Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Το underground δεν ορίζεται από τον ήχο, ορίζεται από τη σχέση μιας σκηνής με την αγορά. Ο οδηγός περνά από δώδεκα είδη, από το art rock των μέσων της δεκαετίας του ’60 ως την avant-garde και τη σιωπή ως σύνθεση. Κάθε στάση δείχνει πώς στήθηκε μια σκηνή, ποιοι την κράτησαν ζωντανή και τι άλλαξε τη στιγμή που απέκτησε ετικέτα. Η απάντηση στο αν η αναγνώριση ακυρώνει μια σκηνή δεν είναι ίδια για όλες.
- Πότε μια σκηνή χάνει τον underground χαρακτήρα της. Όταν η ονοματοδοσία από τα μέσα την κάνει κατηγορία προϊόντος και όχι αντίδραση.
- Τι είναι η underground μουσική. Μουσική που κυκλοφορεί έξω από τις μεγάλες εταιρείες, με DIY υποδομή και μικρό, σταθερό κοινό.
- Ποια είδη καλύπτει ο οδηγός. Art rock, post-rock, witch house, trip hop, black metal, no wave, dark ambient, dungeon synth, garage rock, noise rock, crust punk και avant-garde.
Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή κάθε μουσικού είδους που κάποιος του δίνει όνομα. Μέχρι τότε κυκλοφορεί σε υπόγεια, σε κασέτες και σε μικρά labels, χωρίς κανείς να ξέρει πώς ακριβώς να το περιγράψει. Από τη στιγμή που αποκτά ετικέτα, μπαίνει σε ράφι, σε playlist και σε κατηγορία φεστιβάλ.
Όταν ένα μουσικό είδος μπορεί να ονομαστεί και να καταταχθεί, παραμένει underground; Για να απαντήσουμε, ανατρέχουμε σε δώδεκα σκηνές και στους ανθρώπους που τις διαμόρφωσαν, από το art rock της Νέας Υόρκης ως τη σιωπή που ο John Cage ανέβασε σε σύνθεση.
Τι θεωρείται underground;
Η underground μουσική συνδέεται με τη δημιουργική ανεξαρτησία και την εσκεμμένη απόσταση από τη μαζική κουλτούρα. Κυκλοφορεί συνήθως μέσα από μικρές, ανεξάρτητες δισκογραφικές και συχνά προκύπτει από DIY πρακτικές. Το κοινό που τη στηρίζει είναι πιο περιορισμένο και ταυτόχρονα πιο αφοσιωμένο.
Δεν υπάρχει ένας αυστηρός ορισμός. Για κάποιους, το underground είναι τρόπος σκέψης. Για άλλους, είναι θέμα αισθητικής, ήχου ή θεματολογίας. Η απουσία εμπορικών συμβιβασμών μετράει περισσότερο από καθετί άλλο. Η μουσική μπορεί να είναι απλή, αρκεί να μη γράφεται με τους κανόνες της αγοράς.

Ένα είδος μπορεί να ξεκινήσει στο υπόγειο και να φτάσει ψηλά. Το ερώτημα είναι αν παραμένει underground από τη στιγμή που αποκτά αναγνώριση. Η απάντηση δεν είναι ξεκάθαρη. Όταν τα μέσα και το κοινό δώσουν όνομα σε κάτι, πρακτικά το συσκευάζουν, και έτσι παύει να λειτουργεί ως αντίδραση στο κυρίαρχο ρεύμα και γίνεται προϊόν.
Υπάρχει ωστόσο και η άλλη όψη. Ένα είδος μπορεί να αποκτήσει όνομα, να συγκεντρώσει κοινό και να διαδοθεί χωρίς να χάσει το ριζοσπαστικό του πνεύμα. Υπάρχουν καλλιτέχνες και σκηνές που μένουν πιστοί στις αρχές τους ακόμη και όταν τα μέσα τούς συζητούν ή όταν αποκτούν πολιτισμική σημασία. Το όνομα λειτουργεί μερικές φορές ως τρόπος επιβίωσης σε έναν κόσμο όπου η αφωνία ισοδυναμεί με εξαφάνιση.
