Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Woodhouse Studios, Hagen, 1997. Οι Rotting Christ κατεβάζουν ταχύτητες, πετούν έξω τα blast beats και βγάζουν τον δίσκο που μέρος του κοινού τους ονόμασε ξεπούλημα. Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, το “A Dead Poem” κρατάει καλύτερα από όλους.
- Ο δίσκος που δίδαξε στη μπάντα να χτίζει ατμόσφαιρα με μελωδία αντί για ένταση.
- Η στροφή προς το gothic metal έβγαλε τους Rotting Christ από το underground σε κοινό εκτός συνόρων.
- Ο Σάκης Τόλης κράτησε την ταυτότητα, ο Xy των Samael την παραγωγή και ο Fernando Ribeiro το “Among Two Storms”.
Το 1997 οι Rotting Christ μπήκαν στα Woodhouse Studios του Hagen σαν πεντάμελες σχήμα, με δύο καινούργια μέλη και έναν ξένο παραγωγό στην κονσόλα. Πίσω τους υπήρχαν ήδη τρεις δίσκοι που δεν έμοιαζαν μεταξύ τους, μπροστά τους μια απόφαση που θα τους χώριζε από ένα κομμάτι του κοινού τους. Από εκείνο το στούντιο βγήκε το “A Dead Poem”, ο δίσκος όπου η μπάντα σταμάτησε να υπερασπίζεται ένα είδος και άρχισε να γράφει τραγούδια.
Οι ταχύτητες κατέβηκαν, τα blast beats εξαφανίστηκαν και οι ακουστικές κιθάρες πήραν τη θέση που πριν είχε μόνο η ένταση. Το αποτέλεσμα στέκεται πιο κοντά στο gothic metal παρά σε οτιδήποτε είχαν κάνει μέχρι τότε, με τη φωνή του Σάκη Τόλη να κρατάει τη μόνη ευθεία γραμμή με το παρελθόν. Για όσους τον πρωτοακούσαμε έφηβοι, παραμένει το πιο καθαρό κομμάτι της ταυτότητάς τους.
Rotting Christ μετά το “Triarchy Of The Lost Lovers”
Το 1996 το “Triarchy Of The Lost Lovers” είχε βάλει τη μπάντα σε άλλη κατηγορία. Καθαρή παραγωγή, μελωδίες που έμεναν, κριτικές που για πρώτη φορά δεν αντιμετώπιζαν ένα ελληνικό συγκρότημα σαν περιέργεια. Η συνέχεια που περίμεναν όλοι δεν ήρθε ποτέ, και αυτό ήταν συνειδητή απόφαση. Ενάμιση χρόνο αργότερα, αντί να χτιστεί κάτι πάνω στην ίδια συνταγή, ο δρόμος πήγε προς τα κάτω σε ταχύτητα και προς τα μέσα σε διάθεση.

Στη θέση της επιθετικότητας μπήκε η μελωδία. Οι κιθάρες πάτησαν σε κάτι που θυμίζει περισσότερο κλασικό heavy metal παρά black, με δίδυμες αρμονίες και σόλο που σε άλλη εποχή θα έμοιαζαν ξένο σώμα μέσα στα κομμάτια. Αυτή η μετακίνηση προς το τραγούδι, και όχι προς το ριφ, είναι ο λόγος που ο δίσκος ξεχώρισε. Οι διάρκειες έμειναν σφιχτές και καμία ιδέα δεν τραβήχτηκε παραπάνω από όσο άντεχε.
Κάθε κομμάτι εδώ κουβαλάει μια δική του μελωδική υπογραφή, κάτι που το κάνει αναγνωρίσιμο από τα πρώτα δευτερόλεπτα. Τα πλήκτρα κρατούν το κλίμα χωρίς να το πνίγουν και η ατμόσφαιρα στήνεται κυρίως από τις κιθάρες, εκεί όπου άλλες μπάντες της εποχής είχαν αρχίσει να στηρίζονται σε συνθεσάιζερ. Το αποτέλεσμα ακούγεται πιο ήρεμο, όχι πιο αδύναμο.
Και κάπου εδώ εμφανίζονται οι Samael
Στην κονσόλα των Woodhouse Studios κάθισε ο Xy των Samael, ο οποίος έβαλε και πλήκτρα σε αρκετά σημεία. Ο ήχος βγήκε καθαρός και στεγνός, μακριά από τη λάσπη που θεωρούνταν σήμα κατατεθέν του είδους. Η συγγένεια της ατμόσφαιρας με όσα έκαναν οι Ελβετοί την ίδια περίοδο δεν είναι σύμπτωση, είναι το αποτύπωμα του ανθρώπου που κράτησε την παραγωγή.

