Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Ο Ihsahn είχε δύο επιλογές, να δώσει στη σκηνή αυτό που περίμενε ή να γράψει μόνος του το τέλος. Διάλεξε το δεύτερο. Το “Prometheus: The Discipline Of Fire & Demise” βγήκε και οι Emperor δεν υπήρχαν πια.
- Υποψηφιότητα Spellemann, κορυφαίες διακρίσεις στον διεθνή Τύπο και μηδέν charts, για το πιο σύνθετο υλικό των Emperor.
- Ο δίσκος που έσπρωξε το symphonic black metal προς την πολυφωνία και το μπαρόκ, ανοίγοντας δρόμο στο progressive extreme metal.
- Ο Ihsahn υπογράφει μουσική και στίχους, ο Samoth περνά σε επιπλέον κιθάρες και ο Trym κρατά όρθια τη δομή.
Η Candlelight Records έστειλε στα μαγαζιά, στις 21 Οκτωβρίου 2001, το “Prometheus: The Discipline Of Fire & Demise”. Ήταν ο τέταρτος δίσκος των Emperor και ο τελευταίος, κάτι που τα μέλη το ήξεραν ήδη όταν τον παρέδωσαν. Η ανακοίνωση του τέλους ήρθε πρακτικά μαζί με την κυκλοφορία, χωρίς να αφήσει περιθώριο για συνέχεια. Λίγες μέρες νωρίτερα είχε βγει το βίντεο για το “Empty”, το πιο κοντινό σε single κομμάτι του δίσκου. Κάθε επέτειος της κυκλοφορίας δίνει καλή αφορμή να δούμε τι ακριβώς συνέβη εκεί.
Το παρασκήνιο εξηγεί αρκετά. Όσο ετοιμαζόταν το υλικό, οι Samoth και Trym είχαν ρίξει το βάρος τους στους Zyklon, το death metal σχήμα τους που έβγαλε το ντεμπούτο του μέσα στην ίδια χρονιά. Ο Ihsahn δούλευε παράλληλα τους Peccatum. Στην πράξη, η γραφή έπεσε στα χέρια ενός ανθρώπου που είχε ήδη βρει άλλον τρόπο να εκφράζεται και καμία διάθεση να επαναλάβει τον εαυτό του. Η λίστα των συντελεστών το δηλώνει χωρίς περιστροφές, με τον βασικό κιθαρίστα του σχήματος να πιστώνεται για επιπλέον κιθάρες και τίποτα παραπάνω.
Prometheus: Είναι τελικά δίσκος της μπάντας ή σόλο δουλειά του Ihsahn;
Η ένσταση που ακούγεται πιο συχνά για το “Prometheus: The Discipline Of Fire & Demise” είναι ότι δεν ηχεί σαν δίσκος μπάντας, και έχει βάση. Μουσική και στίχοι ανήκουν στον Ihsahn, ο οποίος χειρίζεται κιθάρες, μπάσο, πλήκτρα, προγραμματισμό και φωνητικά. Όποιος άκουσε αργότερα το “The Adversary”, τον πρώτο σόλο δίσκο του, αναγνωρίζει στη γραφή τον ίδιο ακριβώς τρόπο σκέψης. Οι διάφωνες συγχορδίες, η συμφωνική γραμμή που συνθέτει αντί να στολίζει, η εμμονή με την αντίστιξη, όλα βρίσκονταν ήδη εδώ πέντε χρόνια νωρίτερα.

Αυτό δεν κάνει τους υπόλοιπους διακοσμητικούς. Ο Trym δίνει από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του, με ταχύτητα και γεμίσματα που κρατούν όρθια κομμάτια τα οποία αλλιώς θα σωριάζονταν. Ο Samoth βάζει το χαμηλό, βαρύ ηχόχρωμα που κρατάει το σύνολο δεμένο με το metal. Οι αποφάσεις όμως, από την πρώτη νότα μέχρι την τελευταία ενορχήστρωση, βγήκαν από ένα κεφάλι. Γι’ αυτό και μερίδα του κοινού δυσκολεύεται ακόμα να τον δεχτεί ως κανονικό κεφάλαιο της πορείας τους.
