Ξέρω ότι αυτό που θα πω ίσως ακουστεί υπερβολικό, ωστόσο, όσο απίστευτο και αν ακουστεί, είναι πέρα για πέρα αλήθεια. Αν έπρεπε να χωρίσω τη μουσική μου ζωή σε τμήματα, η στιγμή που άκουσα για πρώτη φορά τον στίχο «The king of the inner dominion, the circle of the lost lovers», θα αποτελούσε αναμφισβίτητα ένα από τα σημεία τομής που θα όριζα. Βέβαια, εκτός από την αφεντιά μου, το “Triarchy Of The Lost Lovers” αποτέλεσε ορόσημο και για τους Rotting Christ.
Έχοντας προηγηθεί τα “Thy Mighty Contract” και “Non Serviam”, το 1996 βρίσκει τους Rotting Christ σε νέα δισκογραφική, τη Century Media, και με σαφή πρόθεση να αλλάξουν τον ήχο τους και να ρίξουν τις ταχύτητες. Μια απόφαση που τους δικαίωσε, καθώς η συνειδητή στροφή σε πιο αργούς ρυθμούς και ξεκάθαρες μελωδίες αποτέλεσε το θεμέλιο για τον ήχο που τους καθιέρωσε παγκοσμίως. Χωρίς να μπορώ να είμαι βέβαιος, έχω την αίσθηση ότι σημαντικό ρόλο σε αυτήν την αλλαγή έπαιξε και η περιοδεία τους με τους Samael, με τους Ελβετούς να έχουν κυκλοφορήσει το “Ceremony of Opposites”.
Εκείνη την περίοδο, η σκανδιναβική σκηνή, που σε μεγάλο βαθμό όριζε και την παγκόσμια, επέβαλλε ακραίες ταχύτητες και χαοτικές δομές. Η ελληνική σκηνή χάραξε τον δικό της δρόμο επενδύοντας σε κλασικότερο ήχο και ξεκάθαρο ρυθμό (να σημειώσουμε ότι έναν χρόνο πριν οι Varathron είχαν κυκλοφορήσει το σπουδαίο “Walpurgisnacht”). Κάπως έτσι προέκυψε και το “Triarchy Of The Lost Lovers”, που έδειξε ότι μπορείς να παίξεις ακραία μουσική χωρίς να είσαι απαραίτητα υπερβολικός.

Για να το επιτύχουν αυτό, έκαναν τον ήχο τους ακόμα πιο κιθαροκεντρικό από ό,τι ήταν, με βαριά ριφ που θυμίζουν παραδοσιακές φόρμες να πρωταγωνιστούν. Αν και είναι σαφής η ενσωμάτωση επιρροών από τον ευρύτερο σκοτεινό χώρο, η χρήση των πλήκτρων περιορίστηκε και λειτούργησε καθαρά υποστηρικτικά στις κιθαριστικές γραμμές, πράγμα λογικό αν σκεφτεί κανείς ότι ο Magus είχε αποχωρήσει από τους Rotting Christ.
Ο Σάκης Τόλης έγραψε μελωδίες που χαρακτηρίζονται από τεράστια συνοχή, με κομμάτια όπως το “Diastric Alchemy” να δείχνουν την ικανότητά του να χτίζει στιβαρές συνθέσεις πάνω σε ένα κεντρικό ριφ. Ο Andy Classen ανέλαβε την παραγωγή και έδωσε πρωτόγνωρο βάθος στα όργανα. Το τελικό αποτέλεσμα απέδειξε πως η δημιουργία μιας επιβλητικής ατμόσφαιρας απαιτεί έξυπνη ενορχήστρωση και ξεκάθαρο όραμα. Τα κομμάτια έδιναν στον ακροατή τον χώρο να αφομοιώσει τη μουσική.
Ορίζοντας τον ήχο της δεκαετίας
Σε επίπεδο θεματολογίας, η ομάδα, και ειδικότερα ο Mutilator, απομακρύνθηκε από τα συνηθισμένα στιχουργικά μοτίβα της σκηνής. Η απουσία θρησκευτικών αναφορών βοήθησε τα τραγούδια να λειτουργήσουν σε ένα ευρύτερο νοηματικό πλαίσιο. Οι λέξεις μοιάζουν με μικρά ποιήματα που παρέχουν τον απαραίτητο ρυθμό. Αυτή η λακωνική στιχουργική προσέγγιση σε συνδυασμό με τη βαριά μουσική δημιούργησαν ένα μυσταγωγικό περιβάλλον.
