Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Ένα εκρηκτικό κράμα αρμενικής παράδοσης και χαοτικού metal που αψήφησε τους κανόνες της βιομηχανίας. Το "Toxicity" παραμένει το soundtrack μιας οριακής εποχής.
- Πώς ένας δημιουργικός εφιάλτης γέννησε το πιο επιδραστικό και ασυμβίβαστο αριστούργημα της γενιάς του
- Διαχρονικό ορόσημο, απόλυτο πολιτισμικό φαινόμενο
- Δημιουργικό χάος, Αρμενικές ρίζες, 11η Σεπτεμβρίου και αβάσταχτη επιτυχία
Φαντάσου να ανοίγεις το ραδιόφωνο και να ακούς ούτι, διπέταλα, παρανοϊκές κιθάρες και έναν τύπο να ουρλιάζει εκτός ελέγχου. Αυτό το χαοτικό ηχητικό μείγμα έμοιαζε με εγγυημένη εμπορική αυτοκτονία, καταδικασμένη να εξαφανιστεί πριν καν φτάσει στα ράφια των δισκοπωλείων. Τον Σεπτέμβριο του 2001, αυτή ακριβώς η συνταγή κατέκτησε τον πλανήτη. Οι System of a Down πήραν εντελώς αταίριαστα υλικά και τα έκαναν το “Toxicity”, γκρεμίζοντας κάθε μέχρι τότε κανόνα. Δεν υπήρχε η παραμικρή πρόθεση να γίνουν το νέο μεγάλο trend της εποχής. Ο δίσκος προήλθε από τέσσερις Αρμενοαμερικανούς που απλά αποφάσισαν να παίξουν με τους δικούς τους, εντελώς παράδοξους όρους.
Όσο περίεργο και αν ακούγεται σήμερα, το “Toxicity” δεν φτιάχτηκε με στόχο να τραβήξει την προσοχή των media. Ήταν το αποτέλεσμα μιας εμμονικής διαδικασίας μέσα στο στούντιο, έντονης τριβής μεταξύ των μελών και μιας σταθερής άρνησης να κάνουν εκπτώσεις στις ιδέες τους. «Κυνηγούσαμε κάτι, όχι το ραδιόφωνο, ούτε τις επιτυχίες, απλά έναν ήχο που να μας ανήκει», ανέφερε αργότερα ο κιθαρίστας Daron Malakian. «Δεν μας ενδιέφερε να ανήκουμε κάπου». Αυτή η προσήλωση στο όραμά τους έδωσε στον δίσκο τη δύναμή του και παράλληλα μεγάλο μέρος από το χάος που τον συνοδεύει.

Μια μέρα πριν την κυκλοφορία του “Toxicity”, οι SOAD οργάνωσαν μια δωρεάν συναυλία στο Hollywood για να το γιορτάσουν με τους οπαδούς τους. Μια εκδήλωση ευχαριστίας προς την πόλη τους, κατέληξε πολύ γρήγορα σε σκηνικό χάους. Οι διοργανωτές περίμεναν μερικές χιλιάδες άτομα, τελικά πάνω από 10.000 συγκεντρώθηκαν γύρω από τον χώρο, αναγκάζοντας τις αρχές να ακυρώσουν το live πριν ακουστεί η πρώτη νότα. Όταν η σκηνή άδειασε και η μπάντα δεν εμφανίστηκε, το πλήθος αντέδρασε βίαια. Εξοπλισμός καταστράφηκε, έγιναν συλλήψεις και ο τοπικός Τύπος δεν άργησε να προβάλει τις εικόνες. Ελικόπτερα κατέγραψαν τα επεισόδια και μέχρι το βράδυ οι System of a Down βρίσκονταν σε όλα τα δελτία ειδήσεων.
Τα επεισόδια εκείνης της μέρας αποδείχθηκαν προάγγελος όσων θα ακολουθούσαν. Ανέδειξαν την ένταση που το “Toxicity” έμελλε να φέρει και καθόρισαν τη δημόσια εικόνα της μπάντας ως κάτι ριζοσπαστικό και απειλητικό, μια ταυτότητα που θα τους συνόδευε για χρόνια.