Art Rock – The Velvet Underground
Το art rock εμφανίστηκε ως απάντηση στην ανάγκη για πιο σύνθετη, εγκεφαλική και αισθητικά απαιτητική μουσική. Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1968, με τις ρίζες του να βρίσκονται στο underground και στην πολιτισμική αναταραχή των αρχών της δεκαετίας του ’60. Στη Νέα Υόρκη, το Factory του Andy Warhol έγινε εστία δημιουργικότητας, όπου η τέχνη, η μουσική και ο πειραματισμός συνυπήρχαν.
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον γεννήθηκαν οι The Velvet Underground, με πυρήνα τον Lou Reed και τον John Cale, και αργότερα τη Nico. Το ντεμπούτο τους, “The Velvet Underground & Nico” (1967), πέρασε εμπορικά απαρατήρητο στην εποχή του και αναγνωρίστηκε πολύ αργότερα ως θεμέλιο του art rock. Ο δίσκος συνδύασε σχεδόν μινιμαλιστικούς ήχους με θεματολογία για ναρκωτικά, σεξουαλικότητα και υπαρξιακό άγχος.
Σήμα κατατεθέν τους έγινε η σχέση με τις εικαστικές τέχνες, η εμμονή με την ομορφιά και την παρακμή, καθώς και η σκόπιμα ατελής παραγωγή. Το art rock, όπως το όρισαν οι Velvet Underground, λειτούργησε ως πλατφόρμα για καλλιτεχνική ρήξη, χωρίς κανόνες και χωρίς όρια.
Post-Rock – Godspeed You! Black Emperor
Στόχος του post-rock ήταν η αποδόμηση του rock και η μετατόπισή του σε άλλους χρονικούς και συναισθηματικούς άξονες. Οι Godspeed You! Black Emperor από τον Καναδά, ενεργοί από τα mid-’90s, είναι ίσως η πιο αυστηρή, πολιτική και επιδραστική εκδοχή του underground των ’90s. Το “F♯A♯∞” (1997) λειτούργησε ως μανιφέστο.
Μεγάλης διάρκειας κομμάτια, ηχογραφήσεις πεδίου, αφήγηση με megaphone και δομή που ακολουθούσε την ένταση αντί για τη μελωδία. Στις ζωντανές εμφανίσεις προβάλλονταν βουβές ταινίες 16mm με πολιτικό περιεχόμενο, ενώ το συγκρότημα απέφευγε την επικοινωνία με τον Τύπο. Το post-rock, μέσω των Godspeed, έγινε ελάχιστα φιλικό, σκόπιμα μεγαλειώδες και πάντοτε αντισυμβατικό. Μια μορφή μουσικής διαμαρτυρίας χωρίς λέξεις.
Witch House – Salem και το underground του Tumblr
Η witch house δεν ανήκει ούτε στο house ούτε στη witchcraft. Πρόκειται για ένα σκοτεινό, μεταμοντέρνο υβρίδιο του underground που εμφανίστηκε στα τέλη των 2000s μέσα από Tumblr, glitchy video art και φθαρμένα visuals της εποχής των VHS. Οι Salem, το τρίο από το Michigan, θεωρούνται η αρχή και το αποκορύφωμα του είδους.
Το “King Night” (2010) συνδύασε chopped and screwed hip-hop beats, φωνητικά πνιγμένα σε reverb και ιεροτελεστική, σχεδόν ενοχλητική ατμόσφαιρα. Η μουσική τους ακουγόταν σαν να την έπαιζε κάποιος σε αργή κίνηση, μέσα από μια σπασμένη τηλεόραση. Το οπτικό κομμάτι μετρούσε εξίσου, με συμβολισμούς, παράξενες γραμματοσειρές και θρησκευτικά μοτίβα, πάντα με έμφαση στη φθορά και την αλλοίωση. Και μετά, οι Salem απλώς εξαφανίστηκαν, κάτι που ενίσχυσε τον μύθο τους.