Εδώ μπαίνει το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της συζήτησης. Αν ο Ihsahn έκανε αυτό που περίμενε η σκηνή, δηλαδή ένα ακόμα επεισόδιο στο ίδιο μοτίβο, δεν θα ήταν ο Ihsahn. Ο ίδιος χαρακτήρας που τον έσπρωξε να γράψει κάτι δυσανάγνωστο το 2001 είναι αυτός που είχε γράψει το “In The Nightside Eclipse” σε ηλικία που οι περισσότεροι δεν έχουν καν μπάντα. Η ανάγκη να πάει κάπου αλλού υπήρχε από την αρχή και είναι ο λόγος που οι δύο πρώτοι δίσκοι βγήκαν έτσι όπως τους ξέρουμε.
Tι άλλαξε στους Emperor από το 1994 μέχρι το 2001;
Ο πρώτος δίσκος δούλευε με ατμόσφαιρα. Τα πλήκτρα έμεναν ομίχλη πίσω από τις κιθάρες, η παραγωγή κρατούσε τα πάντα θολά και η αίσθηση μετρούσε περισσότερο από τη λεπτομέρεια. Στο “Prometheus: The Discipline Of Fire & Demise” η ομίχλη έχει φύγει εντελώς και κάθε φωνή της ενορχήστρωσης ακούγεται καθαρά, σαν παρτιτούρα. Ανάμεσα στα δύο μεσολάβησαν το “Anthems To The Welkin At Dusk” με τον χαοτικό όγκο του και το “IX Equilibrium”, που έφερε death metal riffing και πολύ περισσότερες καθαρές φωνές.
Η μετακίνηση δεν ήταν ξαφνική, ωστόσο αποδείχθηκε μεγαλύτερη από όσο περίμεναν οι περισσότεροι. Η κραυγή υποχωρεί, η καθαρή φωνή παίρνει χώρο, το μπαρόκ στοιχείο περνάει μπροστά από το ρομαντικό που συνήθως συνοδεύει το symphonic black metal. Το τσέμπαλο που ανοίγει το “The Eruption” δηλώνει μέσα σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα ότι εδώ παίζεται άλλο παιχνίδι. Οι δομές γίνονται πιο πυκνές σε ιδέες ανά λεπτό και ταυτόχρονα πιο λιτές σε αριθμό μερών, κάτι που ξενίζει όποιον ψάχνει το γνώριμο μοτίβο.

Το concept κουβαλάει τη δική του ασάφεια. Ο τίτλος παραπέμπει στον μύθο του Προμηθέα και το υλικό έχει περιγραφεί ως εννοιολογικό, χωρίς ποτέ να γίνεται ξεκάθαρο τι ακριβώς αφηγείται. Οι στίχοι αφήνουν τόσο χώρο ώστε κατά καιρούς έχουν προταθεί εντελώς διαφορετικές αναγνώσεις, από μια διαδρομή γέννησης και θανάτου μέχρι την ίδια την ιστορία της μπάντας. Αυτή η ασάφεια είναι ένας από τους βασικούς λόγους που ο δίσκος χωρίζει τον κόσμο στα δύο μέχρι σήμερα.
Πώς το υποδέχτηκαν ο Τύπος και το κοινό;
Στον μουσικό Τύπο της εποχής η υποδοχή ήταν άμεση. Το Kerrang! τον ανέδειξε δίσκο της εβδομάδας στις 10 Οκτωβρίου 2001 και τον συνέκρινε ποιοτικά με το “Master Of Puppets” των Metallica, ενώ το Terrorizer τον έβαλε δίσκο του μήνα. Ακολούθησε υποψηφιότητα για Spellemann Award στην κατηγορία του metal, τον επίσημο θεσμό βραβείων της Νορβηγίας. Σε charts πάντως, ούτε στη Βόρεια Αμερική ούτε στην Ευρώπη, δεν μπήκε ποτέ.
Από το κοινό ήρθε άλλη αντίδραση. Μερίδα των οπαδών θεώρησε ότι το σχήμα είχε βγει εκτός είδους, και η ένσταση επαναλήφθηκε για χρόνια σε fanzines και σε φόρουμ. Όσοι έμειναν, έμειναν επειδή ο δίσκος αντέχει δεκάδες ακροάσεις χωρίς να δείχνει τα χαρτιά του με τη μία καθώς πρόκειται για το πιο σύνθετο τεχνικά και συνθετικά υλικό που κυκλοφόρησαν ποτέ οι Emperor.