Ο “reducer” και οι τέσσερις συγκρουόμενοι κόσμοι των SOAD
Οι System of A Down συνεργάστηκαν ξανά με τον παραγωγό Rick Rubin, ο οποίος είχε ήδη τη φήμη του ανθρώπου που αναγνώριζε το πολύτιμο μέσα σε κάτι μη εμπορικό. Ο ρόλος του στο στούντιο ήταν περισσότερο συναισθηματικός και διαισθητικός παρά αμιγώς μουσικός. Ο ίδιος συχνά περιγράφει τον εαυτό του ως “μειωτή” (από το αγγλικό reducer αντί για producer), δείχνοντας πως η δουλειά του ήταν να φιλτράρει και να αφαιρεί, όχι να προσθέτει μουσική.
Ο Rubin ενθάρρυνε τη μπάντα να πετάξει οτιδήποτε δεν εξυπηρετούσε τον πυρήνα ενός κομματιού, προτρέποντάς τους να ξεφύγουν από τις καθιερωμένες φόρμες. Η μινιμαλιστική του φιλοσοφία τους βοήθησε να δώσουν συνοχή στο δημιουργικό τους χάος, παρόλο που σπάνια επενέβαινε στις ενορχηστρώσεις. Έφεραν στο στούντιο πάνω από 40 τραγούδια, ένας υπερβολικός αριθμός ακόμα και για μια τόσο παραγωγική μπάντα. Η επιλογή των κομματιών έγινε με δημοκρατικό τρόπο, με τη διαδικασία να κουβαλάει βαρύ συναισθηματικό φορτίο.
Η μπάντα υιοθέτησε ένα σύστημα ανώνυμης ψηφοφορίας για να αποφασίσει ποια τραγούδια θα μπουν στον τελικό δίσκο. Αυτή η τακτική στόχευε στη μείωση των εντάσεων, τελικά έφερε στην επιφάνεια τεράστιες διαφωνίες. Κάθε μέλος κατέθετε τις προτιμήσεις του ξεχωριστά, αφήνοντας στην άκρη προσωπικές δεσμεύσεις, πράγμα που φανέρωσε πόσο διαφορετικά έβλεπαν την κατεύθυνση της μπάντας. Αυτή ακριβώς η διαδικασία διαμόρφωσε το “Toxicity” και άνοιξε τον δρόμο για το “Steal This Album!”, δίνοντας χώρο σε κομμάτια με τεράστια καλλιτεχνική αξία που είχαν κοπεί αρχικά. Ο Daron Malakian, έχοντας γράψει το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής, δυσκολεύτηκε να πάρει αποστάσεις. «Δεν μπορούσα καν να ψηφίσω», θυμάται. «Ήταν σαν να έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στα παιδιά μου».
Οι εντάσεις δεν περιορίζονταν μόνο στις διαφωνίες για τη λίστα των κομματιών. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά περιστατικά ήταν ένας άγριος καβγάς ανάμεσα στον Malakian και τον John Dolmayan, που κατέληξε σε χειροδικία. «Παλέψαμε, κυριολεκτικά πλακωθήκαμε», θυμάται ο Malakian. «Μετά, βρεθήκαμε να καθόμαστε μαζί στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου όσο μας έραβαν, και γελούσαμε. Έτσι ήταν η σχέση μας».
Το “Toxicity” πριν και μετά την 11η Σεπτεμβρίου
Μέσα από όλη αυτή την πίεση, προέκυψε ένας δίσκος πυκνός και εντελώς απρόβλεπτος. Η προσέγγισή τους να γράφουν πολλαπλές κιθάρες, να ενσωματώνουν όργανα εκτός δυτικής παράδοσης όπως το σιτάρ και το ούτι, και να πειραματίζονται με τα φωνητικά, μετέτρεψε το “Toxicity” σε έναν τεχνικό λαβύρινθο. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως σε κάποιες λήψεις ο Serj Tankian τραγουδούσε ανάποδα ή μέσα σε μια σκηνή κάμπινγκ. Η δομή των τραγουδιών ακολουθούσε τους δικούς της, μοναδικούς κανόνες. Οι απότομες αλλαγές, τα εναλλασσόμενα μέτρα και οι αλλόκοτες στιχουργικές αντιθέσεις αποτέλεσαν το βασικό συστατικό του άλμπουμ.