Trip Hop – Portishead και το underground του Bristol
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, το trip hop εμφανίστηκε στο Bristol. Ήταν προϊόν μιας αυτοσχέδιας, πολυπολιτισμικής underground σκηνής, που ένωσε DJs, MCs και street καλλιτέχνες σε εγκαταλελειμμένους χώρους και υπόγεια πάρτι. Αντί για ένταση, επέλεξε αργούς ρυθμούς, σκοτεινή ατμόσφαιρα και εσωστρέφεια. Ήχοι από soul, hip-hop, dub και jazz μπλέχτηκαν σε ένα υβρίδιο που δεν υπήρχε πριν.
Οι Portishead αποτελούν τον πιο χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του είδους. Το τρίο σχηματίστηκε το 1991 και το “Dummy” (1994) έγινε εμβληματικό. Η φωνή της Beth Gibbons, η αναλογική παραγωγή του Geoff Barrow και οι κινηματογραφικές κιθάρες του Adrian Utley διαμόρφωσαν έναν ήχο που έμοιαζε ταυτόχρονα ρετρό και καινοτόμος.
Παρότι ο Barrow αποκήρυξε τον όρο trip hop, θεωρώντας τον επινόηση των media του Λονδίνου, η μουσική τους έγινε σημείο αναφοράς για όλο το underground. Οι Portishead έδωσαν σε μια ολόκληρη σκηνή πρόσωπο, χωρίς να την εξημερώσουν.
Black Metal – Mayhem
Καμία άλλη underground σκηνή δεν συνδέθηκε τόσο βαθιά με το χάος, την πρόκληση και τον θάνατο όσο το νορβηγικό black metal των early ’90s. Οι Mayhem, που ιδρύθηκαν το 1984 από τον Euronymous, έγιναν το πιο αναγνωρίσιμο και ταυτόχρονα διαβόητο όνομα του είδους. Η πρώτη τους κυκλοφορία, το “Deathcrush”, απέρριπτε κάθε συμβατική μουσική έννοια, ωμή, θορυβώδης και σχεδόν επιθετικά πρόχειρη.

Η αισθητική της σκηνής βασιζόταν στην άρνηση της παράδοσης, της αγοράς και της ευκολίας. Στους Mayhem, η άρνηση αυτή πήρε υπαρξιακές διαστάσεις. Η αυτοκτονία του τραγουδιστή Dead το 1991 και η δολοφονία του Euronymous από τον Varg Vikernes το 1993 έγιναν μύθος. Το “De Mysteriis Dom Sathanas” κυκλοφόρησε λίγο αργότερα, μέσα σε θρύλους και σκοτεινή ατμόσφαιρα.
Για τους Mayhem, το underground ήταν σκοτεινή αναγκαιότητα. Το black metal, όπως το έζησαν εκείνοι, ζητούσε σύγκρουση και ένα αίσθημα απειλής που ποτέ δεν μαλάκωσε.
No Wave – Gray
Το no wave δεν επιδίωξε ποτέ διάρκεια ή συνοχή. Γεννήθηκε στο underground της Νέας Υόρκης στα τέλη των ’70s, ως απάντηση στην εμπορευματοποίηση του new wave. Αντί για στιλ, προώθησε την απόρριψη της μελωδίας, της αρμονίας και της συμβατικής δομής. Ήταν μουσική για κατεστραμμένα clubs, για εγκαταλελειμμένες γκαλερί, για ανθρώπους που έβλεπαν την τέχνη ως διάσπαση.
Οι Gray, δημιούργημα του Jean-Michel Basquiat και του Michael Holman, ενσάρκωσαν αυτό το πνεύμα. Η μπάντα δούλευε με θόρυβο, αυτοσχεδιασμό και έντονη συνομιλία με τα εικαστικά, χωρίς να αφήσει πίσω της κανονικό άλμπουμ. Το κομμάτι “Drum Mode” χρησιμοποιήθηκε στο “Downtown 81”, μια ταινία που καταγράφει την αστική παρακμή της εποχής με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Basquiat.
Μακριά από τη mainstream βιομηχανία και μακριά από την εναλλακτική, οι Gray βρίσκονταν πιο κοντά σε installation παρά σε συγκρότημα. Το no wave λειτούργησε ως απόρριψη κάθε είδους, σε μια σκηνή που αντιμετώπιζε τη μουσική σαν πράξη διάλυσης.