Ενδιαφέρον έχει και η ίδια η χρονική στιγμή. Το 2001 το νορβηγικό black metal είχε περάσει από τη φάση της σκανδαλοθηρίας στη φάση της καθιέρωσης, με αρκετά από τα ιδρυτικά σχήματα να ψάχνουν έξοδο προς το avant-garde ή τα ηλεκτρονικά. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το να κλείνει μια μπάντα τη δουλειά της από θέση ισχύος φάνηκε ακραίο και τελικά αποδείχθηκε από τις πιο καθαρές κινήσεις της δεκαετίας.
Γιατί ο δίσκος δεν παίχτηκε ποτέ ολόκληρος στη σκηνή;
Υπάρχει ένα πρακτικό στοιχείο που λέει πολλά. Από ολόκληρο το “Prometheus: The Discipline Of Fire & Demise”, το μόνο κομμάτι που πέρασε με συνέπεια σε live είναι το “In The Wordless Chamber”, το πιο ευθύ δηλαδή. Τα υπόλοιπα έχουν τόσα στρώματα και τόσες αλλαγές που δεν μεταφέρονται από πενταμελές σχήμα πάνω σε μια σκηνή. Το “Emperial Live Ceremony” είχε ήδη κυκλοφορήσει νωρίτερα, οπότε ούτε η συνηθισμένη λύση του live άλμπουμ δεν μπορούσε να καλύψει αυτό το υλικό.

Ελάχιστοι προσπάθησαν να τον αντιγράψουν, επειδή το κόστος εισόδου είναι υψηλό σε γνώση αρμονίας και σε υπομονή. Αυτό που άφησε πίσω του ήταν μια άδεια, ότι ένα σχήμα από τον πυρήνα της νορβηγικής σκηνής μπορεί να γράψει πολυφωνία, αντίστιξη και μπαρόκ δομές και να το λέει ακόμα extreme metal. Η γενιά του progressive extreme metal που ακολούθησε πάτησε πάνω σε αυτή την ιδέα, ακόμα κι όταν δεν το παραδέχτηκε ποτέ ευθέως.
Για τον ίδιο τον Ihsahn, η κυκλοφορία ήταν γέφυρα. Οι Peccatum συνέχισαν για λίγο ακόμα και από το 2006 η σόλο καριέρα του πήρε τη σκυτάλη με τρόπο που κάνει το 2001 να μοιάζει με πρόβα. Το σχήμα επανενώθηκε αργότερα για εμφανίσεις, ποτέ όμως για καινούργιο υλικό. Στο ενδιάμεσο μεσολάβησε η συλλογή “Scattered Ashes: A Decade Of Emperial Wrath”, που μάζεψε μια ολόκληρη δεκαετία σε μία κυκλοφορία και έκλεισε και τυπικά τον λογαριασμό.
Ο επίλoγος των Emperor σήμερα
Μια τελευταία παρατήρηση για όποιον τον πλησιάζει σήμερα πρώτη φορά. Δεν ανοίγει με το πρώτο πέρασμα και δεν προσποιείται ότι θα το κάνει. Χρειάζεται ακουστικά, ησυχία και διάθεση να ακολουθήσεις μια γραμμή που αλλάζει κατεύθυνση κάθε σαράντα δευτερόλεπτα. Όποιος μπει με την απαίτηση να ξανακούσει το 1994, θα απογοητευτεί μέσα στο πρώτο δεκάλεπτο. Το ίδιο συμβαίνει και αντίστροφα, καθώς αρκετοί τον ανακάλυψαν χωρίς καμία σχέση με το black metal και μπήκαν από την πόρτα του progressive.
Το αποτέλεσμα μετράει ακριβώς επειδή δεν προσπάθησε να ευχαριστήσει κανέναν. Οι Emperor έκλεισαν με τον δίσκο που ήθελαν να κάνουν και όχι με αυτόν που τους ζητούσαν, και αυτή παραμένει η πιο συνεπής κίνηση μιας διαδρομής που είχε ξεκινήσει με το “Wrath Of The Tyrant”. Χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το “Prometheus: The Discipline Of Fire & Demise” εξακολουθεί να μοιράζει τον κόσμο στα δύο, κάτι που από μόνο του δείχνει ότι κάποιος εκεί μέσα ρίσκαρε στ’ αλήθεια.