Ο δίσκος κυκλοφόρησε τελικά στις 4 Σεπτεμβρίου 2001 και μέσα σε λίγες μέρες σκαρφάλωσε στο νούμερο 1. Στις 11 Σεπτεμβρίου, καθώς ο κόσμος βυθιζόταν στον τρόμο και την αβεβαιότητα, το “Toxicity” βρέθηκε ξαφνικά σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση. Το πιο γνωστό single της κυκλοφορίας, το “Chop Suey!”, αποσύρθηκε από τα ραδιόφωνα σχεδόν αμέσως, καθώς οι στίχοι του κρίθηκαν υπερβολικά σκληροί για την ψυχολογία της εποχής. Η φράση «I don’t think you trust in my self-righteous suicide» δεν είχε γραφτεί με τρομοκρατικές επιθέσεις στο μυαλό, η χρονική συγκυρία, όμως, δεν άφηνε περιθώρια για περαιτέρω εξηγήσεις.

Δύο μέρες μετά τις επιθέσεις, ο Tankian δημοσίευσε στο διαδίκτυο ένα δοκίμιο με τίτλο “Understanding Oil”. Το μήνυμά του ήταν διατυπωμένο με προσοχή, σχολιάζοντας την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, χωρίς να δικαιολογεί τη βία στο ελάχιστο. Το κοινό, βυθισμένο στη θλίψη και την οργή, υποδέχτηκε το κείμενο με τεράστια εχθρότητα, αναγκάζοντάς τον να το κατεβάσει πολύ γρήγορα. Η ζημιά είχε ήδη γίνει και η αντίδραση είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις. «Γύρισε μπούμερανγκ», παραδέχτηκε αργότερα ο Tankian. «Προσπαθούσα να καταλάβω τι είχε συμβεί και ξαφνικά με αποκαλούσαν προδότη».
Η σκληρή κριτική δεν περιορίστηκε μόνο στον έξω κόσμο, βρίσκοντας στόχο και μέσα στο ίδιο το σχήμα. «Δεν μίλησε εκ μέρους όλων μας», ξεκαθάρισε ο Dolmayan. «Ήταν μία από εκείνες τις στιγμές που καταλαβαίνεις ότι η ελευθερία του λόγου και η ενότητα μιας μπάντας δεν ταιριάζουν πάντα». Αυτή η στιγμή αποτέλεσε ένα κομβικό σημείο ρήξης, επηρεάζοντας σιωπηλά και καθοριστικά τη μελλοντική πορεία του συγκροτήματος.
Ασύλληπτη ποικιλομορφία, ανεξέλεγκτη πορεία
Το να κατατάξει κανείς τους System of a Down στο nu-metal αποτελούσε πάντα μια πρόχειρη γενίκευση. Το “Toxicity” φρόντισε να θάψει αυτή την ταμπέλα μια και καλή. Τα riffs πατούσαν σε βαριές φόρμες, την ίδια στιγμή συνυπήρχαν με folk στοιχεία, ψυχεδελικά περάσματα, έντονες αρμενικές επιρροές, τονικές μετατοπίσεις και μελωδίες βγαλμένες απευθείας από τη Μέση Ανατολή.
Η πολιτισμική τους κληρονομιά όρισε την ταυτότητα του δίσκου σε κάθε επίπεδο, από τη χρήση ασυνήθιστων ρυθμών μέχρι την ένταξη παραδοσιακών οργάνων όπως το ντουντούκ. Το αρμενικό υπόβαθρο των System of a Down χάρισε στο άλμπουμ μια πολιτισμική διάσταση πραγματικά σπάνια για τα δεδομένα του δυτικού metal. Λειτούργησε ταυτόχρονα ως μουσική αναφορά στις ρίζες τους και ως ένα τολμηρό, πειραματικό κράμα επιρροών.
Αυτή η ηχητική πολυμορφία εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο πλεονέκτημά τους. Ο δίσκος κατάφερε να συνδεθεί τόσο με τους οπαδούς των Korn όσο και με εκείνους των Beatles. Έμοιαζε με τεστ Rorschach, επιθετικό και γελοίο, όμορφο και γκροτέσκο, στέρεα δομημένο και ταυτόχρονα εντελώς απρόβλεπτο. Ο Rick Rubin το περιέγραψε χρόνια μετά με πολύ απλά λόγια. «Οι System δεν ανήκαν στην εποχή τους. Ήταν ο δικός τους πλανήτης».
Το “Toxicity” έγινε τελικά τριπλά πλατινένιο στις ΗΠΑ, φτάνοντας τα 12 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως. Έβαλε τη μπάντα σε μια εντελώς νέα πορεία με τεράστιες περιοδείες σε στάδια, σταθερή παρουσία στο MTV και εξώφυλλα στα μεγαλύτερα περιοδικά. Μαζί με την επιτυχία ήρθε μοιραία και η αποσταθεροποίηση. Οι δημιουργικές διαφωνίες γίνονταν μέρα με τη μέρα πιο δύσκολες στη διαχείριση και τα παράλληλα πρότζεκτ άρχισαν να αποκτούν τον πρώτο ρόλο. «Υπήρχαν πάρα πολλοί μάγειρες στην κουζίνα και ο καθένας είχε τη δική του συνταγή», δήλωσε ο Tankian.