Dark Ambient – Raison d'être
Χωρίς ρυθμό, χωρίς φωνές, χωρίς στίχους. Το dark ambient είναι ατμόσφαιρα, αίσθηση, φόβος και περισυλλογή. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ενώ το industrial εξελισσόταν σε χορευτικό υβρίδιο, κάποιοι καλλιτέχνες του underground στράφηκαν προς τα μέσα. Έφτιαξαν μουσική χωρίς δομή, με drones, ήχους από σκουριασμένα μέταλλα, μυστικιστικά samples και ηχογραφημένες τελετουργίες.
Ο Peter Andersson, πίσω από το project Raison d’être, ήταν από τους πρώτους που έδωσαν συνοχή και βάθος στο είδος. Ξεκίνησε το 1991 στη Σουηδία και με κάθε κυκλοφορία εξερευνούσε θέματα θρησκείας, θανάτου και υπαρξιακής απομόνωσης. Η μουσική του έμοιαζε περισσότερο με ηχητικό τοπίο εγκαταλειμμένης μονής παρά με κανονικό άλμπουμ.
Στις συνθέσεις του χρησιμοποιεί Γρηγοριανούς ψαλμούς και industrial υφή, φτιάχνοντας κάτι που δεν είναι ούτε σκέτη ambient ούτε soundtrack τρόμου. Το dark ambient, όπως το διαμόρφωσε ο Raison d’être, δεν υπήρξε ποτέ προσβάσιμο, και γι’ αυτό ακριβώς έμεινε πιστό στο πνεύμα του underground, σιωπηλό και ασφυκτικά παρόν.
Dungeon Synth – Mortiis και το underground των κασετών
Με αισθητική βγαλμένη από fantasy εξώφυλλα, cassette culture και ήχους από synthesizers, το dungeon synth γεννήθηκε στο περιθώριο του black metal underground. Στις αρχές των ’90s, ο Mortiis, πρώην μπασίστας των Emperor, απομακρύνθηκε από την ακραία κιθαριστική φόρμα. Έφτιαξε έναν δικό του κόσμο από συνθετικά τοπία, φανταστικές αφηγήσεις και ηχητικά μονοπάτια που έμοιαζαν με soundtrack χωρίς ταινία.
Το ντεμπούτο του “Født Til Å Herske” (1994) έμοιαζε περισσότερο με περιπλάνηση σε μεσαιωνικό εφιάλτη παρά με άλμπουμ. Οι συνθέσεις ήταν αργές, μινιμαλιστικές, γεμάτες μελωδίες εμπνευσμένες από dark ambient και folk, χωρίς καμία πρόθεση ραδιοφωνικής επιτυχίας. Το dungeon synth απέκτησε σταδιακά cult status και επηρέασε μια νέα γενιά μουσικών που ηχογραφούν στο σπίτι, βγάζουν κασέτες και χτίζουν κοινότητες μέσα από Bandcamp και forums.
Garage Rock – Iggy & The Stooges
Μέσα στα υπόγεια της αμερικανικής επαρχίας των ’60s, εφηβικά συγκροτήματα έπαιζαν θορυβώδες ροκ με ελάχιστη τεχνική και τεράστια ένταση. Έτσι γεννήθηκε το garage rock, πρόχειρο, φτηνό και ασυμβίβαστο. Μέχρι το 1968 η underground σκηνή είχε ήδη αρχίσει να εξασθενεί, όμως κάποιοι αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τη μελωδική στροφή του ρεύματος.
Οι The Stooges, με frontman τον εκρηκτικό Iggy Pop, έφεραν μια νέα βιαιότητα στον ήχο. Το ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1969 αγνοήθηκε στην εποχή του και σήμερα θεωρείται καταστατικό κείμενο του proto-punk. Τα τραγούδια ήταν απλά, επαναληπτικά και σχεδόν πρωτόγονα. Η ενέργειά τους έβγαινε ωμή και φυσική, σαν να προέκυψε από ένστικτο και όχι από πρόβα.
