χάρη, αλλά στην πραγματικότητα θα μπορούσε να μας είχε κάνει κακό, και να αποθήσει τον κόσμο. Οπότε ας το ξεχάσουμε απλά!»
Η εμπορική επιτυχία άνοιξε την πόρτα για ατελείωτες περιοδείες. Οι Opeth βγήκαν στον δρόμο με τους Nevermore και τους Amorphis και έπαιζαν τόσο εξαιρετικά ως support που αμέσως μετά υπέγραψαν για δική τους περιοδεία ως headliners. Πολλά τραγούδια του δίσκου έγιναν κλασικά στο ρεπερτόριό τους, με τον ίδιο τον τραγουδιστή να ξεχωρίζει το ακουστικό “Harvest” ως το αγαπημένο του για τις ζωντανές εμφανίσεις, νιώθοντας πως τον εκφράζει απόλυτα και διατηρεί τη φρεσκάδα του από την ημέρα που ηχογραφήθηκε.
Το κατάλληλο timing του “Blackwater Park”
Παρά τον ντόρο, ο Åkerfeldt προσπαθεί να το απομυθοποιήσει λιγάκι, κρατώντας μια απίστευτα ειλικρινή στάση. «Ειλικρινά, είναι ένας πραγματικά καλός δίσκος, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι είναι καλύτερος από αυτούς που προηγήθηκαν. Φυσικά, δεν μπορείς παρά να ρωτήσεις τον εαυτό σου, “Γιατί δεν συνέβη αυτό στο Still Life;” Ή ίσως ακόμα και σε αυτόν πριν από εκείνο; Περίμενα οποιουδήποτε είδους προσοχή για αυτή την μπάντα, και συνέβη με το “Blackwater Park”.»

Αναγνωρίζει ξεκάθαρα πως το επιχειρηματικό σκέλος και η κατάλληλη χρονική στιγμή απογείωσαν το υλικό. Έχει την πεποίθηση πως αν κυκλοφορούσαν τον ίδιο δίσκο σε άλλη εποχή, η τύχη του θα ήταν διαφορετική. «Αν βγάζαμε το “Blackwater Park” τώρα, δεν νομίζω ότι ο κόσμος θα το λάτρευε. Ένας δίσκος με τον ήχο του “Blackwater Park” σήμερα θα ακουγόταν παλιομοδίτικος. Δεν νομίζω ότι θα ήταν συναρπαστικός για κανέναν. Συγκεκριμένοι δίσκοι βγαίνουν σε μια συγκεκριμένη στιγμή και σημαίνουν πάρα πολλά για τον κόσμο. Μετά η μαγεία χάνεται.»
Όσο παλιομοδίτικος κι αν ακούγεται στα δικά του αυτιά, το έργο τους παραμένει μνημειώδες. Οι Opeth ξεκίνησαν τη δεκαετία ως παρίες της σκηνής τους και κατάφεραν να κερδίσουν τον παγκόσμιο σεβασμό με την αξία τους. Το “Blackwater Park” συνδυάζει τον πόνο της προσπάθειας, τις τυχαίες συναντήσεις, την ανορθόδοξη παραγωγή και το αστείρευτο ταλέντο τεσσάρων μουσικών. Είναι ένα κομμάτι της ιστορίας που θα στέκεται πάντα αγέρωχο στη δισκοθήκη όσων αγαπούν τον ακραίο και ιδιαίτερο ήχο.