Το άλμπουμ που ένωσε και διέλυσε τους System of a Down
Η μπάντα κατάφερε με νύχια και με δόντια να συνεχίσει για λίγο ακόμα. Οι συνέπειες του “Toxicity” και ιδιαίτερα η περιοδεία “Pledge Of Allegiance” έφεραν γρήγορα στην επιφάνεια βαθιές ρωγμές στη συνοχή τους. Μια περιοδεία που στήθηκε για να προβάλει μουσική με πολιτική φόρτιση, μετατράπηκε σύντομα σε μια επικίνδυνη χύτρα ταχύτητας. Με το δοκίμιο του Tankian να ρίχνει τη βαριά του σκιά και το κλίμα στις Η.Π.Α. να παραμένει τεταμένο, το συγκρότημα αντιμετώπισε ανοιχτές απειλές, διαμαρτυρίες και συνεχή πίεση από τα media. Τα μέτρα ασφαλείας γιγαντώθηκαν, οι εντάσεις χτύπησαν κόκκινο και η δημιουργική τους χημεία κλονίστηκε ανεπανόρθωτα.
Αυτός ο κύκλος συναυλιών ανέδειξε το ασήκωτο βάρος της επιτυχίας τους, το οποίο φρέναρε οριστικά τη δυναμική τους. Τα κομμάτια που κόπηκαν από το “Toxicity” βρήκαν τον δρόμο τους στο “Steal This Album!”, ενώ λίγο αργότερα ακολούθησαν τα “Mezmerize” και “Hypnotize”. Η μοναδική ισορροπία ακρίβειας και έμπνευσης που χαρακτήρισε το “Toxicity” δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά στο ίδιο επίπεδο. Μέχρι σήμερα, παραμένει η πιο μεστή καλλιτεχνική στιγμή της μπάντας. «Δεν το γράψαμε για τον κόσμο στον οποίο επρόκειτο να μπούμε», εξομολογήθηκε ο Malakian, «με κάποιο τρόπο, κούμπωσε τέλεια σε αυτόν».
Το “Toxicity” πέτυχε σε τέτοιο βαθμό ακριβώς επειδή δεν είχε φτιαχτεί με τον αυτοσκοπό της επιτυχίας. Οι στίχοι του παρέμεναν σκόπιμα θολοί, οι ρυθμοί του κινούνταν εκτός πεπατημένης και ο σουρεαλισμός του έφερνε συχνά ρήξεις μέσα στο ίδιο το γκρουπ. Ο Tankian ακολουθούσε μια πιο αφηρημένη, ποιητική κατεύθυνση, γεγονός που συγκρουόταν με την ανάγκη του Malakian για άμεσες και επιθετικές εικόνες. Αυτή η διαρκής εσωτερική τριβή, όσο εξαντλητική κι αν γινόταν, χάρισε τελικά στον δίσκο μια πολιτική τοποθέτηση ικανή να διχάσει το κοινό. Ο πεισματικός τρόπος με τον οποίο το άλμπουμ αρνήθηκε να απλοποιήσει το μήνυμά του, αποτελεί τον βασικό λόγο που αντέχει τόσο περήφανα στον χρόνο.
Ακόμα και σήμερα, τα ίδια τα μέλη της μπάντας δυσκολεύονται να συμφωνήσουν για το τι ακριβώς σήμαινε το “Toxicity” και ποιες ήταν οι πραγματικές του επιπτώσεις. «Υπήρξε μια περίοδος που με κάποιον τρόπο ήμασταν συντονισμένοι, κι ας συγκρουόμασταν διαρκώς», παραδέχεται ο Malakian. «Αυτό το σημείο επαφής ήταν που έφερε το “Toxicity” στη ζωή και δεν νομίζω πως μπορεί να ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο».
Ο Tankian συμφωνεί μαζί του, κρατώντας τη δική του επιφύλαξη. «Γεννήθηκε μέσα από ένα κλίμα αναστάτωσης και σκληρής αυθεντικότητας. Τέτοιες στιγμές, ίσως τελικά να είναι καλύτερα να μην συμβαίνουν ξανά».