Noise Rock – Sonic Youth
Το noise rock προέκυψε από τη σύγκρουση ανάμεσα στον πειραματισμό και το σώμα, στην τέχνη και την οργή. Στη Νέα Υόρκη των early ’80s, όταν το punk είχε ήδη αποκτήσει μορφή και πολιτική ταυτότητα, κάποιοι καλλιτέχνες του underground στράφηκαν στην αποδόμησή του. Οι Sonic Youth βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή αυτού του ήχου που αρνιόταν τις νόρμες.

Με το “Confusion Is Sex” (1983) έφτιαξαν έναν κόσμο γεμάτο παράσιτα, σφυρίγματα, αλλοιωμένες κιθάρες και σκοτεινή αισθητική. Χρησιμοποιούσαν εναλλακτικά κουρδίσματα, αυτοσχεδιασμούς και επέμεναν στη φθορά του ήχου. Οι πρώτες τους δουλειές πέρασαν σχεδόν απαρατήρητες, με την επιρροή τους να αποδεικνύεται τεράστια. Ο Kurt Cobain μιλούσε γι’ αυτούς με σεβασμό, ενώ το alternative ρεύμα των ’90s χρωστά πολλά στη διαστροφή που έφεραν στη ροκ μουσική.
Crust Punk – Amebix
Βαριά, βρώμικη και καθαρά πολιτική, η crust punk γεννήθηκε στο underground του Ηνωμένου Βασιλείου στα early ’80s, ανάμεσα στις στάχτες του anarcho-punk και στον παροξυσμό του hardcore. Οι Amebix, που ιδρύθηκαν το 1978, θεωρούνται οι πρόδρομοι του ήχου, ένα μείγμα από punk, μεταλλική παραμόρφωση και δυστοπική ατμόσφαιρα. Το “Arise!” (1985) ήταν κραυγή κατά του καπιταλισμού, του πολέμου και της κοινωνικής αποξένωσης.
Ο ήχος τους παρέπεμπε σε οδομαχίες και εγκαταλειμμένα εργοστάσια. Χρησιμοποιούσαν μονολιθικά riffs, έντονα φωνητικά και θολή παραγωγή, αναδεικνύοντας την αγωνία της εποχής. Οι Amebix και η σκηνή που δημιούργησαν απέρριψαν την τεχνική δεξιότητα ως αστικό κατάλοιπο. Η crust punk ήθελε να φωνάξει μέχρι να σπάσει το μικρόφωνο, και αν δεν υπήρχε μικρόφωνο, ακόμα καλύτερα.
Avant-Garde – John Cage
Η πειραματική μουσική ξεκινά από την ιδέα ότι ο ήχος δεν έχει όρια. Ο John Cage ήθελε να επαναπροσδιορίσει τη σχέση μας με τη σιωπή, τον θόρυβο και το τυχαίο. Από τη δεκαετία του ’40 πρότεινε συνθέσεις όπου οι εκτελεστές δεν ακολουθούσαν νότες, αλλά οδηγίες εμπνευσμένες από τον χώρο γύρω τους ή από αρχαίες φιλοσοφίες.
Για να απομακρύνει την προσωπική του πρόθεση από τη διαδικασία, χρησιμοποιούσε συχνά το “I Ching”, ένα αρχαίο κινεζικό κείμενο μαντείας βασισμένο στην τυχαιότητα. Μέσω αυτού άφηνε τις αποφάσεις της σύνθεσης, από το ποιες νότες θα παιχτούν μέχρι το πότε θα υπάρξει παύση, σε έναν εξωτερικό μηχανισμό.
Το πιο γνωστό του έργο, το “4’33”, ζητά από τον μουσικό να μην παίξει τίποτα. Ο ήχος που ακούγεται είναι το περιβάλλον, βήματα, αναπνοές, αμηχανία. Η επιρροή του Cage έφτασε σε κάθε γωνιά της avant-garde, από συνθέτες και εικαστικούς μέχρι ροκ μουσικούς όπως ο John Cale των Velvet Underground.
Στο πρόσωπό του, η έννοια του underground γίνεται ιδεολογία. Η τέχνη δεν χρειάζεται να υπακούει, χρειάζεται να ρωτά, και η μουσική δεν χρειάζεται πάντα να παίζεται για να ακουστεί.



