Με μία ματιά...
Το “Dark Medieval Times” κυκλοφόρησε στις 25 Οκτωβρίου 1993 και ήταν το πρώτο άλμπουμ των Satyricon. Ο Sigurd Wongraven, γνωστός ως Satyr, ήταν δεκαεπτά ετών όταν ανέλαβε σύνθεση, παραγωγή και σχεδόν όλα τα όργανα, με τον Frost στα τύμπανα. Αντί να δεχτεί προτάσεις από ξένες εταιρείες, έστησε τη δική του Moonfog Productions και έβγαλε τον δίσκο με δικά του μέσα.
- Σχεδόν κανείς δεν το αντέγραψε, και γι αυτό ο δίσκος στέκεται ακόμα μόνος μετά από τρεις δεκαετίες.
- Κυκλοφόρησε στις 25 Οκτωβρίου 1993 από τη Moonfog Productions, με ηχογράφηση τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.
- Ο Satyr έγραψε και παρήγαγε σχεδόν τα πάντα στα δεκαεπτά του, με τον Frost να στηρίζει το σχήμα στα τύμπανα.
Τριάντα τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το “Dark Medieval Times” των Satyricon συνεχίζει να μπαίνει σε κάθε κουβέντα για τα πρώτα χρόνια του νορβηγικού black metal. Βγήκε στις 25 Οκτωβρίου 1993, ηχογραφημένο μέσα σε δύο μήνες του ίδιου καλοκαιριού, από ένα σχήμα που δεν είχε κλείσει ούτε τρία χρόνια ζωής. Η επανέκδοση του 2021 το ξαναέφερε στα ράφια με άλλο εξώφυλλο και νέο μάστερινγκ, και έδωσε αφορμή να ξανακοιτάξει κανείς πώς φτιάχτηκε. Πίσω από τον δίσκο υπάρχει μια ιστορία με μέλη που έφυγαν άδοξα, μια εταιρεία που γεννήθηκε από το μηδέν και ένα δεκαεπτάχρονο παιδί που έγραφε σχεδόν τα πάντα μόνο του.
Satyricon 1990-1993: Πώς έφτασε η μπάντα στο πρώτο της άλμπουμ;
Η αρχή δεν είχε σχέση με αυτό που ακούστηκε τελικά. Το σχήμα ξεκίνησε το 1990 με το όνομα Eczema, από τον μπασίστα Wargod και τον ντράμερ Exhurtum, και στράφηκε στο black metal έναν χρόνο αργότερα, τότε που άλλαξε και όνομα. Ο Sigurd Wongraven, γνωστός ως Satyr, μπήκε στη συνέχεια και πήρε γρήγορα τον έλεγχο. Μετά το πρώτο demo η μπάντα έμεινε χωρίς ρυθμική βάση, με τον έναν να φεύγει επειδή είχε αλλού το μυαλό του και τον άλλον να παρατάει τη μουσική για να γίνει στρατιώτης των Ηνωμένων Εθνών.
Ο δεύτερος άνθρωπος του δίσκου βρέθηκε σχεδόν τυχαία. Οι Satyricon είχαν ζητήσει από τον Faust να παίξει τύμπανα, εκείνος μόλις είχε μπει στους Emperor και τους έστειλε σε έναν γνωστό του από την ίδια περιοχή που δεν έπαιζε πουθενά. Ο Kjetil-Vidar Haraldstad, ο Frost, είχε ήδη αποφασίσει να τα παρατήσει και να μείνει απλός ακροατής όταν ήρθε εκείνο το τηλεφώνημα. Μαζί ηχογράφησαν το demo “The Forest Is My Throne”, που έστησε μουσικά και θεματικά ό,τι ακολούθησε. Στις κιθάρες του ντεμπούτου έπαιξε και ο Lemarchand, χωρίς να πιστωθεί ποτέ στο ένθετο.