Η ομορφιά του “Triarchy Of The Lost Lovers”, όμως, κρύβεται στον πλουραλισμό του. Γιατί ναι, μπορεί οι Rotting Christ γενικά να κατέβασαν ταχύτητες, αλλά συνθέσεις όπως το “Archon” έχουν μεγαλύτερη ταχύτητα, διατηρώντας το χαρακτηριστικό groove της κυκλοφορίας. Η χημεία των μουσικών σε αυτό το μεταβατικό στάδιο αποτυπώνεται στον τρόπο που τα όργανα συνομιλούν αρμονικά στο παρασκήνιο. Η προσεγμένη ισορροπία στην παραγωγή επέτρεψε σε κάθε μέλος να αφήσει το δικό του στίγμα.
Ας μη γελιόμαστε, ανέκαθεν η πορεία των Rotting Christ ήταν συνυφασμένη με τον Σάκη. Ο ιθύνων νους τους, έχοντας πλέον δύο κυκλοφορίες στην πλάτη του και ήδη πολλά χιλιόμετρα στο σανίδι, είχε μπει σε τροχιά να γίνει ο μουσικός που γνωρίζουμε σήμερα. Αυτό φαίνεται και στα σόλο τα οποία έχουν πλέον ξεπεράσει τον χαρακτήρα του απλού αυτοσχεδιασμού και παίζουν κομβικό ρόλο στα κομμάτια. Ουσιαστικά αποτελούν πλέον μικρές αυτόνομες συνθέσεις που προσφέρουν τεράστια μελωδική αξία στην ακρόαση. Το κομμάτι “A Dynasty From The Ice” αποτελεί τυπικό παράδειγμα αυτής της δεξιοτεχνίας όπου οι κιθάρες διηγούνται την ιστορία. Γενικά, η λογική της μελωδικής οικονομίας που εφαρμόστηκε στις κιθάρες ανέδειξε το συνθετικό του ταλέντο σε νέα επίπεδα.
Η επιτομή του ελληνικού ήχου
Θα χαρακτήριζα το “Triarchy Of The Lost Lovers” ως το καλύτερο άλμπουμ αμιγώς ελληνικού ήχου. Να το εξηγήσω λίγο αυτό. Ο εγχώριος ήχος είναι ουσιαστικά ένα πάντρεμα του παραδοσιακού heavy metal με τη σκοτεινή ευρωπαϊκή αισθητική και αυτός ο δίσκος το κάνει καλύτερα από όλους. Το “King Of A Stellar War” παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα δείγματα αυτού του υβριδίου.
Πέρα από την ιστορική του σημασία, το “Triarchy Of The Lost Lovers” διατηρεί στο ακέραιο τη φρεσκάδα του. Ο ήχος δεν εγκλωβίζεται στα παραγωγικά πρότυπα της δεκαετίας του ενενήντα και αντέχει στο σήμερα. Και επειδή τα τελευταία (πολλά) χρόνια οι Rotting Christ έχουν αποκτήσει πολλούς νέους ακροατές, θα τους παρότρυνα να το ακούσουν ξανά, με μεγάλη προσοχή. Και να ξεκινήσουν από το “Snowing Still”. Εκεί θα βρουν ένα από τα καλύτερα δείγματα του Σάκη να γράφει μουσική που μπορεί να παραμένει επίκαιρη ανεξαρτήτως μουσικών τάσεων.
Η απόφαση να κυκλοφορήσουν κάτι διαφορετικό σε μια αυστηρή εποχή δείχνει σπάνια αυτοπεποίθηση. Αρνήθηκαν να παίξουν εκ του ασφαλούς και η επιλογή των ενορχηστρώσεων μαρτυρά ανθρώπους που βρίσκονταν σε πλήρη δημιουργικό οργασμό. Αποφεύγοντας την παγίδα της εύκολης επανάληψης, παρέδωσαν ουσιαστικά μαθήματα δομής και καθαρού ρυθμού. Η επιμονή να χαράξουν τον δικό τους συνθετικό δρόμο τους κρατάει σταθερά ανάμεσα στους πρωτοπόρους της γενιάς τους. Το τελικό αποτέλεσμα τους δικαίωσε και έβαλε γερά θεμέλια για όλη την πορεία των επόμενων δεκαετιών ώστε να «Become wizards speaking human words».