Γύρω από αυτή την επιλογή υπάρχει και μια λογική δισκογραφικής. Η Century Media εκείνη τη στιγμή κέρδιζε με κυκλοφορίες όπως το “Down” των Sentenced, το “Irreligious” των Moonspell και και το “A Dead Poem” τοποθετήθηκε στο ίδιο ακριβώς χωράφι. Η εταιρεία ήξερε τι αγόραζε ο κόσμος το 1997 και φρόντισε να βρεθούν οι ίδιοι άνθρωποι στο ίδιο στούντιο.
Το πιο καθαρό ίχνος αυτής της συνάντησης βρίσκεται στο “Among Two Storms”, όπου ο Fernando Ribeiro των Moonspell βάζει δεύτερα φωνητικά στο ρεφρέν. Είναι το κομμάτι που δείχνει καλύτερα από κάθε άλλο πού ήθελε να πάει η μπάντα, και παραμένει μέχρι σήμερα το πρώτο που βάζεις σε όποιον ρωτάει τι είναι αυτός ο δίσκος. Ωστόσο, η γοητεία του δεν κρύβεται στον καλεσμένο, κρύβεται στην άνεση με την οποία παίζεται.
Και όμως, κάποιοι θεώρησαν ότι ξεπουλήθηκαν
Μέρος του κοινού που είχε αγκαλιάσει τις πρώτες τους δουλειές δεν συγχώρεσε ποτέ αυτή τη στροφή. Στις αναδρομικές αναγνώσεις του δίσκου η λέξη ξεπούλημα επανέρχεται σταθερά, με το επιχείρημα να παραμένει το ίδιο εδώ και δεκαετίες. Μια μπάντα με τέτοιο όνομα δεν επιτρεπόταν να παίζει κάτι που θα μπορούσε να ακουστεί σε ραδιόφωνο, παρότι ελάχιστοι σταθμοί θα έβαζαν ποτέ συγκρότημα που λέγεται Rotting Christ.
Η απάντηση ήρθε από τη συνέχεια και όχι από δηλώσεις. Υπήρχαν ήδη τρεις δίσκοι που δεν έμοιαζαν μεταξύ τους, και για χρόνια, καμία επόμενη κυκλοφορία δεν σταμάτησε να αλλάζει κατεύθυνση. Η ιστορία δικαίωσε την επιλογή, αφού το σχήμα δεν ρώτησε ποτέ κανέναν για το πού θα πάει μετά.

Παράλληλα, το κοινό μεγάλωσε. Ο δίσκος που κατηγορήθηκε ότι πρόδωσε τη σκηνή είναι από αυτούς που έβγαλαν το ελληνικό metal σε ακροατήρια που μέχρι τότε δεν ήξεραν καν ότι υπάρχει. Για πολλούς εκτός συνόρων ήταν η πρώτη επαφή με τη μπάντα, και οι περιοδείες που ακολούθησαν ήταν οι πρώτες με πλήκτρα επί σκηνής.
Τι άφησε πίσω του το “A Dead Poem”
Μέσα στη δισκογραφία των Rotting Christ, η συγκεκριμένη κυκλοφορία λειτούργησε σαν σχολείο. Χωρίς αυτό το βήμα, δύσκολα θα ερχόταν αργότερα ο ήχος που τους έκανε γνωστούς παγκοσμίως. Εκεί δοκιμάστηκε το χτίσιμο ατμόσφαιρας με μελωδία αντί για ένταση, το να αφήνεις χώρο μέσα στα κομμάτια και να εμπιστεύεσαι τη δομή πάνω από το εφέ. Το ένστικτο για το σκοτεινό, μεσογειακό χρώμα ξεκινά από εδώ.
Για τη σκηνή εδώ, η σημασία ήταν πρακτική. Μέχρι τότε ένα ελληνικό συγκρότημα κουβαλούσε αυτόματα έναν αστερίσκο, μια σιωπηρή έκπτωση στο πώς κρινόταν. Με τη γερμανική παραγωγή και τη διανομή που είχε, ο δίσκος σταμάτησε να ζητάει αυτή την έκπτωση. Οι Nightfall και οι Septic Flesh κινούνταν την ίδια περίοδο σε παράλληλους δρόμους, παρόλα αυτά το σήμα που έστειλε η συγκεκριμένη κυκλοφορία ακούστηκε πιο μακριά.
Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, η ουσία δεν έχει αλλάξει. Το “Sorrowful Farewell” παραμένει, για όσους το ζήσαμε, το καλύτερο άνοιγμα δίσκου που γράφτηκε ποτέ σε αυτή τη χώρα, το “Ten Miles High” δείχνει πόσο μακριά μπορούσαν να φτάσουν χωρίς καθόλου φωνητικά και το “Ira Incensus” κλείνει με ακουστικές κιθάρες που κανείς δεν περίμενε το 1997. Ο δίσκος που κάποτε θεωρήθηκε υποχώρηση είναι τελικά από αυτούς που κρατάνε καλύτερα από όλους.