Γιατί ο Satyr κυκλοφόρησε μόνος του το “Dark Medieval Times” μέσω της Moonfog Productions;
Προτάσεις υπήρχαν. Η μπάντα είχε συζητήσει με την Osmose Productions και την Candlelight Records, δύο εταιρείες που θα της έδιναν έτοιμη διανομή και ένα όνομα από πίσω. Ο Satyr προτίμησε να μην υπογράψει πουθενά και να βγάλει τον δίσκο μέσα από ένα mailorder που μόλις είχε στήσει. Έτσι η Moonfog Productions έκανε το πρώτο της βήμα ως κανονική εταιρεία, με τη βοήθεια της Tatra Productions, ενός λέιμπελ που κινούνταν σε avant-garde και progressive χώρους. Το πρώτο CD που βγήκε από εκεί ήταν αυτό.
Αυτή η επιλογή καθόρισε τα επόμενα χρόνια. Η Moonfog εξελίχθηκε σε μία από τις εταιρείες που κράτησαν όρθια τη νορβηγική σκηνή, και οι Satyricon βρέθηκαν ξαφνικά γνωστοί σε όλο το υπόγειο κομμάτι του είδους. Το ότι ο ίδιος ο μουσικός ήλεγχε παραγωγή, κυκλοφορία και εικόνα ήταν σπάνιο για την εποχή, και εξηγεί γιατί ο δίσκος ακούγεται τόσο προσωπικός. Να σημειώσουμε ότι την ίδια περίοδο, οι περισσότερες μπάντες του κύκλου δούλευαν με ελάχιστο λόγο πάνω σε ό,τι τύπωνε το λέιμπελ τους.
Τι έκαναν οι Satyricon όσο γύρω τους έκαιγαν εκκλησίες;
Το περιβάλλον ήταν φορτισμένο. Στο Helvete, το μαγαζί του Euronymous στο Όσλο, περνούσαν σχεδόν όλοι όσοι έφτιαχναν τότε δίσκους, από τον Varg Vikernes μέχρι τους Immortal και Darkthrone. Εμπρησμοί, ένας φόνος και η δημοσιότητα που ακολούθησε έδωσαν στη σκηνή μια φήμη που την κουβαλάει ακόμα. Οι Satyricon έμειναν έξω από όλα αυτά και κράτησαν τη δουλειά τους μέσα στο στούντιο, κάτι που αργότερα τους στοίχισε σε κύρος μέσα στο ίδιο το είδος. Όπως το έχει θέσει ο Frost, «τι θα μπορούσε να είναι πιο σημαντικό από την ίδια τη μουσική;»
Μέχρι το 1993 η σκηνή είχε καταλήξει σε έναν άγραφο κανόνα. Φτηνές κιθάρες, φουσκωμένοι ενισχυτές, μικρόφωνα που κανείς δεν θα έβαζε αλλού και ηχογραφήσεις που ακούγονταν επίτηδες φθαρμένες. Η παραγωγή είχε μετατραπεί σε στάση ζωής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το ντεμπούτο των Satyricon ξεχωρίζει, γιατί ακούγεται πιο γεμάτο και πιο δουλεμένο από τα περισσότερα του ήχου, χωρίς να χάνει το πριόνι στην κιθάρα. Η δουλειά στο στούντιο κράτησε δύο μήνες, κάτι που για τα τότε δεδομένα ήταν πολυτέλεια.
Μεσαιωνικά στοιχεία στο black metal
Η λέξη στον τίτλο δεν ήταν διακοσμητική. Ο Satyr είχε μεγαλώσει με νορβηγική παραδοσιακή μουσική και με progressive δίσκους, και θέλησε να φέρει αυτά τα ακούσματα σε ένα είδος που τότε απέρριπτε σχεδόν τα πάντα. Τα μεσαιωνικά θέματα μπήκαν με συνθεσάιζερ, επειδή παλιά όργανα δεν υπήρχε τρόπος να βρεθούν, και οι ενορχηστρώσεις γράφτηκαν σαν να τα έπαιζαν άλλα όργανα. Η κίνηση πήγαινε κόντρα στο ρεύμα, και αυτό ήταν μέρος της γοητείας της για το ίδιο το ντουέτο.
Δύο κομμάτια αρκούν για να φανεί η διαφορά. Στο “Dark Medieval Times” η ροή περνάει από πλήκτρα, μετά σε ακουστική κιθάρα με ψιθυριστά φωνητικά και ξανά πίσω, χωρίς να κολλάει πουθενά. Το “Min Hyllest Til Vinterland” πάει ακόμα πιο μακριά, με έξι λεπτά ακουστικής μουσικής στη μέση ενός δίσκου black metal, σε μια εποχή που κανείς άλλος δεν το ρίσκαρε. Ο Satyr ήταν δεκαεπτά ετών όταν τα έγραψε και έπαιζε σχεδόν όλα τα όργανα του δίσκου.
Η επανέκδοση του “Dark Medieval Times”
Πριν από μερικά χρόνια ο δίσκος ξαναβγήκε, λίγο πριν κλείσει τις τρεις δεκαετίες. Ο Satyr ανέλαβε ο ίδιος τη μίξη και το μάστερινγκ, με περιορισμένα περιθώρια, αφού οι αρχικές ταινίες δεν ήταν σε κατάσταση που να σηκώνει πλήρη επέμβαση. Οι αλλαγές έγιναν εκεί που μπορούσαν να γίνουν, και το αποτέλεσμα ακούγεται πιο ζεστό χωρίς να χάνει τίποτα από τη σκληράδα του. Η επανακυκλοφορία σε βινύλιο έλυσε και ένα παλιό ζήτημα, καθώς τα πρώτα αντίτυπα είχαν γίνει συλλεκτικά και σχεδόν άπιαστα.
Το μεγαλύτερο θέμα ήταν όμως η εικόνα. Ο Satyr δεν είχε μείνει ποτέ ευχαριστημένος με το αρχικό εξώφυλλο, που το έβρισκε πιο σκιτσαρισμένο από αυτό που είχε στο μυαλό του. Το έργο του Theodor Kittelsen που ήθελε εξαρχής είχε μπει τότε στο εσωτερικό του gatefold, μόλις στην επανέκδοση πήρε τη θέση που του αναλογούσε. Η αλλαγή έδεσε τον δίσκο με τη νορβηγική ζωγραφική παράδοση που τον είχε τροφοδοτήσει από την αρχή.
Πόσο σημαντικό ήταν το “Dark Medieval Times”
Υπάρχει ένα στοιχείο που ξεχωρίζει το ντεμπούτο από τους συνομήλικούς του. Αρκετοί δίσκοι εκείνης της διετίας γέννησαν ολόκληρες σχολές, με δεκάδες σχήματα να αντιγράφουν ήχο και αισθητική. Το “Dark Medieval Times” όμως ήταν από διαφορετική πάστα και έμεινε σχεδόν χωρίς μιμητές, και ξέρετε κάτι, αυτό το κράτησε ζωντανό. Οι αλλαγές στα μέτρα, τα μακριά περάσματα και η φολκ διάθεση ζητούσαν δουλειά που οι περισσότεροι δεν ήθελαν να κάνουν.
Η συνέχεια ήρθε γρήγορα. Το “The Shadowthrone” βγήκε έναν χρόνο μετά με τον Samoth των Emperor στο μπάσο, το “Nemesis Divina” έφερε το 1996 τον Nocturno Culto στην κιθάρα, και το 1999 το “Rebel Extravaganza” γύρισε την μπάντα σε πιο αστικό ήχο. Ό,τι άνοιξε το ντεμπούτο έμεινε στη σκηνή και χωρίς τους ίδιους, αφού το ατμοσφαιρικό και το πιο σύνθετο κομμάτι του είδους πάτησε ακριβώς εκεί.